Η αγάπη για την ‘ακραία’, μη συμβατική για τα δεδομένα της μάζας του σήμερα, κοινωνία, θα μπορούσε να παραλληλιστεί με την αγάπη ενός οπαδού / φιλάθλου για την ομάδα που υποστηρίζει. Στο Metal Invader πολλοί είμαστε αυτοί που κουμπώνουμε λίγο Slayer στα ηχεία μας πριν πάμε γήπεδο, έτσι για το καλό. Ίδιας ιδιοσυγκρασίας είναι και ο Ισοβίτης. Ένας άνθρωπος αληθινός, που κατάφερε να μιλήσει στις καρδιές χιλιάδων οπαδών εξιστορώντας γηπεδικές ιστορίες του παρελθόντος με χαρακτηριστική γλαφυρότητα. Ακριβώς επειδή υπάρχει μια ουσία που μας κάνει να νιώθουμε ιδιαίτερα κοντά στον Ισοβίτη οπαδικά και μουσικά, αποφασίσαμε να τον ενοχλήσουμε λίγο, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του “Μια εποχή στο Τσιμέντο”.

από τους Ελπίδα Χοκμετίδου και Γιώργο Τσέκα

Η χαρά του να σε φιλοξενούμε στο Metal Invader είναι ασυγκράτητη για διαφορετικούς λόγους, ωστόσο στο δικό μας μυαλό, απόλυτα συνυφασμένοι. Η αγάπη για την ομάδα (όποια κι αν είναι αυτή) σε συνδυασμό με την ακραία μουσική είναι αυτό που λέμε «η ζωή μας όλη». Επί του θέματος όμως… Σε γνωρίσαμε μέσα από το πανό ΙΣΟΒΙΤΕΣ και οι νεότεροι από το isovitis.gr. Πώς αποφάσισες να εκδόσεις σε βιβλίο το υλικό που είχες δημοσιεύσει εκεί;

Το υλικό του blog ήταν σκόρπιες ιστορίες από τις εμπειρίες μου, κυρίως στις εκδρομές και τα γήπεδα. Ξυπνούσα το πρωί, θυμόμουν κάτι και απλώς το έγραφα. Κι αυτό είχε τεράστια ανταπόκριση, η οποία με έπιασε απροετοίμαστο, καθώς δεν περίμενα σε καμία περίπτωση πως υπήρχε κόσμος να αφιερώνει τόσο χρόνο για να διαβάζει «σεντόνια» στο ίντερνετ. Θεωρούσα πως, βρισκόμενοι στην εποχή της εικόνας, του σύντομου στάτους και του λειψού χρόνου που έχουμε οι περισσότεροι, τα κείμενα θα παρέμεναν ανάμεσα στους πρώτους εκατοντάδες γνωστούς και φίλους. Περνώντας ο καιρός και καθώς τα κείμενα μεγάλωναν σε αριθμό, υπήρχε μία «απαίτηση» από όσους τα διάβαζαν να μεταφερθούν σε έντυπη μορφή. Βρέθηκε ο «Τόπος», με προσέγγισε πολύ όμορφα, έγινε το βιβλίο.

Προφανώς άλλο μπλογκ, άλλο βιβλίο σε αντικειμενική προσέγγιση. Παρόλα αυτά, ουσιώδεις διαφορές δεν υπάρχουν. Χειμαρρώδης και κυρίως ειλικρινής λόγος και στις δύο περιπτώσεις. Χρειάστηκε κάποιο edit ή μια επεξεργασία των κειμένων σου ώστε να μπουν στο βιβλίο;

Σαφώς. Αρχικά έπρεπε να επιλέξω μια σχετική θεματική, δεν ήθελα να φτιάξω μια συλλογή διηγημάτων. Με δεδομένο ότι ξεκίνησα να πηγαίνω στις εκδρομές στα τέλη του 1989 και έκανα μια στάση στα τέλη του 1999 λόγω στράτευσης, αλλά και την άγρια γοητεία αυτής της δεκαετίας, αποφάσισα να απομονώσω τα πρώτα μου δέκα χρόνια στα γήπεδα και να μιλήσω γι’ αυτά. Ξαναείδα τα πάντα, διόρθωσα, ταξινόμησα, ένωσα και -κυρίως- έκοψα κείμενα ώστε κάθε αναγνώστης, είτε ασχολείται με την μπάλα είτε όχι, να μπορεί να μπει στην πρώτη σελίδα και να βγει από την τελευταία νιώθοντας πως έχει διαβάσει ένα ολοκληρωμένο έργο. Φυσικά, γράφτηκαν άλλα τόσα κείμενα για να ενωθούν τα υπάρχοντα και να κυλάει η ανάγνωση με συνέπεια.

