Καθώς η σχολική χρονιά τελείωνε το χρέος μου σαν πατέρας ήταν να πάω να πάρω τους δυο γιους μου με το μαύρο Jeep Compass αντί του κλασσικού κίτρινου σχολικού λεωφορείου που χρησιμοποιούν οι κανακάρηδες μου για την μεταφορά τους προς και από το σχολείο. Βλέπετε είναι σημαντική μέρα για αυτούς, τα δίδυμα τελειώνουν το δημοτικό και το Σεπτέμβρη θα πάνε γυμνάσιο. Το σχολείο τους είναι ένα φλωράδικο στα προάστια, από αυτά που γεννάνε γιάπηδες σαν τα κουνέλια και οι μαθητές του έχουν μια καθαρόφατσα, τόσο αγγελική που με τίποτα δεν προδίδει τον αιμοσταγή μικροτσουτσουνο διευθυντή που θα καταλήξουν να γίνουν στο μέλλον, από αυτούς τους καριόληδες που πατάνε επί πτωμάτων για να αναρριχηθούν όλο και ψηλότερα στην ιεραρχία της εταιρίας που τους ταΐζει χρήματα και εγωισμό, μαζί με μπόλικη ψευδαίσθηση κυριαρχίας. Πήγα λοιπόν στο δημοτικό του Γουέστ Ρόξμπουρι και ίσα που πρόλαβα τις τελευταίες δακρύβρεχτες συμβουλές της κακογαμημένης δασκάλας τους. Ανάμεσα σε άλλες κλισαριμένες μπούρδες ανέφερε πως οι μπαμπάδες ή οι μαμάδες των παιδιών, θα πρέπει πάνε μια βόλτα τα βλαστάρια τους στο γυμνάσιο που αυτοί φοίτησαν και να τους διηγηθούν μια καλή ιστορία από τα χρόνια τους εκεί.  Εκείνη την Παρασκευή είχα κανονίσει να πάρω ρεπό και είχα τον χρόνο να το κάνω, άσε που είναι αλήθεια πως η ιδέα της κυρίας Χότζσον μου φάνηκε εξαιρετική. Κατευθυνθήκαμε στο Τσαρλστάουν, εκεί που μεγάλωσα και διάολε οι δρόμοι της γειτονιάς μου μυρίζουν ακόμα το ίδιο άσχημα με τότε. Με τα σκουπίδια στους υπερχειλισμένους κάδους να στριμώχνονται στα στενά, τα παρατημένα κτήρια με τα χαρακτηριστικά τούβλα στους τοίχους που θυμίζουν ψηφιδωτό από πολλά κόκκινα σπιρτόκουτα, να στέκονται μονότονα και γερασμένα χωρίς να ασκούν καμιά αρχιτεκτονική γοητεία ή περιέργεια σε κανένα πια. Από την άλλη η τωρινή μας γειτονιά, με τις ξύλινης κατασκευής δίπατες μονοκατοικίες, με τα λουλουδιασμένα μπαλκόνια και τις ανθισμένες αυλές, με το φρεσκοποτισμένο γκαζόν στο οποίο ξεκουράζεται το πολυχρησιμοποιημένο Station Wagon της μαμάς και το SUV του μπαμπά, με τα κοντοκουρεμένα λιγούστρα και θάμνους να οριοθετούν με φυσικό τρόπο τις περιουσίες των μεγαλοαστών-κατοίκων, σαν την αφεντομουτσουνάρα μου. Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στο σχολείο μου, που είναι και το μοναδικό στην περιοχή. Στα τελευταία φανάρια πριν κάνω αριστερά στη οδό Μέντφορντ, έριξα μια μάτια σε έναν τύπο γύρω στα σαράντα πέντε με μια γαμψή μύτη και ένα αστείο μουστάκι στρογγυλά γυαλιά.  Καθόταν στα σκαλιά της εισόδου του κτιρίου και χάιδευε έναν λευκό σκύλο. Διέκρινα το βλέμμα του να είναι κολλημένο επίμονα πάνω μου όσο κρατούσε το κόκκινο φανάρι αναμμένο και από εκείνη την ώρα δεν τόλμησα να τον ξανακοιτάξω και έκανα πως έψαχνα να αλλάξω σταθμό. Φτάνοντας στο γυμνάσιο μου, πάρκαρα ακριβώς απέναντι από το παλιό καφέ και είπα στα παιδιά μου να βγουν έξω ώστε να ακούσουν την ιστορία που μας πρότεινε η δασκάλα τους να τους διηγηθώ, σαν μάθημα ζωής από τον πατέρα τους.

