Είδος: Ηeavy Metal
Χώρα: Γερμανία
Εταιρεία: Noise Records
Έτος: 1995

Είναι τουλάχιστον ηλίθιο να προσπαθήσει κάποιος να δώσει απάντηση στο ερώτημα «ποιος είναι ο καλύτερος Running Wild δίσκος». Όπως επίσης είναι μάταιο να προσπαθήσει κάποιος να πείσει έναν Running Wild οπαδό ότι η αγαπημένη μας μπάντα δεν είναι ότι καλύτερο έχει να παρουσιάσει ο άνθρωπος, σαν είδος, στην μουσική. Όπως επίσης θα πρέπει να γνωρίζετε όλοι εσείς, που οι Running Wild δεν είναι η αγαπημένη σας μπάντα, ότι βρισκόμαστε στην δυσάρεστη θέση ν’ανεχόμαστε τις «χοντροκομμένες» και άκομψες απόψεις σας κάθε φορά που συζητάμε για μουσική.

Κάνοντας αυτό τον μικρό και διαλλακτικό πρόλογο αισθάνομαι την ανάγκη να προχωρήσω στα της παρουσιάσεως.

1995. Μια χρονιά στα «χαλεπά» 90ies όπου η πλειοψηφία των μεγάλων συγκροτημάτων του metal απαρνούνται τον όρο, το grunge είναι το “in” του mainstream, οι μεταλλάδες φοράνε «καρό» πουκάμισα και πολλές από τις μπάντες των 80ies ή το διαλύσανε (μιας και, ε δεν ξέρετε, καλή η υποταγή στο Heavy Metal αλλά χωρίς φράγκα πόσο να το δοξάσεις) ή ακουγόντουσαν σαν τους Pantera. Όλοι; Σχεδόν. Βλέπετε, από τους «παλιούς» υπήρχε και μια μπάντα που αποφάσισε, το 1995, να βγάλει τον πιο «τσιτωμένο» δίσκο της .

Ναι, οι Running Wild, αμέσως μετά το αριστουργηματικό Black Hand Inn της προηγούμενης χρονιάς, έρχονται με το Masquerade. Ένας δίσκος που ξεκινά μια άτυπη θεματική τριλογία που πραγματεύεται την τελική μάχη μεταξύ του Καλού και του Σκότους. Στο Masquerade το Σκοτάδι ανασυγκροτεί τις δυνάμεις του για το τελικό χτύπημα έναντι σε κάθε τι ενάρετο. Στο φοβερό εξώφυλλο του Andreas Marshall βλέπουμε έναν πολιτικό, θρησκευτικό και στρατιωτικό ηγέτη να πετάνε το «ανθρώπινο» προσωπείο τους, φανερώνοντας την κτηνώδη μορφή τους. Στον λαιμό τους φέρουν τον αριθμό «έξι», συμβολική μεταφορά του «666», του σατανικού συμβόλου, και ενώνοντας τα χέρια τους δίνουν ζωή σ’ ένα δαίμονα. Πόσο πιο cool μπάσιμο στην ατμόσφαιρα και το θέμα του δίσκου;

Από πού να «πιάσω» αυτό τον δίσκο; Θα ξεκινήσω από τις πιο αδύναμες στιγμές του. Το Demonized (το οποίο είναι σχεδόν έπος, μόνο αν είχε καλύτερο κουπλέ), το “Black Soul” και το “Metalhead” είναι τραγούδια, στων οποίων το ύφος ο Rock’n’Rolf έχει παρουσιάσει πολύ καλύτερα δείγματα κατά καιρούς. Από’ κει και πέρα τι να αναλύσω; Να πάρω τον δίσκο τραγούδι προς τραγούδι; Να πω για την σκοτεινή ατμόσφαιρα του “The Contract”; Για την απόλυτη μουσική επένδυση του “Crypt Of Hades”; Ένα ορχηστρικό intro όπου καλύτερο έχουμε ακούσει σ’ ένα “Chamber Of Lies” και “The Curse” μόνο. Για το ομώνυμο; Μιλάμε για μια ξεκάθαρη Speed Metal επέλαση με καθηλωτικό κουπλέ και α-δι-α-πρα-γμά-τευ-το ρεφρέν. Η πειρατική θεματολογία είναι πάλι παρούσα με το απόλυτο αριστούργημα “Lions Of The Sea”, ένα τραγούδι στην γνωστή στιχουργική πατέντα του Rock’n’Rolf, ο οποίος χρησιμοποιεί την πειρατεία με «μεταφορικό» τρόπο αναφερόμενος στην ελευθερία του ανθρώπου. Κουπλέ, ρεφρέν, riffs; Απλά δεν έχω λόγια να περιγράψω την τελειότητα. Πάμε στο “Rebel At Heart”. Το κλασσικό Heavy Metal ζει μέσα σε αυτό το έπος. Πιο street αισθητική εδώ με φοβερό σόλο, «ξερό» metal/rocking riff και, φυσικά, υμνικό ρεφρέν.

