Πέρασε ένας χρόνος, σχεδόν από εκείνη τη μέρα που ο Ian Fraser “Lemmy” Kilmister μετέστη στο Επέκεινα. Ή εν πάση περιπτώσει, κοιτάει τα ραδίκια από τις ρίζες. Διότι, καλώς ή κακώς, ο θάνατος, ανεξάρτητα από το τι πιστεύει ο καθένας μας, μεταφράζεται ως ανυπαρξία από τον αισθητό κόσμο. Συνεπώς, λίγη σημασία έχει τι γίνεται μετά. Διότι, ο κύριος αυτός έζησε και έπραξε με βάση το εδώ και το τώρα. Ή, τουλάχιστον, έτσι με έκανε να πιστεύω. Διόλου μικρό πράγμα η πειστικότητα. Αυτήν έψαχνα ανέκαθεν στη μουσική που αγαπώ: το να καταφέρνει ο μουσικός που βάζω στο στέρεο, να με πείθει για τις προθέσεις του. Και, από ένα σημείο και μετά, αυτό το καταλαβαίνεις σχετικά γρήγορα. Ε λοιπόν, ο Lemmy υπήρξε πειστικός κατ’ εμέ, και με το παραπάνω. Tόσο στους Motorhead, το πρώτο σημείο επαφής για μένα (ανεξίτηλη, το δίχως άλλο), όσο και σε όσες άλλες συμμετοχές του στους Hawkwind (δεν θα ντραπώ να ομολογήσω ότι η προ-Hawkwind εποχή μου είναι ακόμη άγνωστη-εν καιρώ το κενό θα καλυφθεί, επιφυλάσσομαι), ως guest σε διάφορες κυκλοφορίες (βλ. εκείνο το Shake your Blood στους Probot, τις πολύ αγαπητές Girlschool, τη Wendy O. Williams, εκείνο το ατίθασο οπτικό θηλυκό του διπλότυπο… και άλλα), είτε σου άρεσε αυτό που έβλεπες, είτε όχι, πειθόσουν. Μπορούσες, σχεδόν εξ αρχής, να πεις αν σου άρεσε ή όχι (υπάρχουν και τα δύο σε ατέρμονες μουσικές συζητήσεις με γνωστούς και αγνώστους, η εμπειρία μου δείχνει ότι οι αρέσκειες, αρκετά συχνά και οι λατρείες προς το πρόσωπό του, ξεπερνούν τις απαρέσκειες). Είναι περιττό να μιλήσει κανείς για τη μουσική του πορεία. Τουλάχιστον εγώ νομίζω ότι είναι περιττό. Τόνοι μελάνης, πραγματικής (αλλά και ηλεκτρονικής, αλίμονο…!) έχουν χυθεί (με το μπαρδόν) για να την καταγράψουν, περιγράψουν, ερμηνεύσουν. Η ικανότητα των μεταμορφώσεων-μεταλλάξεων του υπήρξε παροιμιώδης στην πορεία του χρόνου: για το δικό μας μουσικό χάρτη, αυτόν του χέβι μέταλ, οι Motorhead υπήρξαν κεντρική διασταύρωση μεταξύ ειδών, συγγενικών και συνάμα εχθρικά διακείμενων μεταξύ τους – μιλώ φυσικά για το πανκ (και το ροκ εν ρολ, σε δεύτερο ρόλο), το οποίο, σημαντική μερίδα του εγχώριου (αλλά και του εκτός των συνόρων μας) τύπου αντιμετώπισε-αντιμετωπίζει, το λιγότερο, με αμηχανία. Και το οπτικό του πράγματος επίσης αδύνατο να αγνοήσει κανείς: το “περίεργο” ξύρισμα, οι λευκές μπότες, τα γυαλιά ηλίου, η εξέλιξη σε ένα “militaire” σύνολο με τον Iron Cross, επωμίδες, πηλίκια με διάσημα ιππικού, το snaggletooth, αλλά και το διάβασμα (αξίζει εδώ να σημειωθεί πως ο Lemmy υπήρξε μανιώδης αναγνώστης βιβλίων γύρω από το Β’ ΠΠ-σε έναν έλεγχο αποσκευών σε αεροδρόμιο, μία από τις βαλίτσες του ήταν γεμάτη βιβλία, γράφει κάπου στα liner notes του Bomber…) και η εμμονή με τη μεγαλύτερη πολεμική σύρραξη που γνώρισε ο 20ός αιώνας, δεν παραμερίζονται από όποιον εντρυφεί σε αυτό το συγκρότημα. Μοιραία, μετά από το τελευταίο, έρχονται και οι σκέψεις περί του πολιτικού, για το οποίο πολλά γράφτηκαν, ο ίδιος ο Lemmy φρόντισε μάλλον να ξεκαθαρίσει στην ταινία που γυρίστηκε για αυτόν, επιβεβαιώνοντας ότι οι άνθρωποι είναι οι αντιφάσεις τους: ναι, υπήρξε φίλος προσωπικός του Ian Stuart, φόραγε τις στολές των μελανοχιτώνων, παράλληλα ωστόσο δήλωνε ευθαρσώς ότι δεν έχει σχέση με το ναζισμό. Το δέχομαι, άλλωστε ο Lemmy και οι Motorhead προέρχονται από εποχές πολύ πριν από την επικράτηση της πολιτικής ορθότητας στο δημόσιο διάλογο, ενώ το shock value ήταν κοινός τόπος για πολλά συγκροτήματα της σκληρής μουσικής (με την ευρεία έννοια) που μεταχειρίζονταν ανάλογα σύμβολα για να τραβήξουν την προσοχή. Πέρα από όλα αυτά (και ακόμα περισσότερα), δεν μπορεί να αποτιμηθεί με λέξεις το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν κάθε μέρα στο σπίτι του γράφοντος, όπως και στα σπίτια όλων των ακροατών του μέσω της μουσικής του. Ακόμα και η μητέρα μου έμαθε (θέλοντας και μη…) να τον αναγνωρίζει στις φωτογραφίες, να αναγνωρίζει τη φωνή του (όχι κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, εδώ που τα λέμε). Κάτι που κατέστησε δύσκολη τη συνειδητοποίηση του θανάτου του, και με έκανε παράλληλα να σκεφτώ το σίγουρο μελλοντικό σενάριο των θανάτων των μουσικών που αγάπησα μέσα από το έργο τους αυτά τα χρόνια. Αυτό που θα κρατήσω είναι το ότι για μένα, το βίωμα της μουσικής των Μotorhead υπήρξε ταυτόχρονα και το βίωμα του ανθρώπινου. Ναι, αν μπορούσα να χαρακτηρίσω το Lemmy και τους Motorhead (παράταιρη ίσως η ξεχωριστή αναφορά, μιας και πρόκειται εν τέλει για το ένα και το αυτό) με μια λέξη, αυτή θα ήταν: “ανθρώπινοι”. Προσιτοί. Της εργατικής τάξης, αν μου επιτρέπεται η έκφραση. Της διπλανής πόρτας, αν μεταχειριστώ το σύνηθες κλισέ που επιβεβαιώνεται πλήρως εν προκειμένω, πέρα από την όποια καλλιτεχνική (και κατά συνέπεια, κοινωνική και οικονομική) αναγνώριση έδρεψαν. Αν το έθετα ακόμη καλύτερα: βιωματικοί. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί να κερδίσει όποιος μπαίνει στην αρένα που λέγεται “σκληρός ήχος”. Σ’ ευχαριστώ.