Αν και υπάρχουν φανατικότεροι αναγνώστες, στα όρια να χαρακτηριστούν οπαδοί των ‘Παγανιστικών Δοξασιών’ μέσα στο περιοδικό, περίμενα καιρό αυτή την συνέντευξη μιας και θεωρώ τιμή για το Metal Invader να έχεις στις τάξεις του έναν τέτοιο συντάκτη/συνεργάτη σαν τον Χρυσόστομο. Ο πρόλογος μάλλον περιττός…

Καλησπέρα Χρυσόστομε. Βρίσκω την ευκαιρία να απολογηθώ για την καθυστερημένη απόπειρα συνέντευξης παρουσίασης του βιβλίου. Αφενός δεν θέλαμε να καπηλευτούμε την δημοσιότητα που ευτυχώς έλαβε αυτό και αφετέρου θέλαμε να καταλαγιάσει αυτή η διάσταση viral σε μορφή επιδημία των καιρών μας που έτυχε η απήχηση του βιβλίου. Λέγοντας όμως των καιρών μας ξεχνάω πως η όλη ιδέα του βιβλίου και αυτών των διηγημάτων ξεκίνησε μέσω facebook. Πες μας περισσότερα για το πώς ξεκίνησε η όλη ιδέα.

–Καλησπέρα Γιώργο. Οι Παγανιστικές Δοξασίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κοινωνική πλευρά του διαδικτύου, όπου και πρωτοεμφανίστηκαν τον Ιούνιο του 2014 (ανήμερα θερινού ηλιοστασίου συγκεκριμένα) με τη μορφή facebook-ικής σελίδας. Η αρχική σκέψη ήταν η δημιουργία ενός εικονικού χώρου μέσω του οποίου θα παρουσίαζα ψηφίδες μιας Θεσσαλίας με τη μορφή που θα ήθελα από μικρός να είχε αυτή – ένα μέρος καλυμμένο με το μανδύα του υπερφυσικού και του παράδοξου, ένας τόπος βυθισμένος στο μυστήριο. Ξεκίνησα λοιπόν τη σελίδα με άλλα δυο άτομα, και μια διάθεση μυθοπλασίας η οποία εφάπτονταν αφενός στον τρόμο και κατά δεύτερον σε ένα υποδόριο (συνήθως) χιούμορ.

-Ο κόσμος προφανώς δεν ξέρει πως επειδή ακριβώς οι περισσότεροι  στην συντακτική ομάδα ήταν φανατικοί αναγνώστες της σελίδας έτσι έγινε η πρόταση συνεργασίας μας σε επίπεδο κριτικών για το Metal Invader. Ποιες άλλες πόρτες σου άνοιξε το βιβλίο αυτό;

–Υπάρχει μια υπόνοια θαρραλέου αντιεπαγγελματισμού στην παραδοχή σου πως πήρατε στην συντακτική ομάδα ένα άτομο για μουσικοκριτικό με μπούσουλα τις μικρές ιστορίες τρόμου που έγραφε! Σοβαρά όμως, είναι πολύ νωρίς για να εκτιμήσω τι πόρτες και ευκαιρίες παρουσιάζονται λόγω του βιβλίου. Όσον αφορά τη σελίδα, μια ήσασταν εσείς ως Metal Invader, και άλλη μια (και προφανώς άκρως σημαντική) ήταν αυτή που οδήγησε στις εκδόσεις Αντίποδες και την έκδοση του βιβλίου.

-Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με 47 ιστορίες λαογραφικές από την μία σε συνδυασμό με λογοτεχνία τρόμου. Πόσο εύκολο είναι να διατηρήσεις ανέπαφη την παράδοση ενώ την ίδια ώρα την παντρεύεις με το φανταστικό;

