Pure Steel Records, 2016, Reviews, Albums, Omen, Epic, Heavy

Είδος: Epic
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρεία: Pure Steel Records
Έτος: 2016

Από πού ξεκινήσω και από ποιο σημείο να πιάσω το νήμα της αφήγησης μιλώντας για τους αδιαφιλονίκητους ηγέτες του επικού ήχου; Όταν καλούμαι να αναφέρω το πιο αγαπημένο μου σχήμα από όλα τα μεταλλικά παρακλάδια, δεκάδες είναι όσα ερίζουν να διεκδικήσουν την απάντηση. Iron Maiden, Savatage, Summoning, Angizia, Anaal Nathrakh, Twisted Sister, Mayhem, Sopor Aeternus, Solitude Aeturnus, Destruction, Jethro Tull, Skyclad, Arckanum, Warlord, Death, King Diamond, και δεκάδες ακόμα –αν όχι εκατοντάδες- συγκροτήματα στριφογυρίζουν στο μυαλό μου σαν πιθανή απάντηση. Ένα όμως έρχεται με μιας… και τούτο είναι οι ΟΜΕΝ, το δίχως αμφιβολία (πάντα για τα προσωπικά μου γούστα) καλύτερο heavy metal σχήμα που ξέρασε ποτέ το epic. Υπήρξαν οι καλύτεροι ανάμεσα στους εκλεκτούς, οι ηγήτορες που δάμασαν το ατσάλι όπως κανένας άλλος δεν μπόρεσε (ναι, τα τρία πρώτα άλμπουμ των Omen, είναι ανώτερα ακόμα και από τις καλύτερες επικές στιγμές των Manowar). Χρόνια ολόκληρα προσπαθώ μήπως και τελικά αποφασίσω ποιο εκ των “Battle Cry”, “Warning Of Danger” και “The Curse” είναι το πλέον πολύτιμο. Άσκοπα όμως, τα τρία αναφερόμενα άλμπουμ είναι σα να κυκλοφόρησαν μονομιάς, λες και ξεπήδησαν μαζί από την ίδια ατσαλένια μαρμίτα, από το μαγικό σεντούκι του Kenny Powell, του χαρισματικού αυτού κιθαρίστα και συνθέτη, που με αφάνταστη μαεστρία έπλασε τη συνταγή βασισμένος σε πρωτόλεια maiden-ικής υφής riff, μετατρέποντάς τα σε αθάνατες μελωδίες. Οι Omen δεν έπαιξαν επικό metal με τη στενή έννοια του όρου, τουναντίον, οδήγησαν τον epic ήχο σε δυσθεώρητα ύψη, σε απαγορευμένες περιοχές για τους λοιπούς διεκδικητές του θρόνου. Οι ενορχηστρώσεις τους, ένα κράμα ασύλληπτης μελωδίας και πολεμικών παιάνων, βγαλμένες από τα πεδία των μαχών, προκαλούν ντελίριο στον αμύητο ακροατή (για τον υποψιασμένο δεν το συζητώ καν, εκείνος τηρεί ευλαβικά το ημερήσιο ραντεβού μαζί τους).

Υπάρχει το ρητό που λέει ότι «η μουσική εξημερώνει τα ήθη». Ε, λοιπόν, υπάρχει και εκείνη η μουσική που τα εξαγριώνει, που τα ευαισθητοποιεί, που τα ενεργοποιεί, εκείνη που διεγείρει τα συναισθήματα και τέτοια μουσική έπαιξαν στα ’80s οι Omen. Ο ερευνητής Debussy μας λέει ότι «η μουσική είναι η πιο ευγενική από τις τέχνες, γιατί δίνει στην ανθρώπινη ψυχή τη δυνατότητα να εκφραστεί τελείως ελεύθερα. Γι’ αυτό μια μουσική σύνθεση μπορεί να εκφράσει ψυχικές καταστάσεις που είναι ίσως αδύνατο να εκφραστούν με λόγια.». Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Debussy δεν πρόλαβε στη ζωή του να ακούσει Omen, αλλά αν η χρονική συγκυρία το επέτρεπε, τότε στα γραφόμενά του θα έβρισκε τη πλήρη επιβεβαίωση.

