Πέρασε πολύ ώρα που είχε να μιλήσει. Όχι πως άκουγε κουβέντα από τους συνομιλητές τους ή μην φαντάζεστε πως ετοίμαζε την απάντηση στα λεγόμενα τους. Αδιαφορούσε πλήρως για το όλο σκηνικό που είχε στηθεί με την σύνθεση του πάνελ να του προκαλεί από θυμηδία έως αηδία. Ένας πρώην υπουργός γόνος αριστοκρατικής οικογένειας του Βερολίνου που αυτάρεσκα δεν έπαψε να παίρνει πόζες στην κάμερα και να γλείφει τα χείλη του όση ώρα δεν μιλούσε, ένας σοσιαλδημοκράτης βουλευτής που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη χωρίς να συμβουλευτεί τα χαρτιά και τις σημειώσεις που είχε μπροστά του και ένας πρώην στρατιωτικός (νυν μπράβος:) που μιλούσε για την μεγάλη Γερμανία που έχανε την αίγλη της με τους λαθραίους, τους μουσουλμάνους και την εκπούστευση της νεολαίας της χώρας από τους Εβραίους. Κάποια στιγμή πήρε το λόγο. Ήξερε πως ήταν φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε στο γυαλί. Κάθε φορά είχε και άλλον απέναντι του και κάθε φορά τον κατατρόπωνε. Οι γνώσεις του πάνω στα συνδικαλιστικά, στα εργασιακά και η έμφυτη ικανότητα του αγκιτάτορα τον έκανε ανίκητο. Οι ατάκες ήτανε το φόρτε του όπως και τα τσιτάτα. Μπρεχτ, Σουν Τζου, αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και Μαρξ ήταν στο ρεπερτόριο του σχεδόν σε κάθε του τηλεοπτική εμφάνιση. Φυσικά δεν δήλωνε κομμουνιστής. Ήξερε πως το κοινό ηλεκτρίζεται με κάποιες λέξεις. Δεν υπήρχε λόγος να το προκαλεί. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν κομμουνιστής, όχι πια.  Μπορεί το κοινό του να ήταν ετερόκλητο, αλλά ήξερε πως η βάση του αριστέριζε, αλλά δεν έμενε σε αυτό μιας και συνεχώς επιδίωκε να γίνεται αρεστός στο μέσο ακροατή. Ακόμα – ακόμα φλέρταρε και με το λούμπεν. Ευτυχώς ή δυστυχώς ένιωθε την ανάγκη της επιβεβαίωσης, από όλους τους χώρους. Και σήμερα την κέρδισε με το σπαθί του. Όταν τελείωσε η εκπομπή, που θέμα ακόμα μια φορά είχε την απεργία στο εργοστάσιο του (αλήθεια γιατί να τον ξανακαλέσουν για το ίδιο θέμα, αν όχι γιατί ήταν καταπληκτικός στο να φέρνει νούμερα και τηλεθέαση) και καθώς χαιρετούσε το υπόλοιπο πάνελ χτύπησε το κινητό του. Δεν απάντησε και χωρίς φανερώσει την έκπληξη του μόλις είδε τον καλούντα, πάτησε την σίγαση του κουδουνίσματος. Τα λεπτά μέχρι να φτάσει στο γκαράζ και να ξεκλειδώσει την ασημί BMW του 1989 δεν του φάνηκε καθόλου αιώνας. Ήξερε πως ο χρόνος δουλεύει προς όφελος του. Μπήκε και με αργές κινήσεις άναψε ένα τσιγάρο. Το τηλέφωνο δεν άργησε να χτυπήσει. Απάντησε σαν να περίμενε από καιρό την προσφορά που θα άκουγε μετά τα συγχαρητήρια και τα μπράβο, που έμοιαζαν τόσο ψεύτικα που τα έκαναν ακόμα πιο γοητευτικά στα αυτιά του.

-Ο κύριος Κράουζε;

-Ο ίδιος κύριε Μάισνερ, και μπορούμε να αφήσουμε τις τυπικούρες και τον πληθυντικό…

-Καρλ ειλικρινά, σήμερα σε απόλαυσα ακόμη μια φορά και αν δεν με έπαιρνε ο κύριος Χόνερ, δεν σας κρύβω πως θα τον έπαιρνα εγώ ο ίδιος να του πω ποσό ωραία τα είπες. Οι διαφωνίες που είχατε,… δεν νομίζω να κρατάτε ακόμα κακία για την απόλυση των συναδέλφων σας και της γυναίκας σας. Αλήθεια τι κάνει η Φρίντα ; Τους χαιρετισμούς μου να δώσεις σε παρακαλώ.