Πόσο αποκλειστικά Παοκτσήδικο είναι τελικά το βιβλίο;  Θα μπορούσε να το διαβάσει κάποιος Αρειανός ή Ολυμπιακός με την ίδια ευκολία με ένα αετόπουλο; Ουκ ολίγα τα παραδείγματα γνωστών και φίλων, οι οποίοι παρότι δεν ανήκουν στον λαό του ΠΑΟΚ, σε διαβάζουν ανελλιπώς.

Εγώ γράφω για μένα, τη ζωή μου και τις ζωές των ανθρώπων που με περιβάλλουν. Ποτέ δεν ένιωσα πως γράφω για τον ΠΑΟΚ, επειδή η ζωή μου είναι η κερκίδα του ΠΑΟΚ, ούτως ή άλλως. Ως Παοκτσής, είναι λογικό να βρίσκουν ευκολότερη πρόσβαση τα κείμενα σε συνοπαδούς μου. Αλλά έγινα Παοκτσής τον καιρό που ο απέναντι οπαδός ήταν απλώς ο απαραίτητος αντίπαλος για να γίνει το παιχνίδι, όχι υποψήφιο θύμα μου, όπως σήμερα. Αυτό πιστεύω πως είναι το κλειδί που αφήνω στην πόρτα για τους οπαδούς των άλλων ομάδων, πέρνα μέσα, δεν θα σε πειράξει κανείς. Και όσο αναπάντεχη ήταν η αποδοχή από τους δικούς μου συντρόφους, άλλο τόσο με εκπλήσσουν ακόμα τα μηνύματα των «άλλων», που βρίσκουν ταύτιση σε Παοκτσήδικες ιστορίες ζώντας τις σε πρώτο πρόσωπο, κάτι που ακούγεται σουρεαλιστικό αλλά συμβαίνει. Το βιβλίο πιστεύω πως θα το διαβάσει οποιοσδήποτε βάζει πρώτα την αγάπη για την ομάδα του και όχι το μίσος για τους αντιπάλους.

Ο βασικότερος πυλώνας της γραφής σου είναι οι απίστευες (ποσοτικά και ποιοτικά) λεπτομέρειες. Ως εκ τούτου, οι ιστορίες σου διακατέχονται από μια δυνατή αμεσότητα, κάνοντας όλους εμάς μέρος των εμπειριών σου. Αφενός, πως είναι δυνατόν να έχεις συγκρατήσει όλες αυτές τις λεπτομέρειες και αφετέρου πως νιώθεις που μπορείς και μιλάς στις καρδιές όσων σε (παρ)ακολουθούν;

Αυτό με τις λεπτομέρειες είναι ζωτικό. Ξεκινάς να γράψεις για μια εκδρομή και στη διαδρομή κολλάς δυο σελίδες με λεπτομέρειες άσχετες και άκυρες, αλλά αντιλαμβάνεσαι πως αυτές είναι που έχουν σημασία και σε ιντριγκάρουν να τις καταγράψεις. Ξεχνάς τι ήθελες να πεις. Συνεχίζεις με τις λεπτομέρειες, τις διυλίζεις όσο πάει επειδή αυτό σου αρέσει να κάνεις, σε διασκεδάζει που το φτάνεις στο δεν πάει άλλο και, τελειώνοντας, δεν έχεις γράψει για καμία εκδρομή αλλά για ένα περιστατικό που συνέβη με αφορμή την εκδρομή που είχες στο μυαλό σου αρχικά. Είναι αρρώστια, δεν μπορώ να μην το κάνω, έχω εμμονή με τη λεπτομέρεια και ειδικά με τις λεπτομέρειες αυτής της λεπτομέρειας, εκεί κρύβεται η μαγεία. Και δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω ούτε εγώ πώς τα θυμάμαι όλα αυτά. Πρόσφατα θύμισα σε έναν φίλο μου πως τον είχαμε παντρέψει με μια γειτόνισσα με κανονική τελετή, φορούσε η νύφη ένα τούλι από μπομπονιέρες κι εγώ έκανα τον παπά και έψελνα με όσα είχα ακούσει μικρός στην εκκλησία, κύριε ελέησον και τα σχετικά, αυτός με κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. Ήμασταν τεσσάρων, στο νηπιαγωγείο. Θυμάμαι τι φορούσαν, τι φορούσα (ένα μαύρο σάλι της μάνας μου για ράσο), τον σταυρό που είχα κλέψει από το εικονοστάσι για την τελετή, τα πάντα. Αλλά αν με ρωτήσεις τι έφαγα το πρωί δεν θυμάμαι. Δεν ξέρω αν «μιλάω στις καρδιές» των άλλων, αλλά σίγουρα μιλάω από την καρδιά μου.

