The X Factor & Virtual XI Era (1994 – 1999)

Λίγο – πολύ, τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στους Iron Maiden προς τα μέσα του 1990 είναι γνωστά. Ο Bruce Dickinson μετά το “Fear Of The Dark” του 1992 και την εκτεταμένη παγκόσμια περιοδεία που ακολούθησε (κατά την οποία επισκέφτηκαν για πρώτη φορά και τη Λατινική Αμερική), εγκατέλειψε το συγκρότημα για να συνεχίσει τη σόλο καριέρα του, παρότι συμφώνησε να παραμείνει για μια αποχαιρετιστήρια περιοδεία και δύο ζωντανές ηχογραφήσεις. Όλα αυτά το 1993. Οι Maiden μένοντας χωρίς τη «φωνή» τους, ξεκίνησαν το 1994 να κάνουν διάφορα session ακροάσεων των κασετών που έστελναν ανά καιρούς διάφοροι επίδοξοι τραγουδιστές με σκοπό να αντικαταστήσουν τον Dickinson, για να καταλήξουν στον Blaze Bayley, ο οποίος είχε παίξει ως support act των Iron Maiden με τους Wolfsbane, ωστόσο η φωνητική του απόδοση, χροιά αλλά και στυλ απείχε παρασάγγας από τον προκάτοχό του, συνεπώς δίχασε κατά κόρον τους οπαδούς τους.

Ο Bruce Dickinson είχε δηλώσει πως εξεπλάγην όταν το συγκρότημα αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τον Blaze Bayley το 1994. Σύμφωνα με τον ίδιο το ‘Do You Know Jack?’:

«Μου αρέσει πραγματικά ο Blaze. Μου αρέσει και σαν άνθρωπος. Είναι αξιαγάπητο άτομο. Θυμάμαι να πηγαίνω στα γραφεία των managers, όπου υπήρχε ένας τύπος – δεν εργάζεται για τη διαχείριση πια – αλλά μου έλεγε πόσο φοβερό ήταν όλο αυτό το πράγμα και πόσο λαμπρό θα ήταν. Είπα: “Κοιτάξτε, έχει αυτό το χάρισμα.  Φυσικά και θα πάρει τη δουλειά. Του έχει προσφερθεί η δουλειά. Φυσικά, και θα την πάρει.»

Bruce and Blaze on stage in 1990 when Wolfsbane warmed up for Iron Maiden.
Bruce and Blaze on stage in 1990 when Wolfsbane warmed up for Iron Maiden.

Για να συνεχίσει λέγοντας: «Είπα, “Έχει κανείς σκεφτεί τι θα κάνει με τα παλιά κομμάτια; Έχει κανείς σκεφτεί το πώς θα τα διαχειριστεί; Και όχι μόνο το τραγούδι, αλλά πώς θα αντιμετωπίσει την αντίδραση των οπαδών;’ Επειδή ήμουν έκπληκτος ότι την θέση θα έπαιρνε ο Blaze. Ήμουν χαρούμενος για τον Blaze, αλλά υπήρχε ένα πλήθος άλλων πολύ καλών τραγουδιστών εκεί έξω. Σκέφτηκα, «Ουάου, θα μπορούσαν να έχουν πάρει κάποιον με μια φωνή που θα μπορούσε να κάνει ό, τι έκανε η δική μου φωνή” aλλά επέλεξαν τον Blaze. Προφανώς, επέλεξαν κάποιον διαφορετικό, αλλά αυτό ήρθε με το δικό του σύνολο προκλήσεων. Απλώς αναρωτήθηκα αν κάποιος στη διοίκηση πραγματικά έδινε σε κανέναν σοβαρά λόγια αλήθειας σχετικά με το πόσο δύσκολο θα ήταν όλο αυτό. “

Το “The X Factor”.

