Ο Αργύρης ήρθε είτε τη χειρότερη στιγμή στο κατάλληλο μέρος, είτε την κατάλληλη στιγμή στο χειρότερο μέρος. Όπως και να χει η μίζερη καθημερινότητα μου άλλαξε άρδην με την άφιξη του στο εργοστάσιο. Δεν ήταν μόνο πως με υπερασπίστηκε μπροστά στους άλλους, που με είχανε πεθάνει στην καζούρα και στα πεσίματα. Δυο καρπαζιές ήταν αρκετές για να τσαλακωθεί η περηφάνια αρκετών παλιών που μου κάνανε τη ζωή δύσκολη. Όχι πως τεμπέλιαζα ή δεν έδειχνα ενδιαφέρον (όχι τόσο όσο παλιά είναι αλήθεια), αλλά ότι και να έκανα όσο ζήλο και να έδειχνα, μια κακομεταχείριση και μια απαξίωση ήταν η μόνιμη ανταμοιβή μου. Όποτε οι φάπες έφεραν ένα φως στο σκοτάδι της εργασιακής μου καθημερινότητας και πέρα από την συμβολικότητα της απόδοσης δικαιοσύνης τον προαναφερθέν ‘φως‘ φάνηκε σαν υπέρλαμπρο άστρο το οποίο μου έδειχνε το δρόμο προς μια νέα αρχή. Μετά την βράδυ η βάρδια που ολοκληρωνόταν το Σαββατόβραδο, η Κυριακή είναι πάντα μια μέρα ξεκούρασης, πριν πάμε ξανά στη φάμπρικα το απόγευμα της Δευτέρας. Την Κυριακή έπαιζε ο θεός, η ομάδα μου αλλά και ομάδα του Αργύρη, η ομάδα μας. Εγώ εδώ και καιρό ποδόσφαιρο έβλεπα αραιά και που στο γήπεδο μιας κανένας στον περίγυρο μου δεν διάλεξε την τίμια, πλην φτωχή σε τίτλους (άρα και ψευδοσυναίσθημα ανωτερότητας για τον μέσο λούμπεν οπαδό) ομαδάρας με τα κίτρινα. Τώρα όμως ο Αργύρης, που μετρούσε στη Θεσσαλονίκη, και γύρισε πίσω στην πόλη μας για δουλειά, είχε αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον μου για το γήπεδο. Δεν ξέρω γιατί γύρισε πραγματικά πίσω και γιατί κανένας παλιός του φίλος δεν έχει εμφανιστεί ποτέ μαζί του. Σαν έρχεται από άλλη ξεχασμένη εποχή, σαν να έφυγε για να κρυφτεί από κάτι ή μέχρι να ξεχαστεί μια παλιά ιστορία. Δεν είχα όρεξη να τον τσατίσω και ούτε να χαλάσω την ολοκαίνουργια -και μοναδική φιλία- που είχα εδώ και χρόνια. Δεν τον ήξερα πριν φύγει έχουμε και μια διαφορά ηλικίας καμιά 4-5 χρόνια οπότε είναι ένα εντελώς καινούριο πρόσωπο για μένα, και ‘γω για αυτόν.  Παραδόξως νωρίς-νωρίς με το που ξύπνησα την Κυριακή πήρα τηλέφωνο τον Αργύρη για του πω πως είμαι μέσα για το ταξίδι στον ναό.

-Μικρέ έχω αλλά σχέδια για σήμερα. Θα πάμε στο τσίρκο.

Εμφανέστατα είναι κάποιο inside joke που δεν το πιάνω αυτή τη στιγμή αλλά αυθόρμητα ρώτησα

-Μήπως είπες τσίρκο ρε τρελέ; Πω, που να έπινα χτες, τι άκουσα…,είπα περισσότερο με απορία παρά με ευθυμία στον τόνο της φωνής μου.

– Ρε μπούφο, τσίρκο, circus, πως το λένε. Ακροβάτες, κλόουν σαν και σένα, άγρια ζώα, κάτι γριές, παιδάκια και εμείς. Τι δεν καταλαβαίνεις;

– Οκ, απάντησα απογοητευμένος και έκλεισα το άσπρο τηλέφωνο με καντράν που για κάποιο λόγο που ο μίζερος μισθός μου και η μίζερη αισθητική μου, παρέα με την αναβλητικότητα και την αφηρημάδα μου κρατούσε με πείσμα στο χωλ μου, να προσδίδει μια vintage και ρετρό πινελιά στο πιο μίζερο δυάρι του πλανήτη.

