Ήταν Κυριακή, τρίτη και τελευταία μέρα του φεστιβάλ. Οι Αθηναίοι βετεράνοι post-rockers Afformance με νέα διπλή κυκλοφορία στα μπαγκάζια τους ανέλαβαν να ανοίξουν τη συναυλία και να μας προϊδεάσουν ταυτόχρονα για το επερχόμενο release show τους. Ξεκίνησαν βάζοντας μας αργά αργά στο κλίμα τους με πιο electronica επηρεασμένες συνθέσεις παρέα με το drum machine τους και επιδόθηκαν σε πιο παραδοσιακά υψηλότερες εντάσεις αλλάζοντας διαρκώς όργανα μεταξύ τους και καλωσορίζοντας τα τύμπανα. Η συνεχής προσπάθεια εξέλιξης του ήχου τους είναι κάτι που μόνο θετικά μπορεί να δει κανείς και ανυπομονώ να την κατανοήσω εκτενέστερα εφ’ όλης της ύλης.

Ακολούθησε ο ιστορικός Σκωτσέζος Drew McDowall (ex-Coil),  για τη δεύτερη εμφάνιση του στην Αθήνα μέσα σε ένα χρόνο και κάτι ψιλά. Πιστός υπηρέτης της modular synth πρακτικής σε όλη του τη ζωή δεν αποφασίζει να αλλάξει και στις solo ambient προσπάθειες του για την Dais Records στο πνεύμα των οποίων κινήθηκε στη σκηνή του Fuzz με περίσσια αγάπη και όπως ο ίδιος αγαπάει να λέει “love is the law”. Υπήρξε ελαφρά πιο υποτονικός σε σχέση με το περσινό σετ του αντικαθιστώντας μερική ρυθμικότητα με επικέντρωση περισσότερο στο συνολικό χτίσιμο και την ηχητική συμπεριφορά. Θα το χαρακτήριζα ατυχές μόνο στο βαθμό που έδωσε την ευκαιρία στα γνωστά συναυλιακά πηγαδάκια να κάνουν αισθητή την παρουσία τους για άλλη μια βραδιά.

Το παρεάκι γνωστό κάποτε ως Techno Animal των κυρίων Kevin Martin (The Bug) και Justin K. Broadrick (μετρώντας την τρίτη του εμφάνιση στο φεστιβάλ) άλλαξε όνομα σε Zonal χωρίς παράλληλα να αλλάξει πολλά στην αισθητική του και μας έκανε να κουνηθούμε ως τρίτο act για τη βραδιά. Οι εντάσεις ανέβηκαν, ο καπνός (με τον οποίο ο κ. Broadrick έδειξε να έχει ιδιαίτερα καλές σχέσεις στη διάρκεια του τριημέρου) έπνιξε το club και το υβρίδιο industrial και trip-hop που ξέρουν καλά να παντρεύουν κέρδισε τον κόσμο που αισθητά αυξανόταν κατά τη διάρκεια του σετ τους. Πιστεύω πως θα δούμε πολλά από τους κυρίους στο κοντινό μέλλον, καθώς η όρεξη τους για μουσική φάνηκε ακόρεστη και σίγουρα μεταδοτική.