isovitis1

Η απήχηση των κειμένων σου πιάνει όλες τις ηλικίες. Από ανθρώπους που τα έζησαν όλα αυτά ή έστω μέρος αυτών, αλλά και από ανθρώπους νεότερης ηλικίας. Θα μπορούσες να πεις πως το βιβλίο σου είναι για ένα ‘καταθετήριο’ για τους πολλούς αλλά και μέσω ζύμωσης για τους νέους; Θεωρώ πως το «Μια Εποχή στο Τσιμέντο» θα μνημονεύεται στον αιώνα τον άπαντα, χαχα.

Μπα, μια απλή μαρτυρία είναι, από έναν άνθρωπο που του αρέσει να γράφει ιστορίες. Μπορεί να μνημονεύεται για πάντα, μπορεί να ξεχαστεί αύριο, αλλά είναι ο δικός μου τρόπος να μιλήσω για όσα έζησα, είτε ενδιαφέρουν τους πολλούς είτε τους λίγους. Οι πρώτες αντιδράσεις μου δείχνουν πως παράγει έντονα συναισθήματα, πως βρίσκει ανταπόκριση το κρυμμένο νόημα στο βιβλίο πως όλα γίνονται στο όνομα της αγάπης, κάτι που δεν αποτελεί δημοφιλή εκδοχή του οπαδισμού, ίσως επειδή δεν δόθηκε συχνά ο λόγος στους ίδιους τους οπαδούς να την εκφράσουν.

Για τους πιο ρομαντικούς και από εμάς, ο ΠΑΟΚ και ο κάθε ΠΑΟΚ είναι το καταφύγιό μας, το αποκούμπι μας, μια ανάσα.  Για άλλους είναι παράνοια, αρρώστια, μια κλωτσιά προς την άβυσσο. Πολλά τα παραδείγματα εκατέρωθεν, καλά και καλά. Εγώ, είμαι κάπου στη μέση. Λίγο ψυχασθένεια, λίγο το φως στο σκοτάδι. Ο Ισοβίτης σε ποια κατηγορία ανήκει;

Εξαρτάται από το τι κουβαλάς μέσα σου. Αυτό που κουβαλάς, αυτό ψάχνεις να ξεφορτώσεις. Εγώ κουβαλούσα σκοτάδια, από μικρός, από τότε που με θυμάμαι. Ο ΠΑΟΚ μου έδειξε τον τρόπο να τα φωτίσω και όχι να τα ξεφορτώσω, σουτάροντας στις φλέβες μου ή σπάζοντας ή τρέχοντας μόνιμα από το ένα μπάχαλο στο επόμενο. Μου έδωσε μια βάση από ανθρώπους που με αποδέχτηκαν όπως είμαι, όταν δεν με αποδεχόταν κανείς. Με προφύλαξε από οτιδήποτε μπορούσε να μου κάνει κακό, επειδή η αλληλεγγύη και η προστασία του αδύναμου ήταν ορισμός συμπεριφοράς εκείνα τα χρόνια. Με τη σειρά μου, το έκανα κι εγώ για τους επόμενους. Ο ΠΑΟΚ, δηλαδή οι άνθρωποι που περιβάλλουν και ακολουθούν παντού την ομάδα και η ψυχοσύνθεσή τους, είναι ένα είδος πνευματικής κατάστασης που περιέχει όλα όσα αναφέρεις. Αρρώστια και αντίδοτο, άβυσσος και παράδεισος, χαρά και λύπη, όλα μαζί, παράλληλα, εφιαλτικά και ονειρικά. Συγκλονιστικά.