-«Ακούστε αγαπητά μου παιδιά. Εδώ μεγάλωσα και εδώ πήγαινα σχολείο πριν ο παππούς σας μου ανοίξει τα μάτια. Με τα λίγα που ήξερε, με μόλις δυο απλές κουβέντες, μου άλλαξε τη ζωή και από ένα καθικάκι που θα έβλεπε τη ζωή να περνάει από μπροστά του, μπήκα στο πανεπιστήμιο και έγινα αυτό που είμαι τώρα. Μην αναλύσουμε τι είμαι και τι έγινα, είστε ακόμα μικροί ηλικιακά και εντελώς απαίδευτοι για να την πείτε στον γέρο σας. Αλλά έχετε όλο τον χρόνο να ανακαλύψετε ποσό μαλάκας έγινα, αλλά και πως η ζωή είναι γεμάτη από τέτοιους ανθρώπους που θα είναι πάντα πίσω, δίπλα ή και απέναντι σας. Μέχρι τότε και ως ότου σας πληρώνω, θα ασκείτε κριτική από μέσα σας και σιωπηλά. Λοιπόν, πριν πάω στο πανεπιστήμιο έστρωσα τον κώλο μου διαβάζοντας σαν σκυλί για να μην γίνω χασάπης σαν τον γερό Τζο και για να αποκτήσω μια τζιπάρα σαν αυτή που μας έφερε εδώ και όχι ένα φορτηγάκι σαν αυτό που κουβαλούσε κρέατα ο πατέρας μου. Εδώ που βρισκόμαστε, τα παιδιά είχανε πατεράδες αληθινούς άντρες που ιδρώνανε το ψωμί τους και δεν ήταν σαν τους δικούς σας λούληδες με αρώματα και πόδια άτριχα που απέκτησαν σε ραντεβού των εκατονπενήντα δολαρίων σε στούντιο με λέιζερ ή με τριμαρισμένα στήθη. Ούτε ήταν φροντισμένα ατημέλητοι. Είχανε φαλτσέτα να ξυρίζουν τα γένια τους, ρίχνοντας φτηνή κολόνια ή οινόπνευμα και όχι λοσιόν για πούστηδες ή άφτερ σέιβ και γυρίζανε σπίτι το βράδυ για να γεμίσουν τα στομάχια τους με μια μπριζόλα ή μια ζέστη σούπα. Δεν κανόνιζαν αφτερ γουόρκ λαντς με εταιρικούς συνετάιρους για να φάνε κάτι στολισμένα πιάτα με ότι κατέβει το κεφάλι του κάθε βλάκα με τατουάζ στα χέρια που δηλώνει σεφ και σε κάνουν να ανακατεύεσαι όταν τα δοκιμάζεις και γυρνάς σπίτι μετά το δείπνο και παραγγέλνεις κινεζικό για να χορτάσεις. Διάβαζα κάθε μέρα όλα τα μαθήματα μου και ένα λογοτεχνικό βιβλίο την εβδομάδα, και αν και μόνο και εφ’ όσων είχα τελειώσει όλα αυτά ήμουν ελεύθερος για τους δρόμους. Που όταν γυρνάγαμε σε αυτούς μέχρι αργά, αυτό συνέβαινε γιατί μας αφήνανε επίτηδες και εις γνώση τους, – αν και με φόβο-, για να ψηθούμε, αλλά αν μας πιάνανε να κλέβουνε ή να κάνουνε τσιγαριλίκι ή καμιά αλητεία πέρα των ορίων που αυτοί είχαν θέσει στο μυαλό τους, τρώγαμε μπάτσα στα μούτρα και η ζώνη στην πλάτη έκανε ένα σφυριχτό ήχο που νόμιζες έσκιζε τον αέρα αλλά πιότερο ξέσκιζε το δέρμα σου. Την τελευταία χρόνια λοιπόν που λέτε …»

-«Μπαμπά βαρέθηκα», πρόλαβε να πει ο Τζο που είχε το όνομα του παππού του.