–Το κύριο μέλημά μου είναι να σέβομαι και να μένω πιστός σε αυτή τη δυναμικά μεταβαλλόμενη σκεπτομορφή που έχω στο μυαλό μου ως παραδοσιακή Θεσσαλία, και όχι σε μια άκαμπτη φαντασιακή κατασκευή που μπορεί να θεωρείται ως Θεσσαλική Παράδοση. Δεν με ενδιαφέρει να σεβαστώ κάτι που έχει εξιδανικευτεί και είθισται να θεωρείται (ρομαντικά και εν τέλει βλακωδώς) ως απρόσβλητο από την επιρροή της ιστορίας και της κοινωνίας. Το αντίθετο, με αυτό το μπόλιασμα προσπαθώ να αναδείξω το πώς μέσω της ενσωμάτωσης ποικιλίας επιρροών, ιδίως από μη προφανείς πηγές (όπως η λογοτεχνία φανταστικού/τρόμου στην προκειμένη, καθώς και οι πιο σκοτεινές πτυχές της σύγχρονης μουσικής), μπορούμε να καταλήξουμε σε μια παράδοση η οποία θα έχει κάτι να πει σε ένα πολυποίκιλο ηλικιακά κοινό. Για αυτό λοιπόν δεν τίθεται θέμα ευκολίας ή δυσκολίας όσον αφορά το αναλλοίωτο της παράδοσης – η πρόκληση βρίσκεται στο να συνδυάζω αρμονικά μια θύμηση από την φαντασιακή Καρδίτσα της παιδικής μου ηλικίας με την τέχνη του φανταστικού, κάτι που επειδή λίγο πολύ το έκανα -ασυνείδητα ή μη- από μικρός, νομίζω πως μου βγαίνει αρκετά αβίαστα.

-Η αφήγηση βασίζεται σε ατόφιες μυθοπλασίες της περιοχής που μπόλιασες με δικές σου επιρροές από βιβλία, ταινίες ή στίχους από τραγούδια ή αποτελεί 100% προϊόν δικής σου φαντασίας;

–Υπάρχουν και ατόφιες μυθοπλασίες της περιοχής, οι οποίες όπως σωστά αναφέρεις μπολιάστηκαν με τις δικές μου επιρροές, όπως και αρκετά πράγματα καθαρά δικά μου, που όμως ακόμη κι αυτά έχουν φιλτραριστεί μέσα από το πρίσμα της φαντασιακής Θεσσαλίας που αναφέρω άνωθεν. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα κράμα, τη σύσταση του οποίου οποίου δεν μπορώ να αποσυνθέσω σε ποσοστά. Θα έλεγα πως όσον αφορά το χτίσιμο του περιβάλλοντος βασίστηκα πολύ στο θεσσαλικό περιβάλλον, αλλά όσον αφορά την πλοκή των ιστοριών και τα πρόσωπα/δυνάμεις/πλάσματα που τις κατοικούν πάτησα αρκετά στη δικιά μου φαντασία.

Τα μέρη που διαδραματίζονται οι ιστορίες είναι πραγματικά. Ένιωσες την ανάγκη να τα επισκεφτείς ώστε να δώσεις μια ρεαλιστική νότα στο βιβλίο;

–Όλα τα μέρη του βιβλίου είναι πραγματικά (τουλάχιστον όσον αφορά χωριά, συνοικίες, και αρκετά τοπωνύμια δασών και κορυφών). Πολλά από αυτά τα ήξερα λόγω καταγωγής και θεσσαλικής ανατροφής, αλλά όχι, όσον αφορά επιτόπιες επισκέψεις σε μέρη που δεν είχα επισκεφτεί παρά μόνο μέσω ίντερνετ, δεν έγινε κάτι. Αφενός γιατί η ρεαλιστική νότα δεν ήταν κάτι που αποζητούσα, αφετέρου γιατί ζούσα στο εξωτερικό για μεγάλο διάστημα των 2 προηγουμένων ετών, οπότε και πρακτικά δεν ήταν εύκολο.

-Χρονικά που τοποθετούνται οι ιστορίες;

 –Το πάθος και η εμμονή της νεωτερικότητας με την ακριβή μέτρηση και στοιχειοθέτηση του χρόνου είναι κάτι που ήθελα ελαφρώς να αντιπαλέψω με τις Παγανιστικές Δοξασίες, οπότε και σε αρκετές από τις ιστορίες προτίμησα μια ασαφή, πιο παραμυθένια αίσθηση χρονικής τοποθέτησης. Από εκεί και πέρα, πολύ χοντρικά, οι ιστορίες καλύπτουν μια περίοδο αρκετών αιώνων, η οποία φτάνει μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και τις αρχές των ’00s (όπου διαδραματίζεται μεγάλο μέρος του Προοιμίου και της Αργιθέας που κλείνει το βιβλίο) έτσι ώστε να υπάρχει μια αίσθηση συνέχειας και επαφής με το τώρα.

