Είδος: Doom/Progressive/Heavy Metal
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρία: High Roller Records
Έτος: 2017

Ο Mark “The Shark” Shelton πλέον θεωρείται ένας ζωντανός θρύλος της ακραίας μουσικής και του Heavy Metal άλλα μέχρι να φτάσει να έχει κατακτήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό η διαδρομή του μόνο εύκολη δεν ήταν. 40 χρόνια πριν όταν ξεκινούσε αυτό το ταξίδι από την Wichita του Kansas με τους Manilla Road τίποτα δεν προμήνυε την καθολική αποδοχή του κόσμου για την εσωστρεφή και άκρως επική μουσική του κατεύθυνση. Πέρα από κάποιους πιστούς ακολούθους του, που δεν θα θεωρούσα οπαδούς παρά συνοδοιπόρους σε αυτή την μοναχική πορεία, αλλά και κάποια underground fanzine που είχαν υποψιαστεί το μεγαλείο των Manilla Road οι υπόλοιποι απλά αγνοούσαν τον Shelton που έμενε στην σκιά των εμπορικών τάσεων που επικρατούσαν στον χώρο τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι Hellwell δεν αποτελούν την πρώτη του απόπειρα για solo project μιας και αν θυμάστε οι μεγαλύτεροι στα 1992 είχε ηχογραφήσει το The Circus Maximus μέσω της Black Dragon Records, άλλο αν το άλμπουμ κυκλοφόρησε υπό το όνομα των Manilla. Η εταιρία το πρόσθεσε για εμπορικούς καθαρά λόγους αν και ούτε αυτό το κόλπο έπιασε και ο δίσκος αγνοήθηκε τότε (η αρχική σκέψη ήταν το project να ονομαστεί Circus Maximus). 20 χρόνια αργότερα με την φήμη και το status του Shelton πια στα καλύτερα τους, στα 2012 λοιπόν, κυκλοφόρησε το πολύ καλό ‘Beyond the Boundaries of Sin’ από τους Hellwell. Ένα προσεγμένο άλμπουμ με 7 τραγούδια (με αυτό που έκλεινε το δίσκο να φτάνει σχεδόν τα 14 λεπτά διάρκεια) που κινούνταν σε 70’s ρυθμούς με αρκετά progressive στοιχεία αλλά βάση του μπόλικες Uriah Heep/Deep Purple αναφορές. Στο φετινό ‘Behind The Demon’s Eyes’ τα πράγματα αλλάζουν αρκετά. Η παραγωγή είναι πιο σύγχρονη, πιο καθαρή χωρίς να αφαιρεί τίποτα από την εφιαλτική ατμόσφαιρα που προσπαθούν να δημιουργήσουν τα πλήκτρα και τα synthesizer. Η θεματολογία ασχολείται λίγο περισσότερο με sci-fi ιστορίες ενώ η χρήση κάποιων brutal φωνητικών δεν προσθέτει κάτι αλλά ούτε και ενοχλεί. Τα τραγούδια σαν συνθέσεις είναι σίγουρα πιο τεχνικά από αυτά του ντεμπούτου και μάλλον πιο progressive, ενώ σίγουρα είναι πιο κοντά στον ήχο των Manilla Road (κυρίως εποχής ‘Crystal Logic’). Τα τραγούδια σαν μονάδες είναι σίγουρα καλύτερα και άνετα στεκόντουσαν σε κάποιο άλμπουμ των Manilla. Το ‘Necromantio’ είναι εξαιρετικό με τους ρυθμούς να ανεβαίνουν και το ταχύτατο σόλο και το κοπάνημα των ντραμς στην μέση του κομματιού να (φαντάζομαι) ξεσηκώνει τον ακροατή, ενώ το 13λεπτό ‘The Last Rites Of Edward Hawthorn’ είναι πραγματικά ύμνος. Επικό ρεφραίν, αλλαγές, τρομερή δυναμική, μελωδικά πλήκτρα, εφιαλτική ατμόσφαιρα ωδή στα horror movieς του ’50 και ’60, σχεδόν μαγική στην εισαγωγή, ά-ψο-γο! Γενικά υπάρχει διάχυτη μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια σύνδεση της μουσικής με ήχους από ταινίες του ‘50-‘60 με παρόμοια θεματολογία χωρίς φυσικά να γίνεται λόγος για concept άλμπουμ. Ξεχώρισα και το ‘The Galaxy Being’ και ‘Lightwave’, ενώ παρά τα 16 λεπτά του δεν κούρασε καθόλου το καλό ‘To Serve Man’. Ιδιαίτερη μνεία στο εκπληκτικό εξώφυλλο του Paolo Giraldi που έχει σημαδέψει τα τελευταία χρόνια το χώρο με την μοναδική δουλειά του.

4,5/6