-«Βγάλε τον σκασμό όταν μιλάω σοβαρά και όταν προσπαθώ να πω μια ιστορία με τις λιγότερο σοκαριστικές για την μάνα σου λεπτομέρειες μιας και ξέρω πως σαν μπούληδες που είστε θα τα ξεράσετε στην μανούλα σας, σαν εμετό αν τρώγατε ένα κιλό χαλασμένα μύδια. Λοιπόν αγόρια μου, την τελευταία χρόνια που πήγαινα στο γυμνάσιο γυρνούσα κάθε βράδυ έξω με κάτι καλόπαιδα από το Ιστ Σόμερσβιλ, αλλά και την δίκη μου γειτονιά. Μαύροι, λευκοί, Ιταλοί, Ιρλανδοί, Έλληνες, καθολικοί και προτεστάντες, ένα μια γροθιά. Όπως θα προσέξατε και στην χλιδάτη γειτονιά μας, και ‘σεις έχετε φίλους μαύρους, Εβραίους, Ιρλανδούς. Το μόνο χρώμα που χωρίζει, δεν είναι στο δέρμα μας αλλά είναι το πράσινο του δολαρίου. Και κοιτάξτε κακομοίρηδες το μάθημα αυτό να σας κάνει να το αγαπήστε αυτό το πράσινο, γιατί είναι η μόνη σωτηρία σας. Που λέτε λοιπόν η παρέα αυτή, έμοιαζε με συμμορία. Βγαίναμε με τα μαύρα baseball τζάκετ μας με τα λευκά μανίκια, τα καπελάκια των Red Sox ή των Celtics, τις περισσότερες φορές με ρόπαλα στα χέρια, πάντοτε έτοιμοι για καβγάδες και πάντοτε φτιαγμένοι για ένα καλό λάιβ στο The Rat στην Kenmore Square. Ακούγαμε χάρντκορ και ραπ αλλά και τα κλασσικά χέβι μέταλ, αράζοντας σε πάρκα με σκειτάδες και μπιεμεξάδες, χωρίς να βάζουμε άλλες ταμπέλες, πέρα του φίλος ή γνωστός. Κάθε βράδυ ανταλλάσαμε κασέτες και βινύλια προσπαθώντας να ανακαλύπτουμε κάθε φορά ακόμα πιο ψαγμένη ή ακραία μουσική. Πίναμε κανένα τσιγαριλίκι, ενώ καμιά φορά κούμπωνε κανένα χάπι ο κολλητός μου ο Ντίνο ο Ακριδάκιας. Ένα παιδί από Ιταλούς γονείς, με μάνα μοδίστρα και πατέρα κωλόμπατσο,. Ο Ντίνο λάτρευε το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και συχνά φορούσε την φανέλα της εθνικής Ιταλίας με το δέκα του Ρόμπι Μπάτζιο στην πλάτη ή ένα κασκόλ της Γιούβε στον λαιμό. Θα προτιμούσε να τον φωνάζαμε «Μικρό Βούδα», αλλά αντ’ αυτού του είχε κολλήσει το «Ακριδάκιας», που πάντως το προτιμούσε από το «Ιταλός». Ένα βράδυ του Φλεβάρη και ενώ οι συζητήσεις που μονοπωλούσαν πλέον ήταν για το ποιο κολλέγιο ή ποιο εργοστάσιο θα ήταν η επόμενη στάση του τραίνου της ζωής μας, ο Ντίνο ο Ακριδάκιας, έριξε την ιδέα να πάμε στο σχολείο. Είχε κλέψει τα κλειδιά από τον γερό Τζίμη τον φύλακα.

 -«Πάμε ρε αλάνια, μας λέει, πάμε να γουστάρουμε. Πάρτυ φάση, πάρτυ για λίγους πάρτυ για φίλους».