Η επίσημη επιστροφή των Iron Maiden στην δισκογραφία έγινε το 1995, με την κυκλοφορία του “The X Factor”, του δέκατου κατά σειρά δίσκου των Βρετανών, από την ΕΜΙ. Παράλληλα είναι δίσκος ο οποίος κατάφερε να ρίξει τους Maiden στις χαμηλότερες θέσεις των charts της Βρετανίας για πρώτη φορά μετά το 1981.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του δίσκου είναι ο «αρνητικός» και σκοτεινός τόνος που αποπνέουν τα κομμάτια, καθώς μεγάλο ρόλο στην σύνθεσή του έπαιξε το διαζύγιο του Steve Harris αλλά και οι συναισθηματικές εναλλαγές που του δημιούργησε. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο εξώφυλλο του δίσκου, το οποίο απεικονίζει τη μασκότ της μπάντας, τον Eddie, να υποβάλλεται σε μια νέα λοβοτομή (το εξώφυλλο ήταν μια δημιουργία του Hugh Syme). Λόγω του πολύ γραφικού στυλ του εξωφύλλου, οι Maiden αναγκάστηκαν να κυκλοφορήσουν τον δίσκο με αναδιπλούμενη θήκη, δείχνοντας τον Eddie από απόσταση σε μια λιγότερη γραφική απεικόνιση.

Το “The X Factor” αποτέλεσε επίσης τον τελευταίο δίσκο μέχρι το “The Book of Souls” του 2015 όπου χρησιμοποιήθηκε το κλασικό λογότυπο της μπάντας, καθώς σε κάθε κυκλοφορία από το “Virtual XI” έως το “The Final Frontier” χρησιμοποιούνταν μια εναλλακτική γραφή, απ’ όπου αφαιρούνταν τα εκτεταμένα άκρα του «R» , «M» και «N».

Ο τίτλος του “The X Factor” προέκυψε σχετικά νωρίς, κατά τη διάρκεια των πρώτων ηχογραφήσεων, και όπως αναφέρει ο Nigel Green (παραγωγός), αναφέρεται σε εκείνο το x factor, εκείνη την δύναμη, εκείνη την ορμή και την ώθηση που έρχεται μετά από όλες εκείνες τις αλλαγές, τον ερχομό του Bayley, τον νέο ήχο κ.λπ., ενώ παράλληλα «έκατσε κουτί» σαν δίσκος, αφού ήταν ο δέκατος κατά σειρά (Χ = ο λατινικός αριθμός 10).

Στη λίστα των περίεργων συμβάντων που ακολουθούσαν το “The X Factor” να σημειωθεί και το γεγονός πως οι Maiden εδώ έγραψαν αρκετά τραγούδια που όμως ποτέ δεν μπήκαν στον δίσκο. Όπως έχει αναφέρει και ο Steve Harris:

«Καταλήξαμε να έχουμε έτοιμα 14 τραγούδια, εκ των οποίων χρησιμοποιήσαμε τα έντεκα, κάτι που είναι πολύ ασυνήθιστο για μας».

Τα τρία αυτά εξτρά τραγούδια, «I Live My Way», «Justice Of The Peace» και «Judgement Day», κυκλοφόρησαν ως B-Sides, ενώ τα τελευταία δύο θα εμφανίζονταν και στη συλλογή “Best Of The B-Sides”.

Για την προώθηση του δίσκου, οι Maiden περιόδευσαν μέχρι και το 1996, χρονιά κατά την οποία επισκέφθηκαν για πρώτη φορά και το Ισραήλ και την Νότια Αφρική.  Βέβαια, ως συνέβη και στην επόμενη περιοδεία τους, πολλές από τις ημερομηνίες τους στις ΗΠΑ ακυρώθηκαν, λόγω των φωνητικών προβλημάτων που παρουσίαζε ο Bayley λόγω του βεβαρημένου προγράμματός τους.

Με λίγα λόγια, από όποια πλευρά και να το δεις, το “The X Factor” ήταν σίγουρα μια από τις χειρότερες στιγμές των Iron Maiden για τόσους πολλούς λόγους, που σε βάζει να σκέφτεσαι πως άλλη εξήγηση από την «κατάρα» δεν υπάρχει.

Σχετικά με τα κομμάτια που περιείχε ο δίσκος, το “The X Factor” περιελάμβανε το εντεκάλεπτο έπος «Sign Of The Cross», το μεγαλύτερο τραγούδι του συγκροτήματος μετά από το «Rime of the Ancient Mariner» και το λυρικό θέμα του οποίου ξεπηδά από το «Όνομα Του Ρόδου» του Ουμπέρτο Έκο, καθώς και τα singles «Man on the Edge», που βασίστηκε στην ταινία “Falling Down” και το «Lord Of The Flies», που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα. Τα δυο τελευταία singles που ανέφερα, μαζί με το “Sign Of The Cross”, παρέμειναν στις setlists των Maiden ακόμα και με την επιστροφή του Bruce Dickinson. Το “The Edge of Darkness” ήταν βασισμένο στην ταινία “Apocalypse Now” (που με την σειρά της σαν ταινία, βασίστηκε στο “Heart of Darkness” του Joseph Conrad).

Σχετικά με το τραγούδι “The Sign of the Cross”, ο Bayley είχε δηλώσει πως: «Αυτό το τραγούδι ήταν μια τεράστια πρόκληση εκείνη την εποχή. Ήταν ένα τόσο πολύπλοκο τραγούδι που δεν μπορούσε κανείς να θυμηθεί πώς πήγαινε. Αυτό ήταν το μοναδικό τραγούδι που συνθέσαμε όλοι μαζί, όπου είπαμε ότι θα πρέπει όλοι να συνδράμουμε για να βγει. Ηχογραφούσαμε ένα σημείο τη φορά και στη συνέχεια τα ενώσαμε. Και καταλάβαμε ότι το τραγούδι αυτό ήταν φανταστικό μόνο όταν το ακούσαμε ολοκληρωμένο.».

Πολλοί ήταν αυτοί που ένιωσαν μερικώς ή πλήρως απογοητευμένοι από αυτό το πόνημα των Maiden και θεωρώ πως μέχρι και σήμερα αυτή η πικρία παραμένει. Οι περισσότεροι θεωρούν πως το “The X Factor” ήταν – είναι απογυμνωμένο από εκείνα τα riff που ξεσήκωναν ψυχή τε και σώματι, σαν να στέρεψε η έμπνευση, σαν να μην ήθελαν τελικά να δώσουν τόσο πολλή σημασία σε αυτόν τον δίσκο. Κάτι τρομερά περίεργο, αφού από τη μια θα ήταν αναμενόμενο να τα «δώσουν όλα» και να γκαζώσουν ξανά δυνατά με την αλλαγή του τραγουδιστή τους (που όπως και να το κάνουμε, είναι θεμελιώδους σημασίας για ένα συγκρότημα) και από την άλλη πάει κόντρα στον καλό τους ήχο και την καλή παραγωγή. Δεν γίνεται να δίνεις βάρος μόνο στην παραγωγή και όχι στη σύνθεση όταν είσαι οι Iron φάκιν Maiden. Η πλάκα είναι ότι παρά την σχεδόν καθολική ξενέρα του κόσμου και του Τύπου, ο Steve Harris μιλώντας στο podcast ‘Talk Is Jericho’, όχι μόνο υποστήριξε την συγκεκριμένη κυκλοφορία αλλά της έδειξε και κάποια «αδυναμία». Πιο συγκεκριμένα:

«Μου αρέσει πάρα πολύ αυτός ο δίσκος. Είναι πολύ προσωπικός. Θυμάμαι να λέω κατά την περίοδο εκείνη ότι οι δίσκοι που θα βγάζαμε με τον Blaze, κάποια στιγμή στο μέλλον θα εκτιμούνταν από τον κόσμο. Και πράγματι, έτσι γίνεται. Αρχίζουν και τους εκτιμούν. Σίγουρα τους εκτιμούν πολύ παραπάνω από τότε. Ήταν πραγματικά καλοί δίσκοι, κατά τη γνώμη μου. Ήταν ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο, οτιδήποτε και να περνούσαμε, μας έκανε να βγάλουμε καλά πράγματα.»

Μετά την κυκλοφορία του “The X Factor” οι Βρετανοί κυκλοφόρησαν μια συλλογή με τίτλο “Best of The Beast”, που μάλιστα αποτέλεσε το πρώτο compilation album τους και περιελάμβανε ένα νέο single με τίτλο “Virus”, του οποίου οι στίχοι σκοπό είχαν να κατακεραυνώσουν τους κριτικούς που έριξαν τους Maiden στα τάρταρα με τις κριτικές τους.

Iron Maiden with Blaze Bayley at Santiago, Chile in 1996.

Το “Virtual XI”.

