Η δεύτερη μέρα του φεστιβάλ ξεκίνησε αισίως με το alter ego των Φιλανδών Circle, τους οποίους απολαύσαμε την προηγουμένη, τους αισθητά πιο υποτονικούς και ταπεινούς Pharaoh Overlord. Το έντονο ζωντανό τους παρουσιαστικό έδωσε τη θέση του στην ευλαβική αφοσίωση τους στην υπνωτιστική επανάληψηη των ψυχεδελικών ήχων τους και στην εξελικτική ηχητικά διάθεση στο συνεχές του σετ τους. Η ατμόσφαιρα γέμισε χρώματα και επικράτησε μια εύφορη ηρεμία στο χώρο. Σίγουρα μου άνοιξαν την όρεξη για τη συνέχεια.

Είχε έρθει η σειρά των αγαπημένων μου ντόπιων Omega Monolith. Πρέπει να ήταν η τρίτη φορά που είχα τη χαρά να τους απολαύσω και ίσως η αγαπημένη μου. Το ορχηστρικό duo είναι γνωστό για τον χειρουργικά άψογο ηχητικό χειρισμό του εξοπλισμού του και την παραγωγή άριστης ποιότητας ηχητικών τοπίων που εκτείνονται από μελωδικές αρμονικές συνθέσεις σε καταιγιστικά sludge θέματα που ξεχειλίζουν παραμόρφωση. Και αυτή τη βραδιά κάνανε αυτό που ξέρουν καλά, παρόλα αυτά ήταν διαφορετική. Η ανωτέρου επιπέδου ηχητικές δυνατότητες του club τους έδωσαν την ευκαιρία να φτάσουν τον ήχο τους ακόμη ένα βήμα παραπέρα όντας παράλληλα πεντακάθαρος και τεράστιος σαν καμία άλλη φορά. Τα μεγάλα stage είναι σίγουρα φτιαγμένα για αυτούς. Αδιαμφισβήτητα από τις αγαπημένες μου στιγμές του τριημέρου.

Τρίτοι ανέβηκαν στη σκηνή οι εκ Μεγάλης Βρετανίας ορμώμενοι, Ghold, μέρος του νέου κύματος ανερχόμενων μπαντών από το μεγάλο νησί στα πλαίσια του ψυχεδελικού sludge (βλέπε OHHMS, Slabdragger, Mammoth Weed Wizard Bastard κλπ), αλλά με μια χαρακτηριστική νεανική αλητεία να τους χαρακτηρίζει. Ευχαριστήθηκα ιδιαίτερα τους πετυχημένους συνδυασμούς των πνιγμένων στο reverb φωνητικών και των τριών μελλών του συγκροτήματος (κιθάρα, μπάσο και τύμπανα) και δίνω τα εύσημα μου στον εξαιρετικό ήχο στο μπάσο που υπήρξε και η ραχοκοκαλιά της μπάντας. Ενώ είμαι οπαδός των εκκωφαντικών εντάσεων, πιστοί υπηρέτες των οποίων υπήρξαν και οι υποφαινόμενοι,  η υπερβολικά διαπεραστική χροιά της κιθάρας μου άφησε μια κάπως πικρή επίγευση, αν και δεν στάθηκε ικανή για να χαλάσει τη συνολική τους εικόνα. Έδωσαν ένα τίμιο live και αποτέλεσαν την ιδανική γέφυρα για να περάσουμε στο πιο σκληρό μέρος της βραδιάς.

Δεν πίστευα ότι θα ερχόταν ποτέ αυτή η στιγμή, αν και οι ελπίδες μου γεννήθηκαν ξανά όταν ανακοίνωσαν το νέο τους δίσκο, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τελικά χάρη στην αδελφότητα. Ήταν γεγονός και οι Unsane βρίσκονταν πλέον μπροστά στα μάτια μου στη σκηνή του Fuzz. Απλά και λιτά, χωρίς μηχανές καπνού και εξεζητημένο φωτισμό, αποτυπώθηκε πεντακάθαρα μέχρι και η παραμικρή λεπτομέρεια στην έκφραση της αστικής αλητείας και παράνοιας των νεοϋορκέζων. Τα χρόνια εμπειρίας στο σανίδι ήταν εμφανή καθώς μιλάμε για ένα από τα τιμιότερα και πιο ειλικρινή live που έχουν δει τα μάτια μας, όπως περίτρανα απέδειξε το καπέλο του Chris Spencer στάζοντας ιδρώτα σαν βρύση. Έδειξαν ξεκάθαρα πως τρία άτομα είναι υπέρ αρκετά για να αποδώσουν την απαραίτητη ένταση και ο τυχερός αριθμός τρία (3) δεν είναι καθόλου τυχαίος στο αγαπημένο ιδίωμα του noise rock, όπου μινιμαλισμός και υπερβολή συναντιόνται υβριστικά ως προς τη σημασία τους. Περίτρανο παράδειγμα και όνομα αυτού, Unsane. Ξεχώρισε ιδιαίτερα στη διάρθρωση του σετ τους η συνοχή του setlist που επέλεξαν και η σύνδεση των κομματιών με στρώσεις feedback και ρυθμικής αρχιτεκτονικής. Έγινε ένα λαθάκι από τον κύριο Signorelli το οποίο αντιμετωπίστηκε με χιούμορ από τον Spencer, αλλά φαντάζομαι πως όλ@ του το συγχωρούμε. Φάνηκαν να καταευχαριστιούνται την πρώτη τους επίσκεψη στην Αθήνα, κάτι που σίγουρα κάναμε και εμείς σημειώνοντας τη δημιουργία του μοναδικού pit του φεστιβάλ. Το “Scrape” δεν θα σβήσει ποτέ από τη μνήμη μου.

Το τέλος της βραδιάς σημάδεψαν οι Godflesh του πολυμήχανου Justin K. Broadrick. Ήταν επίσης πρώτη φορά για τους Άγγλους στην Αθήνα, κάνοντας το πακέτο της δεύτερης μέρας ιδανικό για τους φαν του ακραίου ήχου. Για μένα προσωπικά ήταν ακόμη μια επιθυμία που εκπληρώθηκε και με το παραπάνω. Τα πράγματα στο στήσιμο της μπάντας ήταν αρκετά διαφορετικά αυτή τη φορά, αλλά με εξίσου γοητευτικό τρόπο. Έντονος καπνός και πληθωρικός φωτισμός πλαισίωσε τη δυάδα και το διάσημο drum machine, μπαίνοντας με το εμβληματικό “Like Rats”. Επιδόθηκαν σε ένα λυσσασμένο σετ με αρκετά αγαπημένα κομμάτια το ένα μετά το άλλο όπως τα “Christbait Rising” και “Streetcleaner” και ένα γιγάντιο wall of sound να τους υποστηρίζει, ενώ η βιομηχανική αισθητική του drum machine έκανε την εμφάνιση τους μοναδική. Πάντα πίστευα πως οι Godflesh θα είναι μια από τις μπάντες που δεν υποκύπτουν σε encore και ενώ στη διαπίστωση πως θα το κάνουν μου κακοφάνηκε, διαψεύστηκα με μεγάλη μου χαρά, γιατί όσο και να παίζανε δεν θα ήταν ποτέ αρκετό.

Υ.Γ.: Για την ιστορία, το encore ήταν: “Life is Easy”, “Mighty Trust Krusher”& “Veins”.