Ένας Χορός Τελειόφοιτων, χωρίς βασίλισσες και σμόκιν, ούτε χαζούς γονείς να βγάζουν φωτογραφίες την σκατόφατσα μας όταν πάμε να πάρουμε από το σπιτικό τους την θυγατέρα τους, χωρίς παντς και χυμούς φρούτων και εμετικές μπάντες να τραγουδάνε ότι βλακεία παίζει το ερμαφρόδιτο ραδιόφωνο της πόλης. Χωρίς να το καταλάβουμε και ‘μεις ποσό γρήγορα είχαμε μπει μέσα στο σχολείο οπλισμένοι με ηχοσυστήματα, μεγάλα ηχεία και βινύλια των Cro-Mags αλλά και των δικών μας Gang Green, Slapshot, SSD, Negative Fx, The Proletariat και των τότε φρέσκων Blood for Blood. Το πάρτυ είχε μπόλικο αλκοόλ, όχι σαν αυτά των φλώρων των Νεοϋορκέζων που το παίζαν βίγκαν, στρέιτ έτζ και ιδεολόγοι.

Ο Ντίνο μάλλον θέλοντας να κάνει την παρουσία του περαιτέρω αισθητή, ανέβηκε σε ένα θρανίο με το ρόπαλο στους ώμους και μας προέτρέψε να τον μιμηθούμε. Η συνέχεια είχε πολύ βία, τα ρόπαλα σε πλήρη   πολύ θρυμματισμένο τζάμι και κάμποσα σπασμένα θρανία από την μανία του όχλου, που πλέον το συνέθεταν και πολλοί εξωσχολικοί που σύχναζαν στο πάρκο και μας ακολούθησαν για την φάση. Το ηχοσύστημα δεν γλύτωσε της ανόητης οργής μας και πάλι καλά που έσπασε το πικάπ, για να ακούσουμε τις σειρήνες των περιπολικών, που δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνιση τους, μιας και οι γείτονες τηλεφωνούσαν συνεχώς για την φασαρία που έρχεται από το σχολείο. Οι σειρήνες ηχούσαν με μανία και δεν χρειάστηκε περισσότερος χρόνος από δυο λεπτά για να φύγουμε σαν ποντικοί από την πίσω αυλή, αφήνοντας μπόλικη διαλυμένη περιουσία και καταστροφές.

Την άλλη μέρα ο διευθυντής του σχολείου σε έξαλλη κατάσταση μας ενημέρωσε για το τι έγινε και αναρωτήθηκε αν είναι μπλεγμένος κάποιος από εμάς σε αυτό το αίσχος, σε αυτήν την ντροπή. Είχε έτοιμο το εγκεφαλικό σαν μια επιλογή, είτε να τιμωρήσει τα κακά παιδιά του σχολείου. Σοφά διάλεξε να τσακώσει πέντε καλόπαιδα από τον γιακά και όχι να τα κακαρώσει και σε μια απέλπιδα προσπάθεια του να βρει τον εγκέφαλο πίσω από όλα αυτά έψαχνε στο πλήθος τον Ντίνο. Που δεν είχα έρθει στο σχολείο. Σκέφτηκα πως ο ανόητος δείλιασε και αυτό θα τον κάρφωνε σαν ένοχο, αλλά με θράσος Ρεπουμπλικάνου πολιτικού που μιλά για ανθρώπινα δικαιώματα σε μειονότητες, σήκωσα το χέρι μου και πρότεινα να στείλουμε ένα άρθρο υπογεγραμμένο από όλους τους μαθητές, στο οποίο θα καταδικάσαμε την βία και τους εξωσχολικούς που προσπαθούσαν να αλώσουν το σχολείο μας, που ήταν το διαμάντι της τοπικής κοινωνίας μας, ώστε να δημοσιευτεί στον τοπικό Τύπο. Ο διευθυντής με επαίνεσε και διάνθισε το κείμενο που έγραψε ο Πίτερ Ο’ Μπράιεν, που έγραφε στην σχολική εφημερίδα, και το δώσαμε να το δημοσιεύσει η Boston Herald το άλλο πρωί.

Φυσικά και ενώ το σχολείο δεν λειτούργησε εκείνη την μέρα, λίγο πριν μας διώξουν ο κύριος Χέντερσον ζήτησε από πέντε φίλους του Ντίνο να μείνουμε για να μας μιλήσουν κάποιοι ντετέκτιβ. Ήμουν σίγουρος πως την είχαμε βάψει και έβλεπα στα πρόσωπα των συμμαθητών μου να εκδηλώνεται τη δυσφορία τους στα μάγουλα τους και όσο προσπαθούσαν να περιορίσουν την ροή χρωστικής ουσίας τόσο να κοκκινίζουν.