Κάνοντας μια στροφή στην κουβέντα, η μουσική πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην ζωή σου;

Η μουσική είναι ο μόνιμος διάλογος με τον εαυτό μου. Δεν νομίζω να υπήρξαν πολλές στιγμές που δεν τραγουδούσα από μέσα μου, ζω σε ένα μόνιμο σάουντρακ, με τον ήχο μιας κιθάρας να ριφάρει δαιμονισμένα κι ένα λαρύγγι να μου κάνει δεύτερα φωνητικά. Θα μπορούσες να πεις πως ακούω φωνές. Τώρα το έχω πάρει λίγο από την αρχή, επειδή έχω δύο παιδιά που δεν μπορώ να τα βάλω απευθείας στο κλίμα και ξεκινήσαμε από τα βασικά.

Έχεις σκεφτεί το ιδανικό σάουντρακ μια μελλοντικής επικείμενης κατάκτησης πρωταθλήματος ή έστω της πιο μεγάλης στιγμής που μακάρι να ζήσεις με τον ΠΑΟΚ;

Δεν νομίζω να ακούγεται τίποτα εκείνη την ώρα κάτω από τις κραυγές. Υποθέτω θα μας βάλουν κάτι ξενέρωτο ή τετριμμένο, ως συνήθως, οπότε δεν έχει και μεγάλη σημασία. Ιδανικά, το να έληγε ένα ματς, να μπουκάραμε μέσα για να σηκώσουμε τίτλο και να είχαμε και καλό ηχοσύστημα να μην ακούγεται σαν πανηγύρι στο χωριό μου, το Postmortem των Slayer θα ήταν ό,τι πρέπει.

Στα πούλμαν να φανταστώ υπήρχε μεγάλη γκάμα ακουσμάτων. Τι άλλαξε από τα 90’s μέχρι σήμερα όσων αφορά τη μουσική και το οπαδικό κίνημα;

Αυτό που δεν άλλαξε και δεν θα αλλάξει ποτέ είναι ο Απόστολος Νικολαΐδης, που δεν τον αντέχω πια, βγάζω σπυριά, φτάνει. Στην αρχή είχε πλάκα, τα πρώτα πέντε-δέκα χρόνια, αλλά βαρέθηκα να ακούω για πιτσιρικάκια και τα μαντάτα σου-σου-σου. Το Thrash της περιόδου 1985-1995 παραμένει κυρίαρχος, το ελληνικό ροκ έχει αντικατασταθεί με την Trance, ως βάση δεν έχει αλλάξει πολύ το πράμα με τη μουσική. Ούτως ή άλλως, ποπ ακούσματα δεν είχαμε ποτέ, οπότε οι μόδες δεν επηρεάζουν τη μουσική μέσα στο πούλμαν, αν και είχαμε αρκετά περίεργα κατά καιρούς. Δύο τύποι κατέβηκαν από πούλμαν στην Αυστρία και συνέχισαν με τρένο επειδή δεν άντεχαν τα σκυλάδικα κάποτε, είχαν πέσει σε περίπτωση. Τουλάχιστον όταν ήμασταν πιτσιρίκια έπαιζε Διονυσίου και Μητροπάνος όταν είχαμε επιβολή λαϊκού από τους μπροστάρηδες, όχι τόση φτήνια.

Βασικά θεωρείς πως υπάρχει οπαδικό κίνημα ή απλά ωραιοποιούμε τους χούλιγκαν;

Αν το συζητάμε σοβαρά, δεν υπήρξε ποτέ κανένα κίνημα τέτοιου είδους. Χρησιμοποιούμε τη φράση κάπως καταχρηστικά, για να περιγράψουμε το σύνολο τον ανθρώπων που πηγαίνουν στα γήπεδα, ειδικά στα πέταλα, τους οργανωμένους. Προσωπικά, θεωρώ πως κάθε κίνημα έχει απώτερο στόχο να μην υπάρχουν πλέον λόγοι να είναι κίνημα, δηλαδή να πετύχει τους όποιους στόχους του και να αυτοδιαλυθεί. Οι οπαδοί των ομάδων δεν έχουν τέτοιες αναζητήσεις, δεν πρόκειται ποτέ να πάψουν να είναι οπαδοί. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως οπαδική κοινότητα, αυτό ναι, έχει μια βάση. Σε αυτή την οπαδική κοινότητα υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν παρείσακτοι που ψάχνουν γιατρειά σε συμπλέγματα που κουβαλάνε, με συνέπεια να φτάνουμε στο «χούλιγκαν», το οποίο δεν χαρακτηρίζει τους άτακτους οπαδούς αλλά τους ανθρώπους με τέτοια νοοτροπία σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους. Χούλιγκαν δεν είναι κάποιος στο γήπεδο αλλά στην οδήγηση, στις κοινωνικές συνευρέσεις, στη δουλειά του, στην καθεμέρα του. Όταν θα έρθει στο γήπεδο θα παραμείνει χούλιγκαν, αλλά όχι επειδή φόρεσε ένα δίχρωμο κασκόλ. Φέρνει τα κόμπλεξ του στην κερκίδα, τα ξαναπαίρνει μαζί του όταν φεύγει, δεν ακουμπάει τους υπόλοιπους που τα έχουν βρει με τους εαυτούς τους.