Δεν κατάφερα να προλάβω να δω τους Sonic Youth ζωντανά και μάλλον δεν θα καταφέρω να το ξεπεράσω. Για να είμαι ειλικρινής η εμφάνιση του Thurtson Moore και της παρέας του πίστευα πως θα είναι ένα ιδανικό υποκατάστατο αυτής της συναυλιακής μου έλλειψης, αλλά στάθηκα λανθασμένος. Ήταν σίγουρα ιδανική και σίγουρα όχι υποκατάστατο. Ο αγαπημένος Steve Shelley  συνέχισε τίμια το καθήκον του πίσω από τα τύμπανα και πλαισιώθηκαν από τους εξαιρετικούς Debbie Googe (My Bloody Valentine), η οποία κράτησε όλο το ‘συχνοτικό’ background στιβαρό έτσι όπως άλλωστε αρμόζει στην προϋπηρεσία της, και James Sedwards (Nought), ο οποίος ανέλαβε την πλειοψηφία των lead σημείων και η ικανότητες του ξεχώρισαν, ακόμη και πλάι στον αρχηγό του. Μιλάμε δηλαδή για μια μπάντα κατά το ήμισυ γνώριμη, αλλά τελείως διαφορετική όπως όφειλε να είναι. Παρουσίασε κομμάτια κυρίως από την τελευταία του δουλεία “Rock n’ Roll Consciousness” με εξαίρεση το “Speak to the Wild” από το προηγούμενο του δίσκο “The Best Day”, αλλά και το εμβληματικό encore του με το “Ono Soul” από τον πρώτο του προσωπικό (και αγαπημένο) δίσκο, το “Psychic Hearts”. Το highlight της εμφάνισης του παρά την μοναδική χάρη του πάνω στη σκηνή και τις γνώριμες συνθέσεις του ήταν παρόλα αυτά οι συνδετικοί κρίκοι του setlist μεταμφιεσμένοι σε ‘συχνοτικά’ ιντερλούδια κιθαριστικού αυτοσχεδιασμού συνοδευόμενα από μια μοναδική συνάθροιση ευφυΐας και παράνοιας και λεπτεπίλεπτων χειρισμών. Το the Thurston Moore band απέδειξε πως μερικές φορές ένα παραδοσιακό ροκ στήσιμο είναι το μοναδικό απαραίτητο στοιχείο για να εξερευνήσεις το μεγαλύτερο φάσμα του ήχου. Αρκεί να το θες…

Για το κλείσιμο του φεστιβάλ ανέβηκε στη σκηνή ο πλέον καθιερωμένος διαμορφωτής του ήχου, ο Αυστραλός Ben Frost, και αυτός για δεύτερη φορά στην Αθήνα μέσα στα τελευταία λίγα χρόνια. Η συνεργασία με τον μοναδικό, εκκεντρικό παραγωγό Steve Albini για την τελευταία του δουλειά, “The Centre Cannot Hold”, από την οποία ακούσαμε το βράδυ της Κυριακής σίγουρα του προσέφερε πολλά. Ακούραστα κατά όλη τη διάρκεια του σετ του παρενοχλούσε όλο τον εξοπλισμό που είχε στη διάθεση του έχοντας λόγο μέχρι και στο παραμικρό ηχητικό κύμα. Υπήρξε ταυτόχρονα αποδομητικός, ‘αρρυθμικός’, κινηματογραφικός  και συναισθηματικός. Η ήχοι της γης απελευθερώθηκαν, γιατί το κέντρο της δεν μπόρεσε να τους κρατήσει. Ιδανικό φινάλε.

Υ.Γ.: Ξέρω ότι αυτό δεν έχει να κάνει στεγνά με την ζωντανή ανταπόκριση, αλλά ορίστε τα 2 cent μου για το Fraternity of Sound Festival. Τα παιδιά της 3 Shades of Black ξέφυγαν από την διοργάνωση συναυλιών και εμείς δεν είδαμε απλά καλλιτέχνες που μας αρέσουν ή δε μας αρέσουν. Αυτό που συνέβη στα events μεταξύ των 26-29 Οκτωβρίου ήταν η εξαγωγή κουλτούρας, μιας κουλτούρας εκτίμησης και αγάπης προς τον ήχο σε όλες τους τις μορφές (ή τουλάχιστον στις περισσότερες) και αυτό ήταν κάτι πραγματικά σημαντικό και δύσκολο που πρέπει να εκτιμηθεί. Τώρα αν κάποια πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει αλλιώς, αν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα ή χειρότερα, αν θα ήθελες να ακούσεις άλλες μπάντες ή αν θα ήθελες μεγαλύτερη ομοιογένεια στο billing είναι σκέψεις μακριά από το νόημα. Το πείραμα πέτυχε και θέλουμε τη συνέχεια. Για την αδελφότητα του ήχου…