Στον κυκεώνα των επανενώσεων που συμβαίνουν ακατάπαυστα στην ροκ σκηνή, είναι και μερικά τα οποία για χρόνια ανήκαν στη σφαίρα της φαντασίας, ήταν ευσεβείς πόθοι ή άπιαστα όνειρα. Αν και διαφαινόταν μετά από τις πολλαπλές συνεργασίες των μελών που είχαν αποχωρήσει πριν χρόνια, το νέο της επανένωσης των Helloween με τον Michael Kiske και τον Kai Hansen, δεν χαιρετίστηκε απλά από την μέταλ κοινότητα, αλλά τους επανέφερε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, τουλάχιστον όσον αφορά τις φετινές περιοδείες. Αυτό δεν ήταν μια απλή επανένωση μελών, ήταν και οπαδών που τους είχαν αφήσει για χρόνια, της αίγλης που τους συνόδευε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 και της αγνής μαγείας που μεταμορφώνει κολοκύθες σε ροκ μουσικούς και τους αφήνει να ροκάρουν τα βράδια.

Τα νέα διαδόθηκαν, η περιοδεία στήθηκε με το όνομα Pumpkins United και με τη συμμετοχή των Andi Deris και Sacha Gerstner να κάνουν τα πράγματα ακόμα πιο ενδιαφέροντα και ένα τεράστιο σετλιστ με κομμάτια που πρόβαραν που κυκλοφόρησε επίσημα με έκαναν να αναρρωτιέμαι πόσο ψηλά μπορεί να μπει ο πήχης. Τα πρώτα βίντεο από τις συναυλίες στη Λατινική Αμερική ήταν διχαστικά. Από τη μία τα σκηνικά, η γιγαντοοθόνη και κυρίως το τρίωρο σετλιστ με αδιανόητες κομματάρες έκαναν τα μάτια μου να γυαλίζουν, από την άλλη η προβληματική απόδοση του Kiske και οι υπόνοιες για πλέιμπακ έφερναν γκρίνια. Το θέμα λύθηκε με την ειλικρινή δήλωση του Hansen για την αναγκαιότητα τεχνικής βοήθειας λόγω αρρώστιας του Kiske και μετά από αυτό το μόνο που έκανα είναι να μετράω μέρες.

Είχα δει τους Helloween την πρώτη φορά που είχαν έρθει στην Ελλάδα το 1998 και δεν ήταν ρόδινα. Ο ήχος ήταν χάλια, ο Weikath βαριόταν τη ζωή του και δεν το διασκεδάσαμε όσο θα έπρεπε. Δισκογραφικά το συγκρότημα για μένα δεν κυκλοφόρησε κάτι αξιόλογο μετά το The Dark Ride (2000), οπότε για χρόνια τους είχα αφήσει και ζούσα με την αναπόληση του ένδοξου παρελθόντος. Έλα όμως που ήρθε η ώρα να το δω μπροστά μου περίλαμπρο, αν και ελαφρώς υπέρβαρο και με βαμένα, ψεύτικα ή και καθόλου μαλλιά, αλλά ποιος νοιάζεται αλήθεια; Ούτε το ψόφιο βερολινέζικο κοινό με ένοιαζε, ούτε αν γύρω μου είχα μπαρμπάδες, ζευγάρια ή περαστικούς που τους χάλαγε η αγριοφωνάρα μου και τα μουδιασμένα από το μόνιμο τέντωμα χέρια μου. Η κουρτίνα έπεσε ενώ ήδη είχε ξεκινήσει το Halloween κι εγώ είχα βρεθεί 20 χρόνια πίσω στο χρόνο και μέσα στο δάσος του βίντεο κλιπ. Και το έπαιξαν ολόκληρο διάολε, με Kiske και Deris να εναλλάσονται στα φωνητικά και να μην πιστέυω αυτό που γίνεται. Πάνω που άρχισα να σκέφτομαι ότι και τώρα να φεύγανε θα ήμουν ευχαριστημένος έσκασε το Dr. Stein με τον τρελογιατρό και τα πλάσματά του να χορεύουν στην οθόνη. Εκεί πια είχα αρχίσει να θυμάμαι βήμα βήμα τη διαδρομή μετά το σχολείο με το ρεφρέν καρφωμένο στο μυαλό, να αφήνω τη βελόνα στον δίσκο και να χάνομαι στον φανταστικό κολοκυθόκοσμο. Ι ‘m Alive και η καταβύθιση στα εφηβικά χρόνια είχε ολοκληρωθεί. Η ενέργεια, το πάθος, ο ενθουσιασμός, η αθωότητα. Όλα σε ένα κομμάτι και ο Kiske να κάνει παπάδες.