Αντιπροσωπεύεις μια γενιά γεμάτη κακουχίες και πολυπρισματικες δυσκολίες (από γηπεδικής άποψης), ενώ παράλληλα αποτελείς ενεργό μέλος του οπαδισμού στις μέρες μας. Τι έχει αλλάξει και κατά πόσο οι αλλαγές αυτές βρίσκουν κοινωνικές απολήξεις και προεκτάσεις; Είναι τα γήπεδα πράγματι ο καθρέφτης της κοινωνίας;

Ο καθρέφτης της κοινωνίας μπορεί να είναι αυτοί που ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, δεδομένου ότι όλοι ασχολούνται με το ποδόσφαιρο, σε κάθε κοινωνικό στρώμα. Όπως ερημώνουν οι δρόμοι από ανθρώπους με ενέργεια και πρωτογενή σκέψη, έτσι ερημώνουν και τα γήπεδα, καθώς η μαυρίλα της εποχής τους οδηγεί σε καταφύγια μέσα στο σπίτι τους, στον καναπέ τους, απέναντι στο γυαλί, ηττημένους και φοβισμένους. Κάποτε ξέραμε πως ήμασταν ασφαλείς εκεί έξω, στους δρόμους, στα γήπεδα, στις πορείες, με την έννοια πως γνωρίζαμε όλους τους κινδύνους από πρώτο χέρι και πώς να τους αποφεύγουμε, είχαμε διδακτορικό. Τώρα κρύβεσαι σπίτι και στην πρώτη αναποδιά έξω θα την πατήσεις, δεν γνωρίζεις την έξοδο κινδύνου, η ασφάλεια του σπιτιού και της απάθειας είναι αυτοκαταστροφική στο μεγάλο πλαίσιο. Ό,τι αλλάζει κοινωνικά, αλλάζει και οπαδικά. Η οικονομία, οι πολιτικοί συσχετισμοί, η τεχνολογία. Κάποτε χτυπούσαμε κουδούνια για να ρωτάμε ποιος θα έρθει την Κυριακή, τώρα το συζητάμε στο messenger, για τον πυρήνα δεν έχει αλλάξει κάτι πέρα από το μέσο επικοινωνίας, αλλά η γενική εικόνα δείχνει πως όσο γίνεται πιο κυνικός ο κόσμος όπου ζούμε θα γίνεται δυσκολότερος και ο υπαρκτός ρομαντισμός.

Έχεις σκεφτεί ότι το δικό σου βλέμμα ίσως να ήταν η εξαίρεση στον κανόνα;

Αρχικά αυτό πίστευα. Κανείς δεν έχει γράψει με τέτοιο τρόπο για το συγκεκριμένο θέμα, τουλάχιστον από όσο γνωρίζω ως σήμερα, οπότε θεωρούσαμε πως ο κανόνας ήταν διαφορετικός. Συζητώντας τα κείμενά μου με τη βοήθεια των social media με μεγάλο αριθμό κόσμου που πήγαινε τότε στα γήπεδα, αντιληφθήκαμε όλοι πως βλέπαμε τα πράματα με το ίδιο βλέμμα. Αναδρομικά, δηλαδή, ο κανόνας ήταν αυτό που γράφω στο βιβλίο και όχι το αντίθετο. Βλέποντας τους εαυτούς μας και τις περιπέτειές μας από απόσταση, μόνο κοινά μπορείς να βρεις στο πώς αναπολούμε εκείνα τα χρόνια, άρα το ζούσαμε με το ίδιο πρίσμα. Η μυθολογία του άγριου χούλιγκαν επιστρέφεται στους κατασκευαστές της, δηλαδή στους τρομολάγνους αρθρογράφους κάθε εποχής.