«Ωραία όλα αυτά, αλλά για το καινούριο άλμπουμ μήπως θα μπορούσαμε να ακούσουμε κάτι;». Σωστό και αυτό, αλλά πως θα φτάσουμε στο “Hammer Damage” δίχως να μιλήσουμε για Εκείνον; Ο Kenny Powell είχε την διορατικότητα να εμπιστευθεί το μικρόφωνο στον πελώριο J.D.Kimball, τον ερμηνευτή που αρκεί να ακούσεις για μια φορά και να τον θυμάσαι για πάντα, τον κατά τη γνώμη μου καλύτερο frontman στην ιστορία της μουσικής μας. Ναι, ίσως δεν διέθετε το εύρος ενός Dio ή το γρέζι ενός Snider, όμως ο τρόπος που «έφτυνε» τους στίχους ήταν ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ. Μετά τη φυγή του, η θέση του τραγουδιστή στοίχειωσε για τους Omen και πως αλήθεια να μην συνέβαινε αυτό καθώς κάθε νέος τραγουδιστής εκ των πραγμάτων θα συγκρίνονταν με τον Kimball. Ακολούθησαν το μέτριο “Escape to nowhere”, το κάκιστο “Re-opening the gates”, το αδιάφορο “Eternal Black Dawn” για να έρθει ένας πραγματικά καλός δίσκος με εξαιρετικές συνθέσεις που κανονικά θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει το EP του ’87 “Nightmares”. Δεν περίμενα ότι θα έκανα ποτέ ξανά κριτική σε ένα δίσκο Omen γιατί δεν έτρεφα πια ελπίδες ότι η λατρεμένη μου μπάντα θα ήταν και πάλι σε θέση για μεγάλα πράγματα. Να όμως που ο γερόλυκος Kenny Powell δεν τα παρατά, δεν τον πτοούν ούτε οι αποχωρήσεις, ούτε το μένος της φύσης που τα έχει βάλει με το στούντιο που ηχογραφεί, ούτε κάτι εκνευριστικοί τύποι σαν και του λόγου μου που του μιλούν συνέχεια για τον Kimball, ούτε τίποτα άλλο. Συνεχίζει απτόητος συνεπικουρούμενος από τον παλαιό ντράμερ Steve Witting, τον Andy Haas στο μπάσο και τον Kevin Goocher στα φωνητικά (τον γνωρίζετε ήδη από τους Phantom X, ενώ συμμετείχε από το 2003 έως το 2009 και πάλι στους Omen). Βαφτίζει το νέο δίσκο με το όνομα του συγκροτήματος που τραγουδούσε ο Kimball πριν προσχωρήσει στους Omen, φέρνει ξανά τη κόμπρα στο εξώφυλλο, κουρδίζει τη κιθάρα του στις αναμνήσεις από τα παλιά και παραδίδει 9 κομμάτια καθαρόαιμου αμερικάνικου επικού metal.

Στα ατού του “Hammer Damage” συγκαταλέγονται τα ξεσηκωτικά και ευκολομνημόνευτα ρεφρέν, η σεμιναριακή απόδοση του Witting, τα δηλητηριώδη riffs, τα συναυλιακά κομμάτια και το όλο ύφος που θα ξυπνήσει γλυκιές αναμνήσεις στους παλαιούς φίλους του συγκροτήματος.

Το μελανό σημείο είναι τα φωνητικά. Ο Kevin Goocher προσπαθεί να μιμηθεί, ή αν θεωρείτε αδόκιμο τον όρο μιας και ο Powell δεν το δέχεται, να βαδίσει στα χνάρια του Kimball, αλλά το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει. Είναι καλός τραγουδιστής και θα προτιμούσα να έκανε τη δική του προσπάθεια όπως είχε στο παρελθόν πράξει και ο Coburn Pharr στο “Escape to Nowhere”, γιατί όπως προείπα, οι κραυγές του Kimball είναι τόσο ιδιαίτερες και μοναδικές, που δεν πλησιάζονται. Αυτή είναι και η κατάρα των Omen…

Ξεχωρίζουν τα  “Chaco Canyon (Sun Dagger)”,”Cry Havoc”, “Eulogy For A Warrior”, “Knights”, “Era Of Crisis” και το εξαιρετικό instrumental “A.F.U.” που ακούγεται σαν να ξεπήδησε από το “Warning Of Danger”.

Φίλε αναγνώστη, δίχως αμφιβολίες, αξίζει να αποκτήσεις το “Hammer Damage”, πριν συμβεί όμως αυτό σιγουρέψου ότι έχεις ήδη τα “Battle Cry”, “Warning Of Danger”, “The Curse” και το “Nightmares”. Ένα από τα πιο αδικημένα metal σχήματα είχε τα κότσια και επέστρεψε μετά από 13 χρόνια μ’ένα ειλικρινέστατο και αξιοπρεπή δίσκο.

‘Οσο για το βαθμό, αν επρόκειτο για καινούρια μπάντα, θα έβαζα το κατιτίς παραπάνω, όμως κύριοι και κυρίες, αυτοί είναι οι μέγιστοι Omen, στα ’80s ό,τι ήθελαν το κέρδιζαν με το τσεκούρι τους, ας κάνουν το ίδιο στο μέλλον…

4/6