-Η ελληνική παράδοση πόσο κοντά βρίσκεται με τα αντίστοιχα παραμύθια/μύθους των βόρειων ευρωπαϊκών λαών που συχνά συναντάμε στην παγκόσμια λογοτεχνία και στο κινηματογράφο;

–Παρόλο που υπάρχει αναμφισβήτητα αναγνωρίσιμος χαρακτήρας όσον αφορά την ελληνική παράδοση, μελετώντας μύθους και φολκλόρ των βορειοευρωπαίων, αλλά και των ενδιάμεσων γεωγραφικά λαών, εμφανίζονται ψήγματα σύνδεσης. Άλλωστε 2000 χρόνια ιστορίας και ζύμωσης έχουν αφήσει τη σφραγίδα τους σε αμφότερες τις υπό εξέταση παραδόσεις. Ένας κρίκος που κατά κάποιον τρόπο ενώνει τις δυο είναι η σλαβική παράδοση, η οποία και απλώνει πηχτή τη σκιά της στις σελίδες του βιβλίου. Ένας ξεκάθαρος φόρος τιμής σε αυτή είναι το «Μολόγα Δάσκαλε» που είναι επηρεασμένο από τη σοβιετική ταινία Viy (βασισμένη στο ομώνυμο έργο του Gogol).

-Ο Κορνήλιος Καστοριάδης έλεγε πως το η πιστή τήρηση των παραδόσεων και των εθίμων μας κάνει να μην  έχουμε κριτική στάση για το παρελθόν μας. Την γνώμη σου πάνω σε αυτό και ποια είναι η δικιά σου αντίληψη για την παράδοση;

 –Λίγο πολύ έχω απαντήσει παραπάνω σε αυτό το ερώτημα. Προφανώς συντάσσομαι με τον Καστοριάδη σε αυτό το ζήτημα, και ξαναλέω πως η στείρα ακολουθία μιας απολιθωμένης παράδοσης, αποκομμένης από την ιστορία και την κοινωνία καταλήγει σε κάτι με το οποίο δεν μπορεί να συντονιστεί ο άνθρωπος μιας εποχής διαφορετικής από αυτής της δημιουργίας του τάδε εθίμου. Οι παραδόσεις και τα έθιμα δεν εμφανίζονται από κάποιο πλατωνικό πεδίο (τουλάχιστον στη λειτουργική τους μορφή), αλλά διαμορφώνονται εν τέλει και μέσω του κοινωνικού και ανθρώπινου παράγοντα.

-Ποιες είναι οι μεγαλύτερες σου επιρροές λογοτεχνικά;

 –Η χρυσή περίοδος της λογοτεχνίας τρόμου (τέλη 19ου – αρχές 20ου αιώνα), δηλαδή Lovecraft, Poe, Machen, Blackwood, Ashton Smith, καθώς και η λογοτεχνία του φανταστικού με αιχμή τον Tolkien και τον Dunsany. Από νεότερους ο Barker και ο Ligotti. Επίσης τεράστια επιρροή μου άσκησαν τα λαογραφικά έργα του 19ου και 20ου αιώνα, με χαρακτηριστικότερο (αναφορικά με τις Παγανιστικές) τις Παραδόσεις του Πολίτη, καθώς και διάφορες μυθολογίες.

-Πόσα στοιχεία μουσικής μπορούμε να βρούμε μέσα στο βιβλίο; Από στίχους μέχρι κάποιο εξώφυλλο δίσκου που σε ενέπνευσε;

 –Αν δεν υπήρχε black metal οι Παγανιστικές θα ήταν πολύ πιο πεζές, ή πιθανότερα δε θα υπήρχανε καν. Η τάση για περιγραφική υπερβολή και για λατρεία του απόκοσμου (αλλά και ένα υπερβατικό θρησκευτικό αίσθημα δέους) που βρίσκεται στον πυρήνα του black metal απλώνεται σε όλη την έκταση του βιβλίου. Ακόμη και η επιλογή του εξωφύλλου δεν είναι τελείως ανεπηρέαστη από την αύρα του εξωφύλλου του “In The Nightside Eclipse”. Εντός των ιστοριών υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία εν είδει easter eggs που μπορεί να ανιχνεύσει κάποιος μαυρομέταλλος – οι De Mysteriis-ικοί ας ρίξουν μια ματιά στο «Καπηλειό στα Βάθη της Λάρισας».

-Συχνά διακρίνουμε μια μορφή χιούμορ στις ιστορίες. Πόσο εύκολα τράβηξες αυτή την κόκκινη γραμμή, ειδικά μέσω σχολίων στο fb,  που ξεχώρισε το τρολλάρισμα και την διακωμώδηση του εγχειρήματος από την σοβαρότητα και τον πραγματικό σκοπό του;

–Ειδικά στις αρχές της σελίδα το χιούμορ ήταν κάτι που χαρακτήριζε αρκετές δημοσιεύσεις/ιστορίες. Με το πέρασμα του καιρού όμως είδα πως ο κόσμος ανταποκρινόταν περισσότερο στις πιο «αγνές» όσον αφορά τον τρόμο ή την παραμυθένια μυσταγωγία ιστορίες, οπότε και αποφάσισα να κλίνω προς τα εκεί. Ένας ακόμη λόγος για αυτή την αλλαγή πλεύσης ήταν η προσπάθεια αποποίησης της έννοιας «τρολ σελίδα» από τις Παγανιστικές, μιας και ο όρος δεν ανταποκρινόταν σε αυτό που ήθελα να δημιουργήσω συνολικά μέσω της απόπειρας αυτής.

-Πως προέκυψε το εξώφυλλο με την πτήση των μαγισσών του William Holbrook Beard;

 –Εδώ μπαίνω σε λίγο πιο έμμεσο ρόλο, μιας και η Μάρω Κατσίκα είναι υπεύθυνη για όλα τα εξώφυλλα των βιβλίων των Αντιπόδων – λογικό όταν θέλεις ως εκδοτικός να έχεις ένα σχετικά κοινό πνεύμα αισθητικής. Η Μάρω μου παρουσίασε τρεις προτάσεις, εκ των οποίων εύκολα ξεχώρισα τη βασισμένη στο έργο του Holbrook, γιατί με αποτύπωνε τον αισθητικό πυρήνα του βιβλίου – μια σύμπλεξη παραμυθιού και τρόμου (η κοντινή μελέτη των μορφών των μαγισσών δεν αφήνουν περιθώρια περί του δεύτερου). Πέρα από αυτό, η ίδια η ιδέα του ιπτάμενου coven με εξίταρε, μιας και θρύλοι όπως αυτός του Άγριου Κυνηγιού (Wild Hunt) είναι από τους πλέον εμβληματικούς όσον αφορά το πόσο με έχουν συναρπάσει. Συν όπως προανέφερα τα συνειρμικά καμπανάκια που χτύπησαν με το “In The Nightside Eclipse”.

-Πες μου μερικά πράγματα για σένα, με τι ασχολείσαι;

 –Πρωτίστως με την αρθρογραφία (μουσική, κινηματογράφο, λογοτεχνία, PC-Games). Από εκεί και πέρα σε κάποιο βαθμό με τον προγραμματισμό και τη γεωγραφία (πράγματα που έχω σπουδάσει), με τη φωτογραφία και τα παιχνίδια ρόλων.

-Είσαι ενημερωμένος για τις ελληνικές κυκλοφορίες βιβλίων τρόμου; Νιώθεις ότι μπήκες σε έναν άλλο κόσμο πλέον πως ανήκεις σε έναν νέο χώρο;

 –Τώρα αρχίζω να κάνω τα πρώτα μου βρεφικά βήματα στην εγχώρια λογοτεχνική σκηνή, μιας και μέχρι προ ελαχίστων ετών σνόμπαρα χωρίς ουσιαστικό λόγο την ελληνική παραγωγή. Αυτά που μπορώ να προτείνω σίγουρα μέχρι στιγμής είναι τα έργα του Κωνσταντίνου Κέλλη, καθώς και αυτά (κάπως παλιότερα βέβαια) του Γιώργου Μπαλάνου. Πιστεύω πως σε κανένα χρόνο θα μπορώ να παραθέσω πολύ περισσότερα ονόματα, μιας και από ότι έχω καταλάβει ο χώρος ανθίζει τα τελευταία χρόνια. Όσον αφορά το αν μπήκα σε άλλο κόσμο, δε θα το έλεγα, μιας και νομίζω πως λίγο πολύ υπάρχουν κοινές αφετηρίες και ερεθίσματα σε όσους ασχολούμαστε με το συγκεκριμένο είδος, οπότε και βρέθηκα σε γνώριμα εδάφη.

-Ποια είναι τα επόμενα βήματα σου;

–Σε πρώτη φάση υπάρχει στον άμεσο ορίζοντα μια μετακόμιση προς Αυστραλία για τα επόμενα λίγα χρόνια, οπότε και το μέλλον κρίνεται ως ελαφρώς ρευστό. Αναφορικά με τη συγγραφική μου παραγωγή, ευελπιστώ πως θα συνεχιστεί, είτε με κάποια μετάφραση σύγχρονου έργου στα ελληνικά, είτε/και με το επόμενο δικό μου βιβλίο, για το οποίο όμως δεν έχω κατασταλάξει κάπου (ούτε καν αν θα είναι μυθιστόρημα ή συλλογή διηγημάτων), πέρα από το ότι θα είναι κάτι που θα άπτεται του παράδοξου/απόκοσμου στοιχείου.