Ποια είναι η αγαπημένη σου ιστορία μέσα στο βιβλίο;

Το «Μόρις». Δεν ξέρω πώς κατάφερα να αποδώσω αυτό το πράμα, όταν το είχα ξεκινήσει πίστευα πως θα βγει μια άχαρη περιγραφή μιας βαρετής μέρας σε έναν επαρχιακό δρόμο. Και δεν ξέρω αν όντως είναι από τα αγαπημένα των αναγνωστών, στο βαθμό που μου αρέσει εμένα. Όλα τα υπόλοιπα τα συζητάω, αλλά το «Μόρις» είναι το αγαπημένο μου δημιούργημα.

Πόσο διαφορετικό θα ήταν το βιβλίο αν εξιστορούσε νίκες και πρωταθλήματα;

Δεν θα έγραφα ποτέ ένα τέτοιο βιβλίο. Γι’ αυτά υπάρχει η Wikipedia και όσοι τρέφονται από νίκες και πρωταθλήματα, δηλαδή όσοι δεν μπορούν να κερδίσουν τίποτα στη ζωή τους παρά μέσω των άλλων.

Μήπως ο Σίσυφος ήταν μεγάλος Παοκτσής; Πόσο αυτοκαταστροφικός είναι ο λαός του ΠΑΟΚ;

Γράφει ο Καμί: «Αυτή η ώρα που είναι σα μια αναπνοή και ξανάρχεται το ίδιο σίγουρα με τη δυστυχία του, αυτή η ώρα, είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια απ’ τις στιγμές της, από τότε που αφήνει την κορυφή και κατευθύνεται σιγά-σιγά προς τις τρώγλες των Θεών, είναι υπέροχος μέσα στη μοίρα του. Είναι πιο δυνατός από το βράχο του». Δηλαδή η στιγμή που ο Σίσυφος παρατηρεί, σε λούπα, τη δυστυχία του να συμβαίνει προγραμματισμένα ξανά και ξανά, και την ακολουθεί δίχως να περιμένει τίποτε άλλο πέρα από την ήττα και τη νέα προσπάθεια για την επόμενη, σίγουρη ήττα, γίνεται δυνατότερος από την ήττα του. Η μόνη διαφορά των Παοκτσήδων με τον Σίσυφο είναι πως μερικές φορές πετάμε τον βράχο από μόνοι μας, ακόμα κι όταν τον έχουμε φτάσει ένα μέτρο από την κορυφή του βουνού. Μεγάλο Παοκτσάκι, Θύρα 4 ο Σίσυφος από αρχαιοτάτων χρόνων.

 

Με ποιας ομάδας νομίζεις πως είναι έστω σχετικά κοντά οι οπαδοί του Δικεφάλου σαν ιδιοσυγκρασία και γιατί;

Δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο. Ούτε στο αρνητικό του, ούτε στο θετικό του. Τέτοια παράνοια δεν μπορείς να συναντήσεις πουθενά, το λέω και ως Παοκτσής και ως παρατηρητής των Παοκτσήδων. Ρωτήθηκα κάποτε δημοσίως, σε μια συζήτηση για το οπαδικό, τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τους Παοκτσήδες από τους υπόλοιπους, γιατί πιστεύουμε πως είμαστε διαφορετικοί. Και απάντησα πως ούτε καλύτεροι είμαστε, ούτε αγαπάμε περισσότερο, ούτε πέσαμε σε κάποια κατσαρόλα με μαγικό οπαδικό φίλτρο. Κάνουμε για τον ΠΑΟΚ ακριβώς ό,τι κάνουν και οι υπόλοιποι οπαδοί, αλλά σε μεγαλύτερη ένταση. Για κάθε οπαδό άλλης ομάδας που κάνει κοπάνα από τη δουλειά του να πάει στο γήπεδο, υπάρχουν δέκα βλαμμένοι δικοί μας που κάνουν πρόλογο επί μέρες και εν τέλει ρίχνουν τύψεις σε εργοδότες και πελάτες σε περίπτωση που τους στερήσουν το ματς. Είναι η κουλτούρα της πόλης, είναι η κληρονομιά από τους προηγούμενους, είναι η μόνιμη κατάσταση του ταξιδιού επειδή τα μισά ματς γίνονταν στην Αθήνα και μας δυνάμωσαν, όλο αυτό μαζί. Ή και τίποτα από όλα αυτά, μπορεί να είναι καθαρή μαγεία, δεν αποκλείω τίποτα.

