Συγγραφέας: Ανν Χάνσεν
Εκδόσεις:  Δαίμων του Τυπογραφείου
Σελίδες: 120

Τα βιβλία που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις «Δαίμων του Τυπογραφείου» αντί για barcode, φέρουν το εξής αναγνωριστικό κείμενο ως σήμα κατατεθέν: «…οι θεωρητικοί που δε ζουν μια εξεγερτική ζωή δε λένε τίποτα που να αξίζει να λεχθεί και οι ακτιβιστές που αρνούνται να σκεφτούν κριτικά δεν πράττουν τίποτα που να αξίζει να γίνει. Ριζοσπαστική θεωρία είναι η σκέψη που ολοκληρώνεται μέσα σε μια εξεγερτική ζωή και μαθαίνει να εκφράζεται με ακρίβεια αλλά και ρευστότητα. Όταν αναπτυχθεί κόβει σαν καλοακονισμένο μαχαίρι…».

Ετοίμαζα παρουσίαση της εμπλουτισμένης Β’ έκδοσης του βιβλίου «Με τη μάχη στο αίμα τους», που πραγματεύεται την λαϊκή βία στην προεπαναστατική Ρωσία για το χρονικό διάστημα 1905-1919 (ανήκει και αυτό το βιβλίο στις εν λόγω Εκδόσεις). Συνέλεγα πληροφορίες και είχα συγκεντρώσει παραπλήσιες εργασίες, όταν ένας καλός φίλος μού δώρισε τις «Οπλισμένες επιθυμίες» της Αν Χάνσεν και άλλαξε τα πλάνα.

Μεταφερόμαστε στις αρχές της δεκαετίας των ‘80ς. Προορισμός μας ο Καναδάς. Ένας αναρχικός χώρος διογκώνεται μέσα στο ευρύτερο κίνημα που αναδεικνύει ζητήματα για το περιβάλλον, τα πυρηνικά, τις φυλακές, τα δικαιώματα των ιθαγενών, την αλληλεγγύη ενάντια στην εκμετάλλευση των λαών του 3ου κόσμου. Από αυτό το χώρο μία τριμελής (πενταμελής στη συνέχεια) παρέα φίλων αποφάσισε ότι αφού το επίσημο κράτος αδιαφορεί για κάθε είδους ειρηνικές διεκδικήσεις, όφειλαν να αναλάβουν διαφορετικού είδους δράση. Και έστειλαν το μήνυμά τους με ένα πιο εμφατικό τρόπο. Με δυναμίτη.

Η Ανν Χάνσεν, μέλος της ομάδας «Άμεση Δράση» (ουδεμία σχέση με τη γαλλική Action Directe), αρκετά χρόνια μετά την καταδίκη της σε ισόβια, αποφασίζει να μοιραστεί τις αναμνήσεις της πλάθοντας μία μυθιστορηματικού ύφους αφήγηση βασισμένη εξ’ολοκλήρου σε πραγματικά γεγονότα (εξιστορεί σε παράλληλους χρόνους τόσο τη δράση της ομάδας όσο και τις πράξεις των διωκτικών αρχών). Είναι τόσο ευθύς, συντεταγμένος και δυνατός ο λόγος της, ώστε ο αναγνώστης είναι δεδομένο ότι θα αισθανθεί μέλος της ανταρτοομάδας που άνηκε η Ανν, θα νιώσει τις ίδιες ταχυπαλμίες με εκείνη μαθαίνοντας για τα περιστατικά μέσω της πληθώρας των πληροφοριών που αναφέρονται, θα κουραστεί και ο ίδιος σωματικά διαβάζοντας για την κλοπή των εκατοντάδων κιλών δυναμίτη (έρχονται κοινές εικόνες από το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» κατά τη διάρκεια της απαλλοτρίωσης πολεμικού υλικού από το Συκούριο),  θα ιδρώσει μαζί της ταξιδεύοντας πάνω σε 250 κιλά δυναμίτη (τόσα χρησιμοποιήθηκαν για να χτυπηθεί η καναδική εταιρία Litton που κατασκεύαζε τα συστήματα πλοήγησης των πυρηνικών πυραύλων Κρουζ – οι παλαιότεροι ίσως θυμάστε ένα σύνθημα που κυριαρχούσε την ίδια χρονική στιγμή στο ελληνικό κίνημα «Δεν θέλουμε τους Πέρσινγκ, δεν θέλουμε τους Κρουζ, δεν θέλουμε Ευρώπη γεμάτη με νεκρούς»), θα αναρωτηθεί που βρήκαν αυτοί οι νεαροί όλο τούτο το θάρρος να αμφισβητήσουν ενόπλως το κυρίαρχο σύστημα.