Η δεύτερη πλευρά. Χμ. Η δεύτερη πλευρά….

Θα το θέσω αλλιώς. Φανταστείτε ότι καταλήγετε στο κρεβάτι με μια γυναίκα με την οποία κάνετε το sex της ζωής σας. Μάλλον, φανταστείτε ότι καταλήγετε στο κρεβάτι με μια γυναίκα με την οποία κάνετε το sex της ζωής σας ασταμάτητα στον βαθμό που «κόβονται» τα πόδια σας. Κάποια στιγμή τελειώνετε και, σαν ένα κλασσικό αντρικό καθίκι που είστε, ντύνεστε και προχωράτε προς την πόρτα. Αυτή ήταν η πρώτη πλευρά. Λίγο πριν προλάβετε να φύγετε αυτή η γυναίκα σας ψιθυρίζει, με μεγάφωνο, «φεύγεις τόσο σύντομα;», σας αρπάζει, σας σκίζει τα ρούχα και σας πετάει στο κρεβάτι, πάλι, ενώ σας φέρεται μ’ ένα ξιπασμένο και αδυσώπητο τρόπο. Αυτή είναι η δεύτερη πλευρά. Η λέξη δεν είναι τυχαία. Μόνο αδυσώπητη μπορεί να χαρακτηριστεί η δεύτερη πλευρά κάθε δίσκου που ξεκινά με το “Wheel Of Doom”, ένα Speed Metal μακελειό, η αδερφή ψυχή του ομωνύμου. Για το “Metalhead” τα είπαμε. Ωραίο mid tempo τραγούδι, σε καμία περίπτωση κακό αλλά δεν θα γίνει ποτέ “Dancing on a Minefield” ή “Fistful of Dynamite”. Kαι έρχεται το “Soleil Royal”, η φυσιολογική συνέχεια του “Privateer”. Kαι πάλι τα λόγια ωχριούν μπροστά σε αυτό το απόλυτο Heavy Metal αριστούργημα. Το ρεφρέν, το κουπλέ, η γέφυρα, η απόδοση της μπάντας, τα δίκασα του Jorg Michael, όλα απλά τέλεια. “Men In Black”. To riff του είναι μια πολύ καλή δικαιολογία για να ξεκινήσει κανείς το headbanging σε συνέδριο, στη δουλειά, στο σαλόνι, την ώρα που κοιμίζει το παιδί του… εχμ, βασικά είναι ένας πολύ καλός λόγος για να ξεκινήσει κάποιος το headbanging χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Και ,ναι, για τέλος έχουμε το “Underworld”. Τι να πει κανείς γι’ αυτό το αριστούργημα; Ο ιδανικός σκοτεινός επίλογος ενός σκοτεινού δίσκου.

Ξέρετε κάτι; Είναι η πρώτη φορά που γράφω τόσο μεγάλο κείμενο και έχω κουραστεί. Όχι τόσο γιατί είναι πολλές οι λέξεις, αλλά γιατί είναι κουραστικό να προσπαθήσει να αποτυπώσει κανείς το μεγαλείο αυτού του δίσκου μέσα σ’ ένα κείμενο. Μια παράκληση σε όλους εσάς που πιθανόν να έχετε ακούσει ότι οι Running Wild είναι μέχρι το “Death Or Glory”: κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και ακούστε αυτό τον δίσκο. Εδώ έχουμε την μπάντα στα πιο επιθετικά της, τον Rock’n’Rolf στα πιο «τσιτωμένα» του. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν αδιαπραγμάτευτο Heavy Metal δίσκο. Από την παραγωγή, το εξώφυλλο, το performance, τα τραγούδια όλα φωνάζουν μια και μόνο λέξη: «άφθαρτο».