Είδος: Heavy Metal
Χώρα: Η. Βασίλειο
Εταιρία: High Roller Records
Έτος: 2017

Ένα από τα εξυπνότερα συγκροτήματα του New Wave Of British Heavy Metal κινήματος υπήρξαν οι CLOVEN HOOF. Αρκετά ευρηματικοί από το ξεκίνημά τους με την προσπάθεια να ξεχωρίσουν από την μάζα του ‘κινήματος’ δεν δίστασαν να υιοθετήσουν τις περσόνες ‘Earth’, ‘Fire’, ‘Water’ και ‘Air’, που σίγουρα έκρυβαν μια θεατρικότητα και ήταν μάλλον μπροστά από την εποχή τους. Από εκείνη τη σύνθεση φυσικά μπορούμε να συναντήσουμε μόνο τον θρυλικό μπασίστα τους Lee Payne που μέσα από χίλια κύματα και τα τρία εξαιρετικά αν και αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους άλμπουμ ‘Fighting Back’ (1986), ‘Dominator’(1988) και ‘A Sultan’s Ransom’ (1989) και μετά από μια μακρά σιγή ετών επέστρεψε με το καλό Resist Or Serve του 2014 (την κριτική/παρουσίαση του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ από τον Νέστορα Παπακώστα). Στην τωρινή έκδοση των CLOVEN HOOF ανακαλύπτουμε μια διαφορετική πτυχή τους. Μουσικά ξεχάστε τα N.W.O.B.H.M. στοιχεία μιας και αυτό που ακούμε είναι ουσιαστικά μια μίξη Priest/Dio και παραδοσιακού αμερικάνικου Heavy Metal με κάποια power ή (λίγα) prog ψήγματα εδώ και εκεί. Η παραγωγή είναι καθαρή και σύγχρονη και τολμώ να πω πως στα πρώτα ακούσματα ο δίσκος μου φαινόταν πολύ γυαλισμένος και οι συνθέσεις κάπως άνοστες. Και μπορεί να μην μιλάμε για κάποιο αριστούργημα ή διαμάντι του είδους αλλά ειλικρινά ο δίσκος όσο τον ακούς τόσο πιο πολύ ανακαλύπτεις σημεία και τραγούδια που αγαπάς. Η φωνή του George Call θυμίζει σχεδόν Dickinson και οι κιθάρες αν και φλερτάρουν με τον ήχο των Judas Priest, βγάζουν προσωπικότητα και χαρακτηριστικό ήχο.  Από την προσωπική κουβέντα με τον Lee Payne (ολόκληρη η συνέντευξη εδώ) κατάλαβα πως αυτό ήταν κάτι σαν προσωπικό στοίχημα αλλά και επιθυμία του να βγει ένας ανάλογος ήχος σε αυτό το στυλ οπότε σεβόμενος αυτό αλλά και νιώθοντας ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορώ παρά να προτείνω ανεπιφύλακτα το άλμπουμ σε πιθανούς αγοραστές εκεί έξω. Ξεχώρισα τα ‘Neon Angels’, ‘Morning Star’, ‘Time to Burn’ και ‘Go Tell The Spartans’ με το εναρκτήριο ‘Star Rider’ (που κάθε άλλος παρά σαν κράχτης λειτούργησε σε μένα) να ηχεί αρκετά cheesy στα αυτιά μου…

4/6