Ο Μπρεντ, ο Νταγκ, η Ανν, η Τζούλυ και ο Τζέρυ, θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη μίζερη ζωή τους, να μην αντιδράσουν ή, για να το θέσω διαφορετικά, να αντιδρούσαν έως εκεί που ήταν επιτρεπτό. Τότε ίσως σήμερα να απολάμβαναν τη ζωή του συμβιβασμένου νοικοκοιραίου που διηγείται στα παιδιά του τις χαμένες επαναστατικές ευκαιρίες των νιάτων τους. Γνώριζαν ότι ήταν απελπιστικά λίγοι και ελάχιστες οι δυνατότητές του. Ήξεραν ότι η «Άμεση Δράση» από μόνη της δεν θα άλλαζε την κοινωνία, ούτε θα έφερνε την επανάσταση. Μολοταύτα, αποφάσισαν να μην κοιτάνε απαθείς το φίδι, παρά να του ανατινάξουν τα θεμέλια. «Ελπίζαμε να δείξουμε στους ανθρώπους, ότι δεν πρέπει να επιτρέπουν στα όρια της νομιμότητας που ορίζονται από τους εξουσιαστές, να καθορίζουν το πώς και πότε θα διαμαρτυρόμαστε», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ανν.

Το βιβλίο (παρεμπιπτόντως, οι 120 σελίδες αποτελούν επιλογή του επιμελητή από τις 500 του πρωτότυπου και επιλέχτηκαν με γνώμονα να παρουσιαστεί ο πυρήνας από τις εμπειρίες της ομάδας) θέτει τα γνώριμα ερωτήματα που στο άκουσμα και μόνο ανάλογων δράσεων κάποιοι είναι έτοιμοι να ξεστομίσουν:

  • Ποιοι νομίζουν ότι είναι; Ποιος τους διόρισε αυτόκλητους τιμωρούς;
  • Δεν καταλαβαίνουν ότι με ένοπλες δράσεις πηγαίνουν πίσω το κίνημα;
  • Η επανάσταση πρόκειται να γίνει με ολιγομελής κλειστές επαναστατικές ομάδες;

Για να απαντήσει η Ανν με απλά λόγια (άλλωστε η απλότητα χαρακτηρίζει όλο το βιβλίο): «Αν αποδεχτούμε ότι όλες οι μορφές βίας είναι το ίδιο, τότε έχουμε συμφωνήσει στο να περιορίσουμε την αντίστασή μας στα αποδεκτά από το κράτος και τις εταιρίες. Παραμένοντας παθητικοί απέναντι στην σημερινή παγκόσμια, ανθρώπινη και περιβαλλοντική καταστροφή, δημιουργούμε ακόμα βαθύτερες πληγές από αυτές που προκαλούνται από τα λάθη που αναπόφευκτα θα κάνουμε αναλαμβάνοντας δράση.»

Πράγματι, η απάθεια όχι μόνο δεν πρόκειται να βοηθήσει παρά μόνο να επιδεινώσει τα προβλήματα. Εσφαλμένες εκτιμήσεις και λάθος κινήσεις θα συμβούν σε όλες τις ανάλογες της «Άμεσης Δράσης» ομάδες. Αλίμονο όμως. Λάθη δεν κάνει όποιος δεν πράττει τίποτα, όποιος εκ του ασφαλούς μονάχα φλυαρεί και κρίνει από απόσταση εκείνους που αναλαμβάνουν δράση. Οπότε σας παραπέμπω ξανά στο μικρό κείμενο που συνοδεύει τα βιβλία του «Δαίμων του Τυπογραφείου», εκεί ελλοχεύει η απάντηση για όσους διατείνονται ότι κάθε δράση είναι ανώφελη όταν από πίσω της δεν βρίσκεται το λαϊκό κίνημα. Ναι, ποιος δεν θα ήθελε η συγκεκριμένη ομάδα να μην είχε 5 αλλά 5.000 μέλη, ποιος δεν θα ήθελε αντί μεμονωμένων πράξεων σαμποτάζ να δει χιλιάδες λαού με όπλα στα χέρια να διεκδικεί την κλεμμένη ζωή του συγκρουόμενο με τους εξουσιαστές; Το ένα όμως δεν αναιρεί το άλλο. Η Άμεση Δράση, με τη μικρή διάρκειά της και τις ελάχιστες ενέργειές της, έδειξε ότι η θέληση, η αποφασιστικότητα και το θάρρος, σε συνδυασμό με το ιδεολογικό υπόβαθρο, αποτελούν τα θεμελιώδη συστατικά για τον ελεύθερο αγωνιζόμενο άνθρωπο. Άρπαξε το ιστορικό επαναστατικό νήμα και το ξετύλιξε μέχρι εκεί που μπόρεσε. Αν άφησε ένα δίδαγμα ως παρακαταθήκη, τότε θα μπορούσε να ήταν τούτο: «5 άνθρωποι, όσα τα δάχτυλα μιας παλάμης, κατόρθωσαν να θορυβήσουν την παγκόσμια πολεμική βιομηχανία, φανταστείτε ως που μπορούμε να φτάσουμε αν γίνουμε περισσότεροι.»

Συνηθίζω να χρησιμοποιώ τη φράση «Ούτε βήμα πίσω», ε, λοιπόν, υπάρχουν και οι άνθρωποι όπως η Ανν και οι σύντροφοί της που δεν αρκούνται σ’αυτό, αλλά αποφασίζουν να κάνουν το βήμα μπροστά, ακόμα και όταν γνωρίζουν ότι ο συσχετισμός δύναμης είναι αρνητικός, ακόμα και όταν ξέρουν ότι μετά δεν έχει επιστροφή. Και γι’αυτούς τους ανθρώπους τρέφω τεράστιο σεβασμό.

Νομίζω ότι ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να κλείσω την παρουσίαση είναι να παραθέσω σχεδόν αυτούσια την δήλωση της Ανν Χάνσεν στο δικαστήριο, λίγο πριν την ανακοίνωση των ποινών.

«Όταν κοιτάω πίσω στον τελευταίο ενάμιση χρόνο, αναγνωρίζω ότι πήρα ένα μάθημα. Όχι το είδος του μαθήματος που κάποιοι άνθρωποι θα ήλπιζαν να έχω πάρει. Περισσότερο μέσω της άμεσης βιωματικής εμπειρίας ξανάμαθα αυτά που κάποτε θεωρητικά μόνο κατανοούσα: ότι τα δικαστήρια καμία σχέση δεν έχουν με τη δικαιοσύνη και ότι φυλακή είναι το μέρος εκείνο όπου τιμωρούνται τα θύματα αυτής της κοινωνίας. Πολλά χρόνια τώρα είχα κατανοήσει ότι το σύστημα δικαιοσύνης ήταν στην πραγματικότητα ένα σύστημα αδικίας, τοποθετημένο μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Γνώριζα ότι το κοινοβούλιο είναι το μέρος όπου κάποιοι άνδρες φτιάχνουν νόμους υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων, των πλούσιων και του status quo. Οι αστυνομικοί προσλαμβάνονται για να επιβάλλουν τους νόμους, τα δικαστήρια δημιουργήθηκαν για να διώκουν αυτούς που παραβιάζουν το νόμο, οι φυλακές χτίστηκαν για να τιμωρούν τους ενόχους.

Η πίστη μου στο σύστημα δικαιοσύνης άρχισε να διαβρώνεται καθώς μεγάλωνα και έβλεπα τις μεγάλες εταιρίες να γδύνουν τους ανθρώπους, πουλώντας φθηνά κατασκευασμένα προϊόντα σε υψηλές τιμές, εταιρίες διαχείρισης φυσικών πόρων να ακρωτηριάζουν και να βιάζουν τη γη, κυβερνήσεις να παράγουν πυρηνικά οπλοστάσια ικανά να καταστρέψουν τη ζωή στη γη πολλές φορές, πορνογραφικά περιοδικά να θεωρούν φυσιολογικό και να προσδίδουν αίγλη στο βιασμό και τις σεξουαλικές επιθέσεις, τους ινδιάνους να μαντρώνονται στους καταυλισμούς για να πεθάνουν. Όλα αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι νόμιμα. Προστατεύονται και καθαγιάζονται από το κοινοβούλιο, τα δικαστήρια, το νόμο και την αστυνομία. Όλα αυτά ήταν πολύ λάθος για εμένα.

