Δεν μπορείς να αγνοήσεις την προέλευση ενός ατόμου, παρόλο που δεν πιστεύω σε κανένα bloodline ή εθνική κληρονομιά και άλλα τέτοια. Αλλά ο τόπος που γεννήθηκες και κυρίως ο τόπος που ανατράφηκες είναι πιθανώς ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια βάσει των οποίων ο άνθρωπος διαμορφώνει τον χαρακτήρα του και καθορίζει την πορεία του. Όπως δεν μπορείς να αγνοήσεις τον Χρόνο, από την άποψη της εποχής που γεννιέται και ζει κανείς. Ανεξάρτητα από το χρώμα που έχει το δέρμα σου ή από τον θεό που λατρεύεις – ή όχι – εάν ζεις σε ένα μικρό χωριό κάπου στην Ινδία, υποθέτω ως μπορεί να μην σου δοθεί ποτέ η ευκαιρία να ακούσεις death metal ή κελτική λαϊκή μουσική, για παράδειγμα. Αλλά ζεις στην πόλη της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ’80, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα καταλήξεις να σέρνεσαι στους άγριους δρόμους της ψάχνοντας για την κατάλληλη μουσική που θα γίνει το αστικό σου soundtrack. Τα μέλη των Leeway μεγάλωσαν στο Queens της Ν. Υόρκης στη δεκαετία του 1980 όταν το rap, το punk, το thrash και το hardcore ήταν σε έξαρση και επηρέαζαν το ένα το άλλο. Έτσι, αυτό το τέλειο μίγμα hardcore και σκληρού thrash metal riffing που οι Leeway μας έδωσαν πριν από σχεδόν 30 χρόνια ήταν ένα είδος μονόδρομου γι ‘αυτούς. Το συγκρότημα ηχογράφησε το demo ‘Enforcer’ (1985) μόνο με έναν κιθαρίστα (A.J. Novello), αλλά το αποτέλεσμα φώναζε πως χρειαζόταν επιπλέον δύναμη για να προκαλέσει περισσότερο αντίκτυπο, έτσι μετά τις ηχογραφήσεις προστέθηκε σαν δεύτερος κιθαρίστας ο Michael Gibbons. Δύο χρόνια μετά, ηχογραφήθηκε το “Born To Expire” τον Νοέμβριο του 1987, αλλά δεν βγήκε μέχρι τις αρχές του 1989. Η μπάντα είχε συμβόλαιο με τον παραγωγό Chris Williamson (ο οποίος ήταν σημαντικός promoter στη σκηνή της Νέας Υόρκης την περίοδο εκείνη) και ηχογράφησε το άλμπουμ για την εταιρεία του, Rock Hotel. Στο διάστημα των 2 χρόνων η μπάντα έψαχνε να υπογράψει σε μια μεγάλη εταιρία αλλά δυστυχώς δεν τίποτα δεν έδειχνε να κινείται μέχρι να δείξει ενδιαφέρον η Profile Records (την συγκεκριμένη περίοδο το συγκρότημα έγραψε το υλικό του δεύτερου άλμπουμ του, κάτι που μπορεί να εξηγήσει την πιο επιθετική στροφή και τον περίπλοκο αγριεμένο ήχο). Στην πραγματικότητα η εταιρεία είχε συμβόλαιο με τον Williamson (το οποίο τελείωσε μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ). Όπως φανταστήκατε, η εταιρεία τους δεν βοήθησε την κατάσταση, παρόλο που η Profile Records ήταν μια σημαντική εταιρεία που είχε μερικά μεγάλα ονόματα στο ρόστερ της, όπως οι Run-D.M.C. ενώ η μητρική της εταιρεία ήταν η Sony. Δυστυχώς, η Profile Records είναι απλά μια ραπ εταιρεία που υπέγραψε τρία hardcore συγκροτήματα (Cro-Mags, Murphy’s Law και Leeway) στα τέλη της δεκαετίας του ’80 μόνο για να πειραματιστούν και τίποτα περισσότερο. Χαμηλός προϋπολογισμός, καμία προώθηση, κακή διανομή. Δεν χρειάζεσαι περισσότερα για να αποτύχεις, ανεξάρτητα από το πόσο καλό υλικό έχεις στα χέρια σου.leeway 1987