Ο δεύτερος και τελευταίος όπως αποδείχτηκε δίσκος που κυκλοφόρησαν οι Βρετανοί με τον Blaze Bayley στη φωνή, ήταν το “Virtual XI”. Το “Virtual XI” κυκλοφόρησε στις 23 Μαρτίου 1998 και ενώ σαν δίσκος, και ειδικότερα ο τίτλος του, συνάδει με την κυκλοφορία του “Ed Hunter”, του computer game* του συγκροτήματος αλλά και με το παγκόσμιο πρωτάθλημα της FIFA** (για την ιστορία το 16ο, στην Γαλλία, με νικήτρια την διοργανώτρια Εθνική Γαλλίας) με το οποίο ήθελαν οι Maiden να το συνδυάσουν, για πρώτη φορά στα χρονικά, οι Βρετανοί καταγράφουν ρεκόρ χαμηλότερων πωλήσεων, με τον δίσκο να μην προσπερνά τις ένα εκατομμύριο κόπιες – κάτι που συνέβη για πρώτη φορά – ενώ αντίστοιχα αρνητικό ρεκόρ είχαν και στα charts, όπου έπιασαν πάτο. Στη Μεγάλη Βρετανία το “Virtual XI” άγγιξε την 16η θέση (η χαμηλότερη όλων για τους Maiden).

& ** Σύμφωνα με τον Harris: «Φανταζόμασταν ότι οι οπαδοί μας είναι σαν και εμάς, με σχεδόν τα ίδια ενδιαφέροντα, οπότε σκεφτήκαμε: «Είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο φέτος το ‘98. Ας μπλέξουμε το ποδόσφαιρο με τον νέο δίσκο». Και πράγματι ήδη εργαζόμασταν σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι εκείνη την εποχή, οπότε σκεφτήκαμε: «Ας το μπλέξουμε κι αυτό στην συνταγή.”» — Πριν από την κυκλοφορία του δίσκου, οι Iron Maiden διοργάνωσαν μια περιοδεία για την προώθησή του στην οποία διεξήγαγαν ποδοσφαιρικούς αγώνες σε όλη την Ευρώπη με φιλοξενούμενους μουσικούς και επαγγελματίες ποδοσφαιριστές από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Όσον αφορά στο μουσικό κομμάτι του δίσκου, και εκεί τα πράγματα ήταν κάπως εξίσου αλλοπρόσαλλα (ήταν σαν να βρίσκονται σε κατάσταση μανίας και να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς ιδιαίτερη σκέψη. Μα, Παγκόσμιο Κύπελλο; Τέλος πάντων…). Ο Bayley είχε δηλώσει πως:

«Το “Virtual XI” ήταν ένας κάπως πιο αισιόδοξος δίσκος [σε σχέση με τον προκάτοχό του], αφού σαν μπάντα είχαμε επιζήσει από το ‘Χ-Factour’… Ένιωσα σα να βρήκαμε τον δρόμο μας.»

Σύμφωνα με τον Harris, το “Futureal”, τους στίχους του οποίου έγραψε ο Bayley, αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία είσαι αιχμάλωτος της εικονικής πραγματικότητας και το παρουσιάζει σαν ένα αρκετά επιθετικό κομμάτι σκληρού rock μπολιασμένο με τον χαρακτήρα των Maiden. Το “The Clansman” είχε ως πυρήνα έμπνευσής του την ταινία “Braveheart”, για το οποίο ο Harris είχε δηλώσει πως «μιλά για το πώς είναι να ανήκεις σε μια κοινότητα και να προσπαθείς να χτίσεις και στην συνέχεια να πολεμάς για να μην σου αρπάξουν ό,τι κατάφερες.», ενώ για το κομμάτι “When Two Worlds Collide”, ο ίδιος αναφέρει πως, “Λυρικά, νομίζω ότι ο Blaze προσπαθούσε να γράψει για τους διαφορετικούς τύπους κόσμων στους οποίους έζησε και ίσως για το πώς ο κόσμος του έπρεπε να αλλάξει και να προσαρμοστεί στον κόσμο όπου τελούσε τραγουδιστής των Iron Maiden.». Πάλι σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου, το “The Educated Fool”, μιλά για πως «Όλοι σιγά σιγά μεγαλώνουμε και όλοι έχουν την προσμονή να γίνεις πιο σοφός, αλλά παράλληλα, όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερα γνωρίζουμε και τελικά τόσο λιγότερες είναι οι απαντήσεις που έχουμε για τον κόσμο.».  Το “Don’t Look to the Eyes of a Stranger” εμπνέεται από την παρατήρηση του Steve Harris, ως γονέα, ότι “κάθε ξένος είναι μια πιθανή απειλή “, ενώ το “Como Estais Amigos” είναι ένα αφιέρωμα στους στρατιώτες αμφοτέρων των πλευρών του πολέμου των Φώκλαντ.