Τα επόμενα δύο κομμάτια, το If I Could Fly και ακόμα περισσότερο το Are You Metal? ήταν η αναγκαστική προσγείωση στην πραγματικότητα και η κατάλληλη ευκαιρία για ανεφοδιασμό αλκοόλ, διατάσεις και οτιδήποτε άλλο. Την ίδια στιγμή, κι ενώ αρκετοί αντιδρούσαν λες και αυτά ήταν τα κομμάτια που περίμεναν να ακούσουν, η τουαλέτα ήταν σημείο μάζωξης ημιμεθυσμένων παλιακών με ραφτά στα πέτσινα και το ίδιο βλέμμα που έλεγε πως εδώ έχουμε έρθει για να ακούσουμε τα έπη, όχι τα φτηνά υποκατάστατα. Μετά Rise And Fall, το πιο χαβαλετζίδικο κομμάτι που έχουν γράψει ποτέ και ξανά δυο κομμάτια από την μεσαία εποχή, πιο συμπαθητικά αυτή τη φορά, τα Waiting For The Thunder και Perfect Gentleman με τον Deris να παίζει με το κοινό και να το ξυπνάει προσωρινά. Τι να συγκριθεί όμως με αυτό που ακολούθησε; Οι τραγουδιστές αποχωρούν, ο Hansen προχωράει προς το στημένο στο κέντρο μικρόφωνο, λέει σε αμίμητα βλαχογερμανικά: «Έχετε όρεξη για λίγο ολντ σκουλ χέβι μέταλ από το Αμβούργο;» και ξεκινάει το medley της εποχής που οι ακατέργαστες τσιρίδες του σπάγανε τα γυαλικά όσων τολμούσαν να παίζουν τους δύο πρώτους τους δίσκους στην τσίτα. Starlight/Ride The Sky/Judas/Heavy Metal Is The Law  και τι ακριβώς θέλετε να περιγράψω; Μπορεί η φωνή του να έχει καεί από καιρό και οι στιλιστικές του επιλογές να είναι τουλάχιστον αμφισβητήσιμες, αλλά όταν έχεις μπροστά σου τον άνθρωπο που όρισε το ευρωπαϊκό πάουερ μέταλ να παίζει κάποιες από τις κορυφές του είδους, απλά ξεσαλώνεις. Γούσταρε και ο ίδιος αρκετά, έπαιζε με τη φωνή του όσο μπορούσε και εν τέλει στάθηκε σε επίπεδα συγκινητικής τιμιότητας.

Απότομη επιβράδυνση με το Forever And One και μετά το I Can. Όσο κι αν μου άρεσαν αυτά τα τραγούδια όταν πρωτοκυκλοφορούσαν, ακούστηκαν ξεθωριασμένα μετά από τις κομματάρες της κλασικής περιόδου. Στη συνέχεια τιμήθηκε ο εκλιπών του συγκροτήματος, η απόλυτη Helloween φάτσα, ο Ingo Schwichtenberg. Παίχτηκε ένα παλιό του ντραμ σόλο στην οθόνη, το οποίο ακολούθησε από ένα σημείο κι έπειτα ο σταθερότατος Dani Löble, πολύ ταιριαστή κίνηση από το συγκρότημα. Το b side του Dr. Stein, Livin’ Ain’t No Crime ενωμένο με το αειθαλές A Little Time και πόσο πιο νοσταλγικός και αισιόδοξος μπορείς να γίνεις ρε Kiske; “Higher, is what I expect from my life…” Από τα βαθιά αγαπημένα κομμάτια του συγκροτήματος, με διάλυσε τελείως.

Πλησιάζοντας στην τελική ευθεία αυτού του μαραθώνιου, ήδη είχαν συμπληρωθεί δυο γεμάτες ώρες συναυλίας, πήραμε μια γερή δόση Deris με τα Why?, Sole Survivor και Power με τον άκρως επικοινωνιακό και υπεράνετο τραγουδιστή να δίνει τον καλύτερο εαυτό σε κάποια από τα καλύτερα κομμάτια που ηχογράφησε με το συγκρότημα. Οι Helloween ήταν συγκροτηματάρα και τη δεκαετία του ’90, ας μην το ξεχνάμε αυτό. How Many Tears και καλά σαν τελευταίο κομμάτι, η κατάλληλη γέφυρα της περιόδου του Hansen με αυτή του Kiske, το διαμάντι του Walls Of Jericho, τεράστιο έπος και άψογη εκτέλεση και με τους τρεις τραγουδιστές, αλλά με τον Kiske να είναι εμφανώς βραχνιασμένος πια. Α ρε μπάρμπα Μιχάλη, δεν πειράζει, μαζί ως το τέλος.

Μετά κάτι κλειδιά εμφανίστηκαν στην οθόνη και αυτή η χαρακτηριστική εισαγωγή μιας δισκάρας που είναι δεύτερο μέρος μιας άλλης δισκάρας και πια η μπάλα είχε χαθεί τελείως, δεν ήξερα πού βρισκόμουν και τι ηλικία είχα, αλλά το γεγονός ότι οι πρώτοι στίχοι του Eagle Fly Free δεν ακούστηκαν ποτέ επειδή το μικρόφωνο του Kiske είχε πρόβλημα, δεν γινόταν να μην το αντιληφθώ. Μετά η κατάστηκε διορθώθηκε, ακούστηκε όπως πρέπει και το αθάνατο “…. Just make it your own way” που μόνο ένας επιτρέπεται να το τραγουδήσει, αλλά στη συνέχεια του δώσανε ένα άλλο μικρόφωνο το οποίο δεν λειτούργησε ποτέ, τραγωδία. Μία σκοτώναμε εμείς το ρεφρέν, μία ο Hansen, ενδιαφέρον ήταν, αλλά δεν είχε και πολύ πλάκα έτσι. Προς το τέλος κάτι λειτούργησε και ακούσαμε τις ψηλές στο τελείωμα όπως έπρεπε, δηλαδή όσο τον έπαιρνε τον Kiske, αλλά μέσα σε σύγχυση. Μετά, κι αφού σχολιάζανε μεταξύ τους τι κακό τους βρήκε, ο Kiske πήρε την κιθάρα του Hansen κι άρχισε να τραγουδάει το Love Me Tender, σε κάθε πόλη κάνει ένα Elvis πέρασμα, όχι πάντα το ίδιο τραγούδι, ωραίο διάλειμμα, αλλά είχε έρθει η ώρα να περάσουμε στην δεύτερη οπερέτα της βραδιάς. Keeper Of The Seven Keys και μετράγαμε κλειδιά και τα άστρα ανάποδα. “Make the people hold each other’s hands” λέει, ρε μπας και είμαστε χίπιδες και δεν το ξέρουμε; Κραυγές, μελωδιάρες, μπασογραμμές, “Disease, disease, disease my friend and this whole world in devil’s hands” και παρανάλωμα στις τριοσολίες. Κι ένα παρατεταμένο τέλος με τα μέλη να αποχωρούν ένα ένα και τον Sascha Gerstner να μένει τελευταίος και να κερδίζει κι αυτός για μια φορά το χειροκρότημα, άξιος στρατιώτης, αλλά δεν γίνεται να μην περάσει στο περιθώριο για χάρη του Hansen.

Τελειώσαμε; Μπα, χτύπα κι άλλο, θα τ’ αντέξω. Hansen μπροστά, ένα μικρό σόλο και η εισαγωγή του Future World. Είχαμε θολώσει με αυτά που ακούγαμε και πίναμε, αλλά το κακό παράγινε. Ο μελλοντικός κόσμος όπως τον φανταζόμουν 20 χρόνια πριν μέσα από αυτό το κομμάτι δεν τον λες και ιδανικό, αλλά εκείνο το βράδυ ανανεώθηκε η συμφωνία μου με το συγκρότημα, το έχουμε να ελπίζουμε για άλλα 20 και βλέπουμε. Και φυσικά ποιο θα ήταν καλύτερο κομμάτι για την πραγματική έξοδο από το I Want Out; Το τραγούδι – βαλβίδα αποσυμπίεσης, το καταφύγιο κάθε οργισμένου έφηβου και μη, η ζωή μου όλη βασικά…

Και κάπως έτσι τελείωσε αυτή η παράσταση, όχι μόνο της διαχρονικής μουσικής των Helloween, αλλά και προσωπικών στιγμών σφιχτά συνδεδεμένων με στίχους, εξώφυλλα, συγκεκριμένες νότες σε σόλο, τσιρίδες που γίνανε ηχώ με εφέ, περμανάντ που γίνανε περούκες, όλα μια κολοκυθόσουπα που έβραζε σχεδόν τρεις ώρες. Δεν νομίζω ότι μπορούσα να ζητήσω κάτι περισσότερο από αυτή την επανένωση και από τους Γερμανούς γερόλυκους σε αυτή την ηλικία. Τι κι αν δεν παίξανε το A Tale That Wasn’t Right μόνο σε αυτή και σε μια άλλη συναυλία, τι κι αν προτιμούσα το Kids Of The Century από το Rise And Fall που τα εναλλάσσουν, τι κι αν στο Eagle Fly Free δεν την ακούσαμε όπως έπρεπε λόγω των προβλημάτων, τι κι αν ήμουν ένα Victim Of Fate μακριά από την καταπληξία που προκαλεί η παρατεταμένη ηδονή, αυτά που είδαμε κι ακούσαμε εκείνο το βράδυ ελπίζω να περάσουν ξανά άλλη μια φορά από μπροστά μου λίγο πριν φοψήσω για να φύγω ευτυχισμένος.

Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, στην κυριολεξία, αν δεν ήταν οι Helloween δεν θα υπήρχε το Metal Invader.