Μουσικά μιλώντας, αξιοποιώντας το σχετικά απλό riffing, βασισμένο πολύ σε power chords και με μια όχι και τόσο περίπλοκη δομή κομματιών, τα εξαιρετικά σόλο και έναν κοινό Μarshall JCM800 ενισχυτή, οι Leeway δημιούργησαν έναν χαρακτηριστικό προσωπικό ήχο. Μπορεί να έχετε ακούσει κάποιες άσχημες φήμες σχετικά με τον παραγωγό τους Chris Williamson και πιθανότατα να ισχύουν κιόλας. Παρόλα αυτά, αφορούν περισσότερο το ρόλο του στο management και όχι τόσο σαν παραγωγό. Όπως και να έχει, ο Tom Soares, ο μηχανικός ήχου του δίσκου που δούλευε στο Normandy Sound studio τότε, βοήθησε τα μέγιστα το κιθαριστικό δίδυμο, με σκοπό να βγάλει προς τα έξω τον καλύτερό του εαυτό. Πολλά NYHC συγκροτήματα της εποχής (Killing Time, Sick of it All, Cro-Mags, κ.α.) πήγαν στο Normandy Sound δημιουργώντας έναν είδους Νεοϋορκέζικου ήχου σήμα κατατεθέν. Αυτό που λαμβάνεις από τις πρώτες νότες είναι μια βαριά επιρροή από Cro – Mags και μια εξαιρετική Thrash δυναμική που θυμίζει Anthrax. Και ναι, μπορεί ο δίσκος να βασίζεται στις κιθάρες, ωστόσο τα ρυθμικά σημεία δεν υστερούν. Όσον αφορά τα τύμπανα, σοφά δεν χρησιμοποίησαν μόνο δίκασες, έχοντας αυτόν τον hardcore χαρακτήρα, ενώ οι μπασογραμμές είναι ευδιάκριτες και εύηχες και σίγουρα γκρουβάτες. Στιχουργικά, είναι έντονο το στοιχείο του ‘δρόμου’, γραμμένο και δοσμένο σωστά, με την υπέροχη παρουσίασή του μέσω του Eddie Sutton. Δεν φωνάζει και ωρύεται, αλλά τραγουδά σωστά, με τον θεμιτό τσαμπουκά και μια δόση Heavy Metal.

Οι Leeway ήταν ηγέτες, όχι ακολουθητές. Πολλοί ξεχνούν ότι οι Leeway έφεραν τον μεταλλικό ήχο στο NYHC. Οι Cro-Mags βασίζονταν στους Motorhead και το rock ‘n roll, αλλά οι Leeway στο Kill’ Em All και τα στιβαρά τύμπανα και τις βαριές κιθάρες των Metallica, με hardcore / punk στίχους και νοοτροπία του δρόμου, παρά το γεγονός ότι τα μέλη του ήταν επηρεασμένα και από το ραπ. Μπορείτε να ακούσετε ορισμένα στοιχεία funk και rap στο ‘Catholic High School (Girls in Trouble)’ για παράδειγμα. Εξαιρετικά κομμάτια όπως τα ‘Self-Defence’ και ‘Tools of War’ είναι γεμάτα ενέργεια, τα ‘Rise and Fall’ και τα ‘Unexpected’ έχουν μερικά σπουδαία και αξέχαστα ριφφ και solo που γδέρνουν, ενώ ένα από τα προσωπικά μου αγαπημένα είναι τα ‘Defy’, ‘On the Outside’ και το 2 ½- λεπτών κομμάτι ‘Be Loud’ που με κάνει να σκέφτομαι έναν πάνκη Belladona. Σε γενικές γραμμές, υπάρχει μια σύνδεση με το ‘Cause For Alarm’ των Agnostic Front, το ‘Life Of Dreams’ των Crumbsuckers, το ‘State Of Euphoria’ των Anthrax, το ‘Best Wishes’ των Cro-Mags και το ‘Born To Expire’. Κάντε στον εαυτό σας ένα δώρο όλοι εσείς που δεν έχετε κόπια αυτού του δίσκου. Αν θέλετε το Thrash σας να έχει μια αστική γκρούβα και μια δόση από East Side, τότε δεν υπάρχει καλύτερη διασταύρωση (‘crossover’) από αυτόν τον δίσκο!

Η βελγική Reality Records επανακυκλοφόρησε τον δίσκο το 2016 με bonus 9 κομμάτια που ηχογραφήθηκαν ζωντανά στο CBGB το 1986, αλλά μπορείτε επίσης να αναζητήσετε την έκδοση των Moshroom Records του 1988, την επετειακή (25 ετών) κυκλοφορία των Marquee Records του 2014 και εν τέλει την έκδοση των Another Planet του 1996.