Θα μπορούσε το ποδόσφαιρο να αποτελέσει το πεδίο κάποιας αλλαγής στα κοινωνικά δρώμενα εδώ στην Ελλάδα όπως περίπου έγινε στην Κωνσταντινούπολη πριν λίγα χρόνια;

Το ποδόσφαιρο βρίσκεται κάτω από την μπότα της διαφθοράς εδώ και δεκαετίες, οι μόνες διαφορές που μπορεί να προξενήσει είναι αν το πετάξουμε στη θάλασσα και φτιάξουμε άλλο από την αρχή. Οπαδικά, αν επιστρέψουμε στα χρόνια της αλληλεγγύης, δηλαδή σε εκείνους τους άγραφους κανόνες των μαχών, που διαρκούσαν όσο υπήρχε ματς και τελείωναν τις υπόλοιπες μέρες όπου όλοι πίναμε καφέ στα ίδια στέκια και κάναμε παρέες στις γειτονιές και τα πάρκα, δηλαδή αν βρούμε μια χρονομηχανή, μόνο έτσι. Το να αποκτήσουμε πολιτική συνείδηση ως οπαδική κοινότητα σήμερα, όταν διαλύονται οι πολιτικές συνειδήσεις σε κάθε κοινωνική «τάξη», το βρίσκω απίθανο. Ποντάρω στη γενιά που έρχεται, την αδιέξοδη, σκεπτική και απεγνωσμένη για μέλλον γενιά των σημερινών εφήβων. Αν δεν πνιγούν στην παραίτηση και την απάθεια των σημερινών twenty-something, θα αλλάξουν τα πάντα. Και στα γήπεδα, και στον κόσμο όλο.

Μπορεί να υπάρξει ποδόσφαιρο χωρίς μετακινήσεις οπαδών; Πόσο σε διαμόρφωσαν τα ταξίδια και ο ‘πόλεμος’ στα εκτός έδρας παιχνίδια σαν χαρακτήρα;

Δεν μπορεί να υπάρξει ποδόσφαιρο-παιχνίδι, αλλά μπορεί να υπάρξει ποδόσφαιρο-προϊόν. Σε πολλές χώρες έχουν βρει τρόπο να το παντρέψουν και να αφήσουν επιλογή στον κάθε φίλαθλο, στην Ελλάδα είναι μονόδρομος. Κάτσε σπίτι, δες το στην τηλεόραση. Η γενιά μου δεν ένιωθε τίποτα διαφορετικό όταν ταξίδευε εκτός έδρας ή έμενε στην πόλη για ένα ματς, απλώς πηγαίναμε όπου έπαιζε ο ΠΑΟΚ. Υπήρχαν ιδιαιτερότητες σε κάθε αγώνα, αλλά δεν νιώθαμε πως κάναμε κάτι σπουδαίο επειδή διασχίζαμε τη μισή χώρα για δυο ώρες κερκίδας. Ούτε πολλούς «πολέμους» είχε, συνήθως τα πράγματα κυλούσαν όμορφα, αλλά για τα όμορφα δεν μιλάει κανείς επειδή δεν πουλάνε. Δυο-τρία ματς με ξύλο να είχε η χρονιά και το καλοκαίρι θα διαβάζαμε για τα «νέα μέτρα που θα πατάξουν τον χουλιγκανισμό». Πολύ απλά, επειδή είναι ανίκανοι ή βαριούνται να μας αστυνομεύσουν, βρήκαν τον τρόπο να μην μας αστυνομεύουν καθόλου: Μας απαγορεύουν να είμαστε στο γήπεδο.