Έφτιαξα ένα νες, που η μυρωδιά του τον πρόδιδε πως ήταν ελάχιστα λιγότερο στην κουζίνα από ότι το άσπρο τηλέφωνο στο χωλ και το τρύπημα στο άδειο στομάχι λειτουργούσε καταλυτικά ώστε να ξυπνήσω και να οργανώσω το υπόλοιπο της ημέρας μου, πριν πάω στο τσίρκο. ‘Στο τσίρκο ρε πούστη μου, για εκεί είμαι’ καταριόμουνα τη ζωή μου και την κατάντια μου. Βασικά το υπόλοιπο της ημέρας μου πέρασε καπνίζοντας ασταμάτητα και βλέποντας σκουπίδια στην τηλεόραση ανακατεμένα με πλάνα και ρεπορτάζ από το συλλαλητήριο για την Μακεδονία. Η ώρα είχε πάει επτά το ματς με τα χανούμια, που με είχανε ζαλίσει όλη την εβδομάδα στο εργοστάσιο, θα ξεκινούσε σε λίγο και ούτε ένας από τα μαλακισμένα δεν του είχε στείλει ούτε ένα μήνυμα, ούτε μια βρισιά, ένα πείραγμα. Ε βέβαια, δεν τους έπαιρνε τώρα, είχα πλάτες πια, είχα κάποιον για μένα πλέον. ‘Παλιοκότες’ σκέφτηκα. Αν και θα ήθελα λίγο πείραγμα τώρα, να με τσατίσουν να απαντήσω, να τα βγάλω από μέσα μου. Αλλά είπαμε, ούτε πρώτη ούτε τελευταία φορά ήταν που αλλά ήθελα και αλλά ερχόντουσαν στον δρόμο μου.

Επτά και τέταρτο ο Αργύρης δεν ήρθε με την μηχανή του να με πάρει να πάμε στο τσίρκο λίγο έξω από την Ξάνθη.  Στήθηκα έξω από το διαμέρισμα μου άναψα ένα τσιγάρο και πριν προλάβω να πάρω μια τζούρα τον είδα να φτάνει με ένα μαύρο φιατάκι.  Μαζί του είχε ένα ξανθό παιδάκι. Άνοιξε το παράθυρο, φυσικά χειροκίνητα και μου είπε

-Σβησ’τό ρε μαλάκα και μπες πίσω.

Πριν προλάβω να κάνω ότι μου είπε, ο μικρός γέλασε -βασικά ξεκαρδίστηκε- και ο Αργύρης του είπε,

-Σου είπα είναι καλός μωρέ, είδες; Πήγε πίσω.

Και με πρόσταξε να βάλω πίσω, τον Κωνσταντίνο (όπως μου συστήθηκε και όχι Κώστας).

-Βάλε του τη ζώνη και μπες μπροστά μωρέ άνθρωπε, συνέχισε τις οδηγίες.

Στο δρόμο ακούγαμε ένα cd που πωρωμένο το υπόλοιπο αυτοκίνητο τραγουδούσε με πάθος όχι μόνο το ρεφραίν αλλά και τις μελωδίες από τις κιθάρες, με παρατεταμένα ‘ωωωω’ που ακούγονταν αρκετά πιασάρικα στα άγουρα αυτιά μου και παρά το γεγονός πως στην αρχή ήταν άλλο ένα σημάδι ότι πάλι είμαι στην από έξω, γρήγορα μπήκα στο νόημα και προσπάθησα να τραγουδήσω και ‘γω μαζί τους. ‘Heaven Can Waaaaaaait Heaven Can Waaaaait heaven Can Wait till Another Day’, δεν ήταν δύσκολο τελικά.

Πριν μπούμε στο τσίρκο και κόψουμε το τσιμπημένο εισιτήριο στην είσοδο ο Αργύρης μου έδωσε να καταπιώ κάτι.

-Βάλε το κάτω από την γλώσσα σου γρήγορα και χωρίς περίεργες κινήσεις,  μου είπε. ‘Καραμελίτσα’ το βάπτισε.

-Να μου πάρεις και μαλλί της γριάς θείε, απάντησα σκεπτόμενος πως πρώτη φορά είδα καραμέλα “χαρτάκι”.

Καθίσαμε στις θέσεις μας σχεδόν αναπαυτικά.  Η επίδραση του χαπιού ήταν βαλσαμωτική για το απαίσιο θέαμα που έβλεπαν τα μάτια μου. Τα θηρία, που μόνο θηρία δεν ήταν, ταλαιπωρημένα και κουρασμένα, έμοιαζαν να έχουν βγει από μια εφιαλτική εποχή περασμένων αιώνων, που ο άνθρωπος τιθασεύοντας τα αγρίμια από την Αφρική εξευγένιζε την φρίκη της γεμάτης ανέχεια ζωής του, διασκεδάζοντας σε αυτά τα βασανιστήρια ζώων.