Στη φυλακή Oakalla όπου πέρασα τους τελευταίους 16 μήνες, είδα ότι το 70% των φυλακισμένων γυναικών είναι ινδιάνες αν και οι ινδιάνοι αντιπροσωπεύουν το 1% του συνολικού πληθυσμού. Το δυσανάλογο ποσοστό των φυλακισμένων ινδιάνων αντικατοπτρίζεται στον πληθυσμό των φυλακών όλης της χώρας και αντικατοπτρίζει το ρατσισμό της κοινωνίας μας.

Όλοι όσοι γνώρισα στη φυλακή είναι φτωχοί. Κανείς δεν κατέχει αυτοκίνητα, σπίτια, γη ή οτιδήποτε. Βρίσκονται εκεί επειδή υποχρεώθηκαν να διαπράξουν αδικήματα προκειμένου να επιβιώσουν σε μια κοινωνία που δεν έχει χώρο για αυτούς. Ποτέ δεν ήταν ιδιοκτήτες υλοτομικών εταιριών που βιάζουν και απογυμνώνουν ολόκληρα βουνά από τα δάση τους. Ποτέ δεν διακίνησαν πυρηνικά όπλα. Ποτέ δεν έκλεψαν πετρέλαιο από τη γη των αράβων για να το πουλήσουν σε κερδοσκοπικές τιμές στη Β. Αμερική.

Στην αρχή, όταν με συνέλαβαν, τρομοκρατήθηκα και περικυκλώθηκα από δικαστήρια και φυλακές. Αυτός ο φόβος παρείχε την πεποίθηση ότι αν έπαιζα το νομικό παιχνίδι, θα εξασφάλιζα μια μικρότερη ποινή. Ο φόβος συσκότισε την οπτική μου και με παραπλάνησε ότι θα μπορούσα να διαφύγω από το νομικό σύστημα. Αλλά οι τελευταίοι οχτώ μήνες της δίκης όξυναν την αντίληψή μου και ενδυνάμωσαν τις πολιτικές πεποιθήσεις μου, ώστε να δω ότι το νομικό παιχνίδι χειραγωγείται και οι πολιτικοί κρατούμενοι παίζονται με σημαδεμένη τράπουλα.

…….

Αντιλαμβάνομαι το γιατί ως τα τώρα συμμετείχα στη νομική διαδικασία, αν και θα έπρεπε, θέλοντας να είμαι τίμια ως προς τις πολιτικές μου αρχές, να έχω αρνηθεί να συμμετάσχω σε αυτή τη νομική τυμπανοκρουσία και απλά να δηλώσω τους πολιτικούς λόγους που με ώθησαν στις πράξεις μου. Μια και δεν το έκανα τότε, μπορώ να το κάνω τώρα. Τις δύο τελευταίες μέρες ακούσαμε να καταθέτουν ως μάρτυρες, ακτιβιστές που ασχολούνται με διάφορα ζητήματα. Μίλησαν αναλυτικά για τις προσπάθειές τους και τις προσπάθειες άλλων ομάδων, να αποτρέψουν τις δοκιμές των πυραύλων Κρουζ, της γραμμής Cheekeye-Dunsmuir και για να κλείσουν τα RHV. Νομίζω ότι έγινε αρκετά σαφές μέσω των καταθέσεών τους, ότι η κάθε υπόθεση εξάντλησε όλα τα νόμιμα κανάλια κοινωνικής διαμαρτυρίας. Ήταν ακριβώς επειδή δεν υπήρχε νόμιμος τρόπος για να σταματήσουν αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της γης, που ένοιωσα ότι πρέπει να χρησιμοποιηθούν παράνομες ενέργειες γι’αυτό τον σκοπό. Δεν ένοιωσα ότι απλά έπρεπε να το κάνω. Ένοιωσα ότι είχα καθήκον και ευθύνη να κάνω οτιδήποτε μου επέτρεπαν οι δυνάμεις μου για να σταματήσω αυτά τα εγκλήματα. Σ’αυτό το κρίσιμο σημείο της ανθρώπινης ιστορίας, έχουμε ηθική ευθύνη να σταματήσουμε τη κούρσα των εξοπλισμών, τη βίαιη πορνογραφία και την καταστροφή της γης. Αυτή η ηθική ευθύνη, κατά πολύ υπερβαίνει κάθε υποχρέωση για προσκόλληση στους νόμους.