Σχετικά με το τραγούδι “The Clansman”, ο Bayley δήλωσε: “Είναι τέλειο, με πολλούς τρόπους γιατί θυμάμαι τον Steve Harris να μπαίνει στο στούντιο με λίγο χαρτί και μου είπε «πώς σου φαίνεται αυτή η ιδέα;» και άρχισε να μου το σιγοτραγουδάει. Είπα ότι ήταν εξαιρετικό και αυτό το τραγούδι ήταν το “The Clansman”.». Στη συνέχεια, αρχίσαμε να το προβάρουμε και βρήκαμε μια ωραία μαγεία μέσα του. Νομίζω ότι λόγω του θέματος του τραγουδιού υπήρχαν πολλά πράγματα εναντίον των Maiden την εποχή εκείνη. Πολλοί promoters είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους προς το συγκρότημα, οι πωλήσεις ήταν χαμηλές εκείνη την εποχή και το να τραγουδάς αυτό το τραγούδι παράλληλα με το πνεύμα του τραγουδιού που μιλούσε για την ελευθερία και την επιμονή, έμοιαζε να είναι σωστό.  Δεν θα αλλάζαμε κατεύθυνση. Θα παραμείναμε πραγματικά πιστοί στην ποιότητα.».”

Ενώ η γενικότερη ιδέα των εικόνων του booklet του “Virtual XI” προήλθε από το παιχνίδι Ed Hunter, το εξώφυλλο δημιουργήθηκε από τον Melvyn Grant. Σύμφωνα με τον Grant, του ζητήθηκε να σχεδιάσει κάτι σχετικό με την εικονική πραγματικότητα, αλλά αργότερα του ζητήθηκε να το αλλάξει προσθέτοντας ένα στιγμιότυπο από ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου, αφού η μπάντα αποφάσισε να συνδέσει την συγκεκριμένη κυκλοφορία με το Παγκόσμιο Κύπελλο που προανέφερα.

Για τον συγκεκριμένο δίσκο, ο Steve Harris επιμελήθηκε και των πλήκτρων, που μέχρι τότε , είχε χειριστεί ο τεχνικός του Harris, Michael Kenney.

Όπως συνέβη και με την προηγούμενη παγκόσμια περιοδεία τους, αρκετές αμερικανικές εμφανίσεις του ‘Virtual XI World Tour’ έπρεπε να ακυρωθούν καθώς ο Bayley είχε θέματα με τη φωνή του, αν και ο επίσημος λόγος ήταν ότι υπέφερε από μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση στη γύρη.

Ενώ όλοι περίμεναν οι Iron Maiden να ανακάμψουν και ουσιαστικά να τους αποζημιώσουν για το “The X Factor”, το “Virtual XI” αποδείχτηκε μικρότερο των περιστάσεων και απογοήτευσε για ακόμα μια φορά. Αν εξαιρέσεις τις ζωντανές παρουσιάσεις και αργότερα ηχογραφήσεις μερικών κομματιών του δίσκου που αναγκαστικά από ένα σημείο και μετά σου μένουν στο μυαλό, σε πρώτη ανάγνωση / ακρόαση τίποτα δεν ξεχωρίζει και φυσικά κανένα κομμάτι δεν αγγίζει έστω και στο ελάχιστον την προηγούμενη αίγλη του συγκροτήματος. Μόνο οι φανατικοί οπαδοί δεν κριτίκαραν τόσο αρνητικά τον δίσκο, αλλά εκεί όλοι ξέρουμε ότι τα υποκειμενικά στοιχεία υπερβαίνουν και καταπίνουν τα αντικειμενικά και θολώνουν την κρίση. Οι επαναλαμβανόμενες δομές, η κατά βάση μεγάλη διάρκεια των κομματιών, η χαμηλή ποιότητα παραγωγής και η μη ύπαρξη αξιομνημόνευτων κομματιών, καταδίκασαν το “Virtual XI” να μείνει στην ιστορία ως ένας από τους χειρότερους δίσκους των Iron Maiden.

Iron Maiden with Blaze Bayley at Curitiba, Brazil in 1998.

Η αποχώρηση.

