Είναι κοινό χαρακτηριστικό όσων ασχολούνται με τις ακραίες εκφάνσεις της metal μουσικής και έχουν εντρυφήσει στο underground, να ‘την βρίσκουν’ με fanzine. Άλλωστε, ειδικά πρωτύτερα που η πρόσβαση στην πληροφορία ήταν περιορισμένη και τα ευρέως κυκλοφορίας ‘περιοδικά’ ασχολούνταν με στρατηγικά επιλεγμένα πράγματα, τα fanzine ήταν (και για τους ρομαντικούς σαν και μένα εξακολουθούν να είναι) αστείρευτο πηγάδι γνώσεων. Θα σε φέρουν σε πρώτη επαφή με κάτι που δε γνωρίζεις, θα σου προσφέρουν μια πιο εκ βαθέων ματιά σε συγκροτήματα και καταστάσεις που ήδη γνώριζες, θα μάθεις και κάποια απόκρυφη πληροφορία που αγνοούσες ως τώρα, όμως όπως και να έχει, είναι η καλύτερη συντροφιά για όσους έχουν δώσει τον εαυτό τους στην ακραία μουσική. Μια τέτοια κυκλοφορία είναι και το “Cult Never Dies – The Mega – Zine”.

Κυκλοφορώντας στα τέλη του 2016, έχοντας 268 σελίδες και σε format κανονικού βιβλίου, το “Mega – Zine”, φιλοξενεί 14 εγκάρδιες αποκλειστικές συνεντεύξεις, όπως των Reverend Bizarre, των Ancient, των Bal Sagoth και των In The Woods, μεταξύ άλλων. Αποτελεί την τέταρτη κυκλοφορία της Cult Never Dies και προφανώς κύριο μέλημα ήταν η σύγχρονη απόδοση συνεντεύξεων με το old school στυλ των fanzine του παρελθόντος.

Με ένα απλό ξεφύλλισμα, θα καταλάβει κανείς πως πρόκειται για μια κυκλοφορία με πολύ μεράκι, που βγήκε με κόπο αλλά και μπόλικο συναίσθημα. Και μόνο από το πλήθος των ερωτήσεων που απαντά έκαστος συνεντευξιαζόμενος, καταλαβαίνει κανείς πως όχι μόνο το fanzine αυτό αποτελεί αποτέλεσμα συγκεντρωμένης και παθιασμένης δουλειάς, αλλά είναι και εμφανώς διάχυτη η ανάγκη, θα μπορούσαμε να πούμε, να μεταλαμπαδευθούν ιστορίες και πληροφορίες στο ευρύ κοινό που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ το φως του ήλιου.

Βρήκα πολύ ‘χαριτωμένη’ την επιλογή του προλόγου πριν από κάθε συνέντευξη. Στα περισσότερα fanzine που έχω είτε στη συλλογή μου είτε έχουν πέσει ανά καιρούς στα χέρια μου, πριν από κάθε κριτική / παρουσίαση / συνέντευξη ήταν ελάχιστες οι πληροφορίες που έδινε ο κάθε συντάκτης. Συνήθως πήγαινε ασάλιωτο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ο  Dayal Patterson έχει προσθέσει αρκετές παραγράφους πριν περάσει στο κυρίως πιάτο. Πέρα από το γεγονός ότι σε προϊδεάζει για το τι μέλλει να ακολουθήσει, με τις προσωπικές ιστορίες που μοιράζεται μαζί σου (πως ήρθε για παράδειγμα για πρώτη φορά σε επαφή με το συγκρότημα, πως τους έμαθε, τι ένιωθε όταν άκουγε τον τάδε δίσκο) κάνει πολύ άμεση την ανάγνωση και σε κάνει να νιώθεις ένα με αυτό που διαβάζεις.

Πέραν τούτου όμως, εάν πραγματικά καθίσεις και ξεψαχνίσεις την κάθε συνέντευξη θα βρεις διαμαντάκια. Όχι γιατί ο έκαστος συνεντευξιαζόμενος δεν είχε τι άλλο να κάνει για να κρατήσει το ενδιαφέρον, αλλά γιατί όλες οι ερωτήσεις που γίνονται προδίδουν μια ιδιαίτερη προϋπάρχουσα τριβή και αγάπη προς τα συγκροτήματα, με αποτέλεσμα οι ερωτήσεις να είναι εξαιρετικά καίριες και να υπόσχονται κάθε φορά μια ζουμερή απάντηση που θα σου μείνει. Πολλές φορές αισθάνθηκα πως άνετα θα μπορούσα να βρίσκομαι εκεί την ώρα που γίνονται οι συνεντεύξεις, καθώς έπιασα αρκετές φορές τον εαυτό μου να φαντάζεται την επόμενη ερώτηση πριν πράγματι την δω γραμμένη. Καλύτερο πράγμα από την πνευματική και νοηματική αλληλουχία δεν υπάρχει όταν το ζητούμενο είναι να παρουσιάσεις υπό μια διαφορετική ματιά το εξεταζόμενο κάθε φορά συγκρότημα.

Στα πρακτικά ζητήματα του φανζινοβιβλίου, το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι μια δημιουργία του Dayal Patterson, ο οποίος μάλιστα έκανε τις συνεντεύξεις και έγραψε τα ενδιάμεσα κεφάλαια. Οι περισσότερες συνεντεύξεις πάρθηκαν μέσα στο 2015 και 2016, εκτός από αυτές των Indesinence και των Lychgate, που έγιναν από τον Frank Allain το 2016.

Αν και πυκνογραμμένο και μονότονο – με τη λογική ότι θα μπορούσαν να έχουν προστεθεί κριτικές ή άρθρα στον κύριο κορμό του βιβλίου – το Megazine μου πρόσφερε μια ιδιαίτερα ευχάριστη εμπειρία και αποτέλεσε και σύντροφός μου ακόμα και σε ταξίδια. It goes without saying που λέμε και στη Ροδόπολη Σερρών, ότι σίγουρα θα εκτιμηθεί από τους θιασώτες της σκοτεινής μουσικής που αναπνέουν για να εντρυφούν σε αυτά τα μουσικά σοκάκια. Σπουδαία προσθήκη στη βιβλιοθήκη κάθε συλλέκτη, ένα έργο για να μείνει στο χρόνο και να ξεφυλλιστεί από την επόμενη γενιά μουσικόφιλων μιας και βρίθει αξιοπιστίας και είναι γραμμένο με πραγματικό πάθος και αληθινή αγάπη προς την ίδια τη μουσική και τους αμέτρητους ακραίους μεταλλικούς υποστηρικτές της από όλο τον κόσμο.