Ο Αλαίν έλεγε πως τα παπούτσια του κάθε ανθρώπου φανερώνουν πολλά για αυτόν που τα φοράει. Η ποιότητα τους και το στυλ τους μαρτυρούν το γούστο του, η φθορά τους δείχνει πόσο κόπιασε για να τα αγοράσει, πόσο τα έχει χρησιμοποιήσει, δείχνει ίσως ότι δεν έχει δεύτερο ζευγάρι ή πόσο τσιγκούνης είναι. Η παχιά μοκέτα μιας τράπεζας δεν μπορεί να αλλοιώσει στο ελάχιστο την σόλα ενός παπουτσιού ενώ ο σκληροτράχηλος κάμπος φέρεται με λιγότερη ευγένεια στα υποδήματα όσων εργάζονται σε αυτόν. Αυτό σκεφτόταν ο Ρενέ,  αλλά πίστευε πως τα χέρια του κάθε ανθρώπου είναι πιο αποκαλυπτικά. Και κυρίως πιο επιβλητικά στην πειθώ τους. Φυσικά δεν αναφερότανε σε ανοησίες τύπου χειρομαντείας. Τα χέρια φανέρωναν πολλά για τον κάματο του κάθε ανθρώπου,  το πόσο δουλεμένος είναι,  την σκληρότητα που έλαβε και την σκληράδα που έκρυβε. Από την άλλη ο Αλαίν ήταν άνθρωπος της λεπτομέρειας και δεν άφηνε τίποτα στην τύχη. To προηγούμενο βράδυ καθ’όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δεν σταμάτησε να μιλάει με παριζιάνικη προφορά προσπαθώντας να καλύψει πως ζει στο Μονπελιέ από τα οχτώ του και αισίως έφτανε τα πενήντα σε δυο μήνες. Μικρή σημασία πως στο βαγόνι του τρένου υπήρχε μόνος ένας ακόμα γαλλόφωνος και οι υπόλοιποι ήταν Τούρκοι που γνώριζαν κάμποσα (αλλά) αγγλικά μόνο. «Αλήθεια πως φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη με αυτόν τον τρελάρα» συνέχιζε να βασανίζει το μυαλό του ο Ρενέ στο μπαρ Ρασπούτιν που βρέθηκαν μετά τη συναυλία. Το ποτό του είχε ήδη ζεσταθεί και δεν είχε διάθεση να παραγγείλει άλλο, ούτε να συνεχίσει να ακούει τα ατελείωτα κήρυγματά του.

Είχαν βγει όλες και όλες δυο φορές μετά την πρώτη συνάντηση τους στο Μπατακλάν μετά τη συναυλία των Motörhead. Στην πρόταση του Αλαίν για ένα ταξίδι αστραπή στην Κωνσταντινούπολη, για να δουν τους αειθαλείς Deep Purple, φάνταζε καλή ιδέα μιας και κάποια χρήματα που είχε μαζέψει για να εκδώσει το πρώτο του βιβλίο ο Ρενέ δεν είχε νόημα να τα κρατάει χωρίς να έχει γράψει μια αράδα, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο διήγημα. Χρόνο είχε χρήματα είχε διάθεση και καλή παρέα το ίδιο. Όχι ότι εκεί είχανε πει τόσα πολλά ώστε να ταιριάξουν με το καλημέρα, απλά η δίψα του Ρενέ για περιπέτεια και η επιθυμία του να γίνει συγγραφέας έβρισκε μια εξαίρετη πηγή να δροσιστεί στον πολυλογά μεσήλικα που θύμιζε ένα παλιακό παραμυθά που πασπάλιζε με άχνη ψεμάτων τις άκρως ενδιαφέρουσες ιστορίες του. Εδώ και πολύ ώρα όμως είχε γίνει κουραστικός και δεν θα αργούσε η στιγμή που θα ήταν αφόρητος. Δεν είχανε περάσει τρεις ώρες που τελείωσε η συναυλία, η οποία πέρασε με το συγκρότημα να έχει αποδώσει για ακόμη μια φορά στο ίδιο υψηλό επίπεδο που πάνω σε αυτό έχτισε τον μύθο του χαρίζοντας απλόχερα ύμνους, αλλά κουβέντα δεν αντάλλαξαν για αυτή. Ακατάπαυστη επιθετικότητα για τους συνδαιτυμόνες στο μαγαζί· για τα ρούχα τους τις μουσικές επιλογές τους στον ντι-τζέι, την αστική τους καταγωγή και ναι  για τα παπούτσια τους, (τα Jordan των 700 τουρκικών λιρών).