Ποιο είναι το ιδανικό mixtape για οπαδική εκδρομή;

Αν είναι μακρινή εκδρομή, θα χρειαστούμε αρκετούς δίσκους, με mixtape δεν βγαίνει το ταξίδι. Και επειδή θα μου λάχει εμένα να κάνω τις επιλογές, θα τους αναγκάσω να ταξιδέψουν με τα εξής:

Slayer – Reign In Blood

Sepultura – Arise

Kreator – Coma Of Souls

Death – Spiritual Healing

Deafheaven – Sunbather

Gojira – Magma

Metallica – Kill ‘em All

Prodigy – Music For The Jilted Generation

Τρύπες – Στον Παράδεισο

Διάφανα Κρίνα – Έγινε Η Απώλεια Συνήθειά Μας

Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας – Ζεστά Ποτά

Και στο τέλος θα παίξει το I Fought The Law (And The Law Won) και θα κατεβούμε.

Τι νομίζεις πως άλλαξε όχι τόσο σε προσωπικό επίπεδο αλλά σαν οπαδική περσόνα του Ισοβίτη μετά την επιτυχία του βιβλίου και την τόση προβολή από ετερόκλητα μέσα;

Νομίζω πως η κυκλοφορία αυτών των εμπειριών ως πεζογράφημα μου έδωσε την ευκαιρία να αιτιολογήσω από την αρχή ως το τέλος ποιο ήταν το κίνητρο για όλα αυτά. Διαβάζοντας ένα τυχαίο κείμενο στο ίντερνετ μπορεί να γελάσεις, να κλάψεις, να χαρείς ή να θυμώσεις αλλά δεν μπορείς να έχεις άποψη για τους λόγους που οδήγησαν κάποιον να το γράψει. Διαβάζοντας το βιβλίο, θεωρώ πως μπορείς να έχεις άποψη. Απλωμένα είναι όλα, η ζωή μου, οι φίλοι μου, ο μικρόκοσμός μου. Η εκτόξευσή του εκτός του Παοκτσήδικου οπαδικού κόσμου έχει να κάνει, υποθέτω, με την -όποια- λογοτεχνική του βαρύτητα: Οι περισσότεροι που μου μιλούν για το Μια Εποχή Στο Τσιμέντο το αξιολογούν ως ένα λογοτεχνικό έργο, Παοκτσήδες ή μη. Θα μπορούσες να διαβάσεις μαρτυρίες ανθρώπων με περισσότερα χιλιόμετρα και σπουδαιότερες παρουσίες σε κομβικά στιγμιότυπα της οπαδικής πορείας στην Ελλάδα και να μάθεις περισσότερα ιστορικά γεγονότα, εγώ απλώς βρίσκω έκφραση για να βγάλω όσα έχω μαζεμένα στο κεφάλι μου με όχημα την κερκίδα, που με συναρπάζει και με βολεύει επειδή τη γνωρίζω και συνεχίζω να τη ζω μέχρι σήμερα. Συνεπώς, αυτό που θαρρώ πως άλλαξε είναι η επαναφορά του «Ισοβίτη» από περσόνα σε απλό ψευδώνυμο ενός τύπου που είναι ένας κανονικός άνθρωπος και λέγεται Νίκος.

Ο επίλογος δικός σου…

Πιάνοντας το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μου, η μόνη μου αγωνία είναι αν κατάφερα να μεταδώσω το πιο άγριο, πρωτόγονο και γνήσιο συναίσθημα που ένιωσα, από την πρώτη μου φορά ανάμεσα στους αγαπημένους μου τρελούς της κερκίδας, αυτό που με ξυπνάει τα πρωινά και με σέρνει ξοπίσω του μέχρι το ματς δίπλα στο σπίτι μου ή χίλια χιλιόμετρα μακριά: Την αγάπη. Όσοι παραμένουν καχύποπτοι ή ψάχνουν εξαιρέσεις για να επιχειρηματολογήσουν ενάντια στην αγάπη των οπαδών για την ομάδα τους είναι προφανές πως δεν κάθισαν ένα λεπτό να σκεφτούν ότι δεν μπορεί το μίσος να ελκύει τόσους ανθρώπους να κάνουν ταξίδια, να παρατάνε δουλειές, οικογένειες, σχολεία, να χαλάνε την υγεία τους και να μην μετανιώνουν ποτέ για όποια απόφαση έχουν πάρει κόντρα στη λογική αρκεί να βρεθούν σ’ ένα πέταλο. Μόνο η αγάπη μπορεί να το κάνει αυτό. Ή κάτι άλλο, ισχυρότερο από την αγάπη, που δεν έχουμε εφεύρει ακόμα λέξη για να το περιγράψουμε.