Θα προτιμούσα να ζω ειρηνικά, αλλά όταν κοιτάω γύρω μου δε βλέπω πουθενά ειρήνη. Όπου και να κοιτάξω, η γη καταστρέφεται, οι ινδιάνοι υφίστανται γενοκτονία, οι λαοί του τρίτου κόσμου καταπιέζονται και σφαγιάζονται, οι άνθρωποι ζουν σε βιομηχανικούς σκουπιδότοπους, οι γυναίκες βιάζονται, τα παιδιά παρενοχλούνται. Ποτέ δεν θα μπορούσα να ζήσω ειρηνικά, θα μπορούσα όμως να ζήσω ήσυχα: εκείνο το είδος της ησυχίας που υπάρχει στα νεκροταφεία.

Αν και ήξερα ότι λίγες μαχόμενες ενέργειες άμεσης δράσης δεν θα έφερναν την επανάσταση, ούτε θα σταματούσαν τα σχέδια των αφεντικών, εντούτοις πίστευα ότι ήταν αναγκαίο το ξεκίνημα της ανάπτυξης ενός παράνομου κινήματος αντίστασης, ικανού για σαμποτάζ, απαλλοτριώσεις και δράση χωρίς αστυνομική επιτήρηση. Η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού κινήματος αντίστασης δεν θα γίνει σε μια βραδιά, απαιτεί δεκαετίες εξέλιξης. Πρέπει να ξεκινήσει όμως κάπου, ακόμα και με λίγα άτομα. Το αν θα αναπτυχθεί ή όχι, αν θα γίνει αποτελεσματικό και πετυχημένο, εξαρτάται από εμάς να το κάνουμε. Πιστεύω ότι αυτές οι ενέργειες άμεσης δράσης, συμπληρώνουν το νόμιμο ριζοσπαστικό κίνημα και υπηρετούν ένα σκοπό που αυτό δεν μπορεί να εκπληρώσει. Όχι ότι το νόμιμο κίνημα είναι αναποτελεσματικό. Αν και συχνά αποτυχαίνει στους αντικειμενικούς στόχους του, ωστόσο η δράση του ανεβάζει την συνείδηση των ανθρώπων. Το σημαντικό είναι, το «παράνομο» και το «νόμιμο» κίνημα να αλληλοϋποστηρίζονται, καθώς η δύναμή μας έγκειται στην ενότητα και την διαφορετικότητα.

…..

Η κυρίαρχη αξία αυτής της κοινωνίας μπορεί να περιοριστεί σε μία και μόνο λέξη: χρήμα. Κάθε ζωή σε αυτή τη γη, περιορίζεται σε αξία κέρδους από το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. Οι γυναίκες, τα ζώα, οι άνθρωποι του 3ου κόσμου και το περιβάλλον περιορίζονται στην αξία ενός προϊόντος και γίνονται αντικείμενα. Οι εργαζόμενοι αξιολογούνται για την παραγωγικότητά τους, οι γυναίκες ως σεξουαλικά αντικείμενα, τα ζώα ως φαγητό και γούνα, το περιβάλλον ως βάση πόρων. Αν κάποιο ζωντανό πλάσμα δεν έχει οικονομική αξία σε σχέση με το καπιταλιστικό σύστημα, τότε είναι άχρηστο.

……

Αποκαλούμαι τρομοκράτισσα (κάποια που θέλει να επιβάλλει τη θέλησή της με τη βία και την τρομοκράτηση). Δεν είμαι όμως τρομοκράτισσα. Είμαι ένα άτομο που αισθάνεται την ηθική υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε ανθρωπίνως δυνατό για να αποτρέψει την καταστροφή της γης. Εταιρίες όπως η LITTON, η B.C. HYDRO και η RHV είναι οι πραγματικοί τρομοκράτες. Είναι ένοχοι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και της γης, κι όμως είναι ελεύθεροι να συνεχίσουν τις παράνομες δραστηριότητές τους, ενώ αυτοί που αντιστέκονται και είναι θύματά τους, παραμένουν στη φυλακή. Με ποιο τρόπο εμείς, που δεν έχουμε στρατούς, όπλα, δύναμη ή λεφτά, θα σταματήσουμε αυτούς τους εγκληματίες προτού καταστρέψουν τη γη;

Πιστεύω ότι αν υπάρχει κάποια ελπίδα για το μέλλον, αυτή έγκειται στον αγώνα.»