-Θέμη μαλάκα φαντάσου πως οι Ευρωπαίοι είχανε ανθρώπους στη θέση των ζώων, μαύρους και Ινδιάνους ρε. Τι διαφωτισμός και μαλακίες μας λένε. Βάρβαροι ρε βάρβαροι.

Τι ήθελε να το πει αυτό ο μαλάκας. Ζωντάνεψαν κάτι καρικατούρες του συλλαλητηρίου μπροστά μου. Κάτι ανδρείκελα που έβγαζαν αφρούς από το στόμα τους γεμάτο μίσος και θυμό. Η κουστωδία ντυμένη Παύλος Μελάς, Μέγας Αλέξανδρος και κάτι αλλά καρναβαλίστικα, λερώναν την αγάπη μου για την Ελλάδα, την πατρίδα μου γαμώ τη βλακεία τους. Ο κλόουν του τσίρκου φάνταζε πολύ πιο σοβαρός από τούτο το συρφετό ημιμαθών και φασιστών που καπηλεύονταν συστηματικά τα ιερά και τα όσια της πατρίδας μου. Ο δε κλόουν γιατί αλλάζει χρώματα και ρούχα συνέχεια; Τα γέλια είναι εκκωφαντικά και όλα γυρίζουν με την μια σκέψη να πνιγεί την άλλη, πριν η πρώτη προλάβει να πάρει ανάσα και όλα να περιστρέφονται στο χώρο. Οι κοπέλες που εμφανίζονται σε ρόλο χορεύτριας μοιάζουν λες και ξεπήδησαν από το Λας Βέγκας με τις φωτεινές επιγραφές και τα λαμπάκια να πλημμυρίζουν άσκοπα με κίτρινα φώτα τον χώρο.

Ξάφνου οι ακροβάτες πετάνε στα αλήθεια και ο Αργύρης γελάει όλο και πιο δυνατά και με τον Κωνσταντίνο δίπλα μου φτιάχνουν μια εικόνα που ποτέ δεν θα μπορέσω να φτιάξω, ποτέ. Ποτέ όμως. Το γέλιο μιας κοπέλας σβήνει κάθε άλλο ήχο στο μυαλό μου. Χτυπάει ένα τηλέφωνο και αυτή το σηκώνει. Γαμώτο είναι το γαμημένο το άσπρο τηλέφωνο του σπιτιού μου. Βασικά το διαμέρισμα είναι καθαρό και πιο φωτεινό. Αυτή η κοπέλα κάτι μου θυμίζει, κάτι θλιβερό, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω τα δάκρυα από τα μάτια μου και μέσα σε όλο αυτό αστράφτουν φλας και μια μαϊμού είναι στην αγκαλιά μου και ο Κωνσταντίνος μου ζητάει να βγάλουμε άλλη μια γιατί κλείνει τα μάτια του σε αυτή την polaroid που μόλις εκτύπωσε ο κλόουν και τσέπωσε ένα δεκάευρω.

-Χαλάλι σου, βγάλε άλλη μια ρε αλάνι, είπε ο Αργύρης.

Και βγάλαμε. Η γλυκιά ζαλάδα άρχιζε με αργούς ρυθμούς να εγκαταλείπει το μυαλό μου και όση ώρα έτρωγα το χοτ-ντογκ δεν είχα αντιληφθεί γιατί ο μικρός και ο πατέρας του γελούσαν.

-Καταραμένη μουστάρδα, είπα αν και νόμιζα στην αρχή από μέσα μου, αφού ένιωθα πως δεν είχα δύναμη να το φωνάξω και έτσι απλά με σουφρωμένα χείλη και ανασηκωμένα φρύδια, δείγμα απορίας απλά χαμογέλασα ή έστω προσπάθησα.

Στο γυρισμό έπιασα το cd των Maiden και παρατήρησα μια επιγραφή που περνούσε σε ένα κτίριο του οπισθόφυλλο και νόμιζα διάβασα κάπου Άρης-ΑΕΚ 7-3 ή κάτι τέτοιο. Αφήσαμε τον μικρό στην μάνα του και ‘γω έπεσα ξερός χωρίς να με νοιάζει αν θα πάω αύριο για δουλειά, αν ο Αργύρης θα κάνει ένα μήνα να ξαναδεί το παιδί του, γιατί δεν μπόρεσα να ξεπεράσω την Άννα, γιατί είμαι αυτός που είμαι και γιατί δεν άνοιξα ούτε καν το ράδιο να ακούσω το σκορ του αγώνα. Όλα είχανε απαντηθεί στην βόλτα στο τσίρκο. 7-3 και είμαι καλά.