Όταν οι συναυλίες έχουν γίνει αντικείμενο δουλειάς και όχι ψυχαγωγίας και τα ωράρια σου είναι εξαντλητικά, μια έξοδος σε κινηματογράφο για να δεις μια ταινία αυτομάτως μπορεί να μετατραπεί σε διέξοδο. Αν δε η ταινία συνδυάζει και την μεγάλη σου αγάπη την μουσική τότε όλα φαντάζουν τέλεια…μέχρι να σου ζητήσουν οι συνεργάτες σου στο team του περιοδικού να γράψεις 2 λόγια για το φιλμ που είδες στην ελαφρώς σκονισμένη, αγαπημένη στήλη Smash Your Screen…. Σινεφίλ είμαι, οπαδός των Queen είμαι (και δεν θα περίμενα μια ταινία για να γίνω), αλλά ακόμα και τίποτα από τα 2 να μην είσαι, όσο να πεις μια ταινία αφιερωμένη στην πορεία τους, στη ζωή του Φρέντυ Μέρκιουρι στο Live Aid, φτιαγμένη να μας θυμίσει πόσο μεγάλο σχήμα υπήρξαν και πόσο μετράνε σαν όνομα ακόμα, είναι ένας καλός και άκρως πειστικός λόγος για να σας σπρώξει σε κάποιον κινηματογράφο να την δείτε. Άλλωστε η περσόνα του Φρέντυ Μέρκιουρι είχε άπειρα γεγονότα που θα μπορούσε να στηθούν πάνω τους όχι μια, αλλά κάμποσες ταινίες ή μια ολόκληρη σειρά. Ενώ η ευκαιρία για εμβάθυνση στους χαρακτήρες ή προσπάθεια να αναδείξει πτυχές της συμπεριφοράς ή το δράμα ή την άνοδο και πτώση ενός μύθου ή και την ανθρώπινη διάσταση του περνάει γιατί απλούστατα η ταινία έχει φτωχό και αδύναμο και σχηματικό σενάριο. Ένα σενάριο με μπερδεμένη πλοκή και επιφανειακή προσέγγιση, δυστυχώς ρηχό και εντελώς επιδερμικό. Η ταινία είναι μια πρώτης διαλογής Χολιγουντιανή φιέστα και λειτουργεί σαν μια πλήρης αντανάκλαση της ελαφρότητας που αναβλύζει η ποπ κουλτούρα. Διασκεδαστικό μεν, με αρκετές ανακρίβειες δε, η ταινία μοιάζει σαν ένα oversized βίντεο-κλιπ καμωμένο να ικανοποιήσει 3 παράγοντες: το δίδυμο May/Taylor, τον μέσο οπαδό της μπάντας (που ουσιαστικά μιλάμε για τον ορισμό του «έχω ένα best-of και ένα βινύλιο που βρήκα στο Μοναστηράκι για την χιπστεριά») και αυτούς που πήγαν στον κινηματογράφο για το hype και τον ντόρο που έχει γίνει γύρω από αυτή ή απλά για τον θρύλο των Queen. Δεν υπαινίσσεται κανένας πως περιμένεις να δεις ένα ντοκιμαντέρ στο Bohemian Rhapsody αλλά οι ανακρίβειες ήταν κάμποσες και συνάμα χτυπητές ακόμα και σε ένα μη οπαδό του συγκροτήματος αλλά έχει μια σχέση με την rock μουσική. Όσοι μείνουν στην ομοιότητα του πρωταγωνιστή Ράμι Μάλεκ (που κάνει την performance της καριέρας του) και την ικανοποίηση του κοινού από την ερμηνεία του, θα αγνοήσουν πως μιλάμε για μια ουσιαστικά μίμηση του αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα όταν το κοινό σκέπτεται με το συναίσθημα και όχι με κριτική σκέψη. Η αλήθεια είναι πως η αρχική επιλογή, ο Sascha Baron Cohen εγκατέλειψε με δική του απόφαση το πρότζεκτ, κάτι που έδειξε πόσο διαφορετικά έβλεπαν την ταινία τα εναπομείναντα μέλη των Queen (και παραγωγοί της ταινίας) με αυτόν. Ο Cohen ήθελε να εμβαθύνει στην ζωή του εκκεντρικού σταρ που έφτασε να γίνει gay icon και να παρουσιάσει μερικές από τις σκοτεινές στιγμές του, να δείξει την δυαδικότητα της φύσης του, που χωρούσε την λάμψη της επιτυχίας και των βουτηγμένων στα ναρκωτικά πάρτι και το έρεβος του πόνου και της μοναξιάς. Αντίθετα οι υπόλοιποι Queen δεν νοιάζονταν για λεπτομέρειες όπως το γεγονός της διάγνωσης του Aids που έγινε το 1987, δύο χρόνια μετά το Live Aid και όχι πριν. Ούτε πως δημιουργήσανε μια τσιχλόφουτσκα διανθισμένη με μια πλειάδα θρυλικών κομματιών που το άκουσμα τους προκαλεί ντελίριο ακόμα και σε κινηματογραφικές αίθουσες 42 χρόνια αφότου πρωτοακούστηκαν (και όχι το 1980 το “We Will Rock You” ρε παιδιά, στο ‘News of the World’ μας συστήθηκε!!!). Το Bohemian Rhapsody είναι μια κινηματογραφική μετριότητα που μάλλον λειτουργεί σαν μια καλοστημένη προπαγάνδα των May/Taylor μέσω της προσωποκεντρικής και άγαρμπα εξωραϊσμένης αγιογραφίας του τεράστιου Φρέντυ. Last But Not Least: θα ξαναπήγαινα να το δω και όχι δεν κλαίω τα χρήματα μου.