Οι μπάτσοι ήταν καθησυχαστικοί μιας και μας δήλωσαν εξ αρχής πως δεν ασχολούνται με το χτεσινό πάρτυ και μπήκαν κατευθείαν στο ψητό: ο φίλος σας σκότωσε τον πατέρα του και τον ψάχνουνε από χτες, μήπως ξέρετε που μπορεί να βρίσκετε;

Βλέπετε, το όλο πάρτυ έμοιαζε το τέλειο άλλοθι για τον Ντίνο, που είχε αποφασίσει να εκτελέσει τον πατέρα του. Οργάνωσε το πάρτυ-εξέγερση ηλιθίων, έκανε το κομμάτι του, έφτιαξε το άλλοθι του, όταν τον είδανε όλοι πάνω στο θρανίο, γλίστρησε μέσα στον πανικό και πρόλαβε να καρφώσει μια σφαίρα στον γέρο του, με το υπηρεσιακό του όπλο τιμωρώντας τον για την συνεχιζόμενη, σχεδόν καθημερινή, βία που ασκούσε στην μάνα του. Ήθελε να μας κάνουν τσακωτούς μέσα στο σχολείο, ώστε να φύγουν από πάνω του οι υποψίες με τις μαρτυρίες τόσων μαρτύρων, αλλά μάλλον τα ζύγισε καλύτερα και είδε πως δεν είχε άλλο τρόπο να την γλυτώσει από το να το σκάσει. Φυσικά δεν τα κατάφερε και νομίζω σε λιγότερο από 48 ώρες είχε παραδοθεί μόνος του στις αρχές. Πριν καμία ώρα τον είδα στα φανάρια, μάλλον θα εξέτισε την ποινή του, ίσως έχει καιρό που ξεμπέρδεψε με αυτό τον βραχνά, μπορεί και να έχει ένα – δύο χρόνια που το έκανε –μπορεί και 3 ώρες, πάντως είχα να τον δω από εκείνο το βράδυ του Φλεβάρη του ’96. Εκείνο το βράδυ που συνειδητοποιείς πως είναι πάντα πολύ νωρίς να βαπτίζεις μια μέρα σαν την καλύτερη της ζωής σου και ποτέ πολύ αργά για να  την αποτρέψεις ώστε να γίνει η χειρότερη. Και πιστέψτε με στα 17-18 σου, έχεις την ανοησία να νιώθεις πως μια κακιά στιγμή είναι καταστροφή σου, και πως δεν έχεις άλλες ευκαιρίες να καταστρέψεις τα όνειρα σου με τις πράξεις σου μιας και οι φιλοδοξίες σου συνήθως πνίγονται στα όνειρα των γέρων σου και όλα μοιάζουν νομοτελειακά. Όχι δεν πέρασε σε μια στιγμή αυτό το διάστημα, όχι δεν το θυμάμαι σαν χτες εκείνο το βράδυ και δεν πέρασε ούτε για τον Ακριδάκια τόσο γρήγορα. Όλα άλλαξαν πάντως εκείνο το γαμημένο βράδυ, ενώ μέχρι το καλοκαίρι είχε σπάσει η παρέα και οι τσάρκες στα πάρκα και λίγους μήνες μετά έκλεισε και η Rathskeller και ενώ εγώ είχα ήδη φύγει για σπουδές…»

-«Πατέρα, με συγχωρείς αλλά θα καταλήξεις κάπου;» με ρώτησε ο Μάικ.

Νομίζω πέρασε λίγη ώρα σιωπής, κάπου ξέχασα να αναφερθώ στο πώς να βγάλουνε χρήματα και γιατί αυτό είναι το μόνο που αξίζει στη ζωή, και αξίζει τόσο ώστε να θυσιάσουν προσωπικό χρόνο και φίλους και οικογένεια και γιορτές και διακοπές και σκατά, αλλά ίσως θυμήθηκα και τον μαλάκα τον Ντίνο που θυσίασε τα νιάτα του για να μην βλέπει την μάνα του να τρώει ξύλο σαν σκυλί κάθε μέρα και απλά τους είπα:

-«Μόλις ήρθε η ώρα να πάμε να βρούμε την μάνα σας», απάντησα νομίζω κοφτά…