Η θητεία του Bayley στους Iron Maiden τελείωσε τον Ιανουάριο του 1999, όταν και του ζητήθηκε να φύγει από τη μπάντα κατά τη διάρκεια ενός meeting, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τη φωνή του κατά τη διάρκεια του Virtual XI World Tour, αν και ο Janick Gers δήλωσε ότι αυτό συνέβη εν μέρει εξαιτίας του ίδιου του συγκροτήματος, που ανάγκαζε τον Bayley να τραγουδά σε υψηλούς τόνους, έξω από τη φυσική εμβέλεια της φωνής του.

Μετά την επάνοδο του Dickinson στο ρόστερ, οι Iron Maiden συνέχιζαν να παίζουν και το “Futureal” και το “The Clansman” ζωντανά. Ενώ το “Futureal” παιζόταν ζωντανά μέχρι το 1999, το “The Clansman” εμφανίστηκε στις setlists των Βρετανών μέχρι και το 2003, αλλά και αργότερα το 2018 κατά την περιοδεία του “Legacy of the Beast”. Οι ζωντανές ηχογραφήσεις και των δύο τραγουδιών με τον Dickinson στα φωνητικά μπορούν να βρεθούν στο single “The Wicker Man” και το “Rock in Rio” αντίστοιχα, ενώ η ζωντανή ηχογράφηση του “The Clansman” κυκλοφόρησε αργότερα εκ νέου στη συλλογή “From Fear to Eternity” του 2011.

Παρά τα όλα στραβά και ανάποδα που βρέθηκαν στο διάβα τους, ο Blaze Bayley δήλωσε στην εκπομπή ‘Rowsjpopshow’ τα παρακάτω:

“Ήταν μια φανταστική στιγμή στη ζωή μου. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα επιλεγόμουν να είμαι ο τραγουδιστής μιας από τις μεγαλύτερες μπάντες του heavy metal όλων των εποχών και ήταν μεγάλη τιμή, πέρασε πάρα πολύ καλά, έμαθα πολλά για τη σύνθεση τραγουδιών και το ίδιο το τραγούδι. Ήταν μια υπέροχη στιγμή στη ζωή μου και τα μαθήματα που πήρα από τους IRON MAIDEN τα έχω βάλει στην σόλο καριέρα μου. Έχω 11 σόλο άλμπουμ από τότε και έχω κάνει περιοδείες με όλα από αυτά. Οπότε, όταν αναπολώ τις μέρες μου στους Iron Maiden, μου δημιουργούνται αισθήματα περηφάνειας και νοσταλγίας, είμαι πραγματικά λάτρης εκείνης της εποχής.»

Για να κλείσω γιατί μάλλον σας κούρασα, μια καθαρά προσωπική νότα. Ναι, οι δίσκοι των Iron Maiden με μπροστάρη τον Blaze Bayley όχι μόνο πρόσφεραν απογοήτευση, αλλά και πολλές φορές εκνευρισμό, ειδικά στους φανατικούς οπαδούς του συγκροτήματος. Παρόλα αυτά, θέλω να καταλήξω σε δύο πράγματα. Αφενός δεν χρειάζεται να είμαστε τόσο σκληροί με τις επιλογές ενός συγκροτήματος και να διαγράφουμε ολάκερες εποχές γιατί μπλεκόμαστε στο hype του κραξίματος και μας παίρνει η μπάλα δίχως λόγο και αιτία. Όλοι σε αυτόν τον κόσμο ζούμε στην προσπάθεια, δώστε λίγο τόπο στην οργή (το τονίζω γιατί τον τελευταίο καιρό έχετε πάθει πάλι ένα ντουβουρτζά και θάβετε ό,τι έκανε ο Bayley με τους Maiden, θαρρείς και αν βάζαμε εσάς στη θέση του δεν θα αποτυχαίνατε παταγωδώς, μικρές σκουληκαντέρες που έχετε άποψη για όλα). Αφετέρου, επειδή ο κυρ Blaze έχει κυκλοφορήσει εξαιρετικούς δίσκους στην solo καριέρα του και πλαισιώνεται από πράγματι ξεχωριστούς μουσικούς, προτείνω να μην χάσετε την ευκαιρία και να δείτε ζωντανά τον Blaze Bayley και την παρέα του, μιας και η φετινή του περιοδεία κάνει αρκετούς σταθμούς στη χώρα μας.

Τα λέμε εκεί έξω!