 «Έλεος δεν θα άρχιζα να κοιτάω τους ανθρώπους στις σόλες» πέρασε από το μυαλό του Ρενέ που ήταν στα όρια του. Πήγε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του πριν πάρει το μπουφάν του και αποχαιρετήσει για το ξενοδοχείο. Στην επιστροφή έγινε μάρτυρας σκηνών σαλούν της άγριας Δύσης. Ο Αλαίν τις έτρωγε κανονικά αφού όμως είχε ξαπλώσει δυο νεαρούς κάτω. Τι στο διάολο ούτε ένα λεπτό δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι να φύγει; Ευτυχώς τα πράγματα ηρέμησαν αμέσως. Φυσικά προηγήθηκε η πτώση με την πλάτη του Αλαίν σε ένα τραπέζι με ζωγραφισμένο τον ήρωα του Πάλανιουκ στο Fight Club, Tyler Durden (έστω στην κινηματογραφική του μορφή με τον Έντουαρντ Νόρτον) και το σπάσιμο αυτού με την ταυτόχρονη παύση της μουσικής. Οι ψυχραιμότεροι με τυπικές διαδικασίες πέταξαν έξω τους δυο Γάλλους με όσο πιο ευγενικό τρόπο μπορούσαν· κλοτσηδόν.  Η εικόνα του Νόρτον με το Fuck You γραμμένο από κάτω και το υψωμένο μεσαίο δάκτυλο που ήταν ζωγραφισμένο στα τραπέζια του μπαρ ήταν ότι ακριβώς ένιωθε ο Ρενέ που αναθεμάτιζε την ώρα και την στιγμή που ακολούθησε τη ιδέα του καινούριου του «φίλου».

-Τι έπαθες ρε μικρέ; Περιπέτεια δεν ήθελες; Ανόητε! Μια καλή ιστορία να γράψεις δεν ήθελες; Υποκριτή! Στην έδωσα. Όπως έδωσα ένα καλό μάθημα στα πλουσιόπαιδα τουρκάκια με τα ευρώ που την έχουν δει αμερικανάκια. Και μάθε πως δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τσεπώσω από τα τζάκετ τους αυτά.

Και έδειξε στον σαστισμένο Ρενέ ένα μάτσο ευρώ που έκλεψε από τα παλληκάρια στο Ρασπούτιν όταν ο ορυμαγδός και η αναμπουμπούλα έστρωσαν το κατάλληλο περιβάλλον και ευκαιρία να τρυπώσει τα χέρια του στα ξένα τζάκετ.

-Καριόλη! Κρετίνε! απάντησε ο Ρενέ.

Δυο γροθιές του ερασιτέχνη πυγμάχου Ρενέ ήταν αρκετές για να ξαπλώσουν -ακόμα μια φορά το ίδιο βράδυ- τον Αλαίν κάτω. Το αίμα κυλούσε από την μύτη του μισολιπόθυμου και ζαλισμένου Αλαίν που ένιωθε (και δεν ένιωθε) το χέρι του Ρενέ να ψάχνει το ματσάκι με τα ευρώ στο γκρι παλτό του. Κάλεσε ένα ταξί να τον πάει στο πλησιέστερο νοσοκομείο και καθώς απομακρυνόταν του φώναξε με επιτηδευμένη παριζιάνικη προφορά και υψωμένες στο αέρα την αριστερή του γροθιά:

Aν πρόσεχες τα χέρια μου θα έβλεπες πως δεν σου κρύφτηκα ποτέ!

Η νύχτα αποδείχθηκε μικρότερη, το (ξεχωριστό) ταξίδι της επιστροφής μοναχικό, ατελείωτο και κυρίως σιωπηλό.