Ο Γλίτσας, έτσι αποκαλούσαν οι εργάτες τον διευθυντή παραγωγής στο εργοστάσιο, ήταν το δεξί χέρι του κύριου Χόνερ. Αυτός ήταν ο συνομιλητής μας στις κινητοποιήσεις στις απεργίες σε κάθε συνέλευση. Το πρόσωπο της απρόσωπης εργοδοσίας. Το αντάλλαγμα ήταν πολύ ελκυστικό. Αρκεί να κάνει τον ρουφιάνο. Να υπογράψει ένα κωλόχαρτο με μια ατομική σύμβαση εργασίας. Τι ψυχή είχε μια υπογραφή; Θα συνέχισε να είναι συνδικαλιστής,  απλά θα έπρεπε να ηρεμήσει λίγο την πλέμπα, τους συναδέλφους του, που είχαν ταμπουρωθεί πίσω από την εμβληματική του φιγούρα που είχε βγει μπροστά και αυτοί, τα σκουπίδια, που δεν είχαν ανοίξει ένα βιβλίο, που δεν είχαν ακολουθήσει σε μια πορεία, δεν είχαν παλέψει για τίποτα και ποτέ, ξαφνικά είχαν βρεθεί μπροστάρηδες, σε ένα αγώνα που είχε κινήσει το ενδιαφέρον των εθνικών καναλιών και όλη η χώρα τους έβλεπε σε πρώτο πλάνο σαν μια παρέα αγωνιστών, κάτι σαν τους απεργούς του Βαλέσα.

-Αύριο πρωί-πρωί θα είμαι στο γραφείο σας. Δεν χρειάζεται να πούμε κάτι παραπάνω ξέρουμε και οι δυο τι πρέπει να κάνω. Εσείς φροντίστε να μπουν τα χρήματα στον λογαριασμό που μου είπατε και τα υπόλοιπα αφήστε τα πάνω μου, είπε ο Καρλ.

Ο δρόμος από τα στούντιο του ZDF μέχρι το σπίτι του στην οδό Unter den Linden στο κέντρο του Βερολίνου ήταν το πολύ δέκα λεπτά ακόμα και με το σαράβαλο του. Κι όμως έμοιαζε να είναι δυο ώρες και στο αυτοκίνητο. Ρε που αυτή μου λες να είχε την μαλακισμένη ασθένεια των κομμουνιστών, την συνείδηση; Μα νόμιζε πως είχε ξεμπερδέψει με δαύτες τις ανίατες ασθένειες. Τι έγινε ξανάγινε ονειροπόλος; Και ιδεαλιστής; Θα ξερνούσε από τα γέλια αν δεν είχε έναν κόμπο στο στομάχι, που μεγάλωνε κάθε φορά που κατάπινε, ενώ είχε ήδη ιδρώσει ενώ το παράθυρο ήταν ανοιχτό και ο Φλεβάρης στο Βερολίνο δεν φημίζεται για την ζέστη του. Έβγαλε το κινητό του ξανά από την τσέπη του σακακιού του. Πήρε την γλυκιά του Φρίντα της είπε αύριο πρωί-πρωί να πάει στην τράπεζα ότι και να γίνει και να ζητήσει τον διευθυντή κύριο Μπράιτον. Θα τα πούνε σε λίγο της είπε. Ξέχασε να της πει ποσό την αγαπάει. Στο δρόμο σταμάτησε και πήρε ένα πακέτο τσιγάρα. Κάπνισε ένα, μιλώντας με έναν περαστικό που έψαχνε ένα διανυκτερεύον φαρμακείο. Στο αμάξι πάντα είχε φυλακτό το λούγκερ που ο πατέρας του, του είχε χαρίσει. Πάντα καθαρό, πάντα γεμάτο. Αρχικός ιδιοκτήτης του οικογενειακού φυλαχτού ο παππούς του και συνονόματος του Καρλ που δεν βρήκε την δύναμη να ορθώσει το ανάστημά του αν και κομμουνιστής στην λαίλαπα του Γ’ Ράιχ και πολέμησε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έστω για λίγο. Ευτυχώς ο τραυματισμός του στο μέτωπο τον έφερε γρήγορα πίσω στην πατρίδα, σε κάποιο γραφείο. Ο πατέρας του και αυτός γρήγορα  πρόδωσε ιδανικά του και συμφιλιώθηκε στο διορισμό του σε μια εταιρία που κάνει κατασχέσεις για τράπεζες. Τρίτος κατά σειρά κάτοχος του λούγκερ, που περνούσε από χέρι σε χέρι και από γενιά σε γενιά, ο Καρλ. Μέχρι πριν λίγη ώρα έμοιαζε ο πρώτος που θα έσπαγε την κατάρα αυτού του πιστολιού. Τι ωραία που θα ήταν να φορτώναμε σε αυτό το άψυχο σιδερικό όλες τις δειλίες της οικογένειας Κράουζε, σκέφτηκε ο Καρλ, που ήταν πλέον αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος στον εξευτελισμό της γραμμής του αίματος του. Το ράδιο έπαιζε σαν μια σαρκαστική ειρωνεία της στιγμής, το πρώτο τραγούδι που θυμόταν να τον βάζει στον μαγικό (και επαναστατικό στα μάτια του νεαρού Κάρλ) κόσμο του rock, από το πρώτο άλμπουμ που αγόρασε στα 12 του. ‘Angel of Death’ από το Renegade με το εξώφυλλο με την κόκκινη σημαία που κυματίζει με το κίτρινο/χρυσό αστέρι πάνω δεξιά να παίζει και αυτό στο ρόλο του στην μυθολογία και την δύναμη της στιγμής. Πήρε στα χέρια του το όπλο. ‘Down, down, deep undergound’ ψέλλισε καθώς χάιδευε το όπλο και δευτερόλεπτα αργότερα  έριξε μια βολή κάτω από το σαγόνι του. Είχε ξεχάσει να της πει ποσό την αγαπάει. Ίσως γιατί πάνω από όλα και όλους αγαπούσε περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό.