Η πορεία και η φήμη των Βραζιλιάνων από το 1985 μέχρι το 1989 ως γνωστόν »ταξίδευε» περισσότερο εντός της ηπείρου από στόμα σε στόμα ή μέσω διάφορων fanzines της εποχής κι ελάχιστα έξω από τα σύνορα αυτής. Όμως παρόλο που αυτό δεν κατέστη μέχρι τότε δυνατό να δώσει το πολυπόθητο δυνατό συμβόλαιο που έψαχναν, η Αμερικάνικη δισκογραφική Roadrunner τους πίστεψε. Στο ντεμπούτο album της μπάντας στον κατάλογο της οι Βραζιλιάνοι κατάφεραν να εμφανιστούν από το underground κίνημα ξαφνικά στην πρώτη γραμμή του thrash metal κινήματος που ήταν σε πλήρη εξέλιξη εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Αυτό ήταν, το νερό »άρχισε» να μπαίνει στ’ αυλάκι. Το »Beneath The Remains» κυκλοφόρησε παγκοσμίως δίνοντας το βήμα που το group χρειαζόταν.

Έτσι καθώς η δεκαετία του 1990 εξελίσσονταν μουσικά και η ηγεμονία του death metal στον ακραίο ήχο άρχιζε να επηρεάζεται από την ανάπτυξη του doom και του δεύτερου κύμματος του black metal, καθένα από τα οποία έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στην πολιτιστική προέλευση και την εθνικότητα τους, οι Βραζιλιάνοι δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση η επιτυχία του »Beneath the Remains» να φανεί σαν πυροτέχνημα. Οι προσδοκίες άλλωστε πλέον ήταν μεγάλες. Παράλληλα νέοι μουσικοί ήχοι άρχισαν να βρίσκουν φωνή στο extreme metal, όπως το oriental metal του Ισραηλινών Orphaned Land και το salsa metal των Βενεζουελάνων Labertino. Οι Sepultura συνέβαλαν επίσης και σε αυτό το ρεύμα. Με την μπάντα να έχει περιστασιακά χρησιμοποιήσει στο παρελθόν βραζιλιάνικα στοιχεία όπως «um, dois, um, dois, tres, quatro» «εισαγωγή στο τραγούδι «Troops Of Doom» στο album «Morbid Visions» οι Max Cavalera, Andreas Kisser και Scott Burns ήξεραν πολύ καλά τι έπρεπε να κάνουν έτσι ώστε να συνεχίσουν σε υψηλές πτήσεις.

Οι Sepultura άλλωστε αποτέλεσαν την πρώτη σοβαρή συνεργασία του Scott Burns με thrash metal group και αυτό γιατί ο ίδιος είχε την περιέργεια να συνεργαστεί με μια μπάντα από την Βραζιλία. Έτσι λοιπόν ο »πατέρας» του Αμερικάνικου death metal δεν θα μπορούσε μετά το »Beneath The Remains» να λείψει από την επόμενη δουλειά με το group. Η κρυστάλλινη παραγωγή του Burns στα ιστορικά Morrisound Studios στην Τάμπα της Φλόριντα στο τέταρτο album της μπάντας από το Belo Horizonte έδωσε στις Slayerικές τους ορμές έντονα το Βραζιλιάνικο στοιχείο τοποθετώντας απροσδόκητητα ψηλά τον πήχυ στο αποτέλεσμα. Η εισαγωγή κρουστών της ομώνυμης κομματάρας του album, που αποδείχθηκε προάγγελος του «Roots» (σύμφωνα με τον Kisser), οι στίχοι ανησυχίας για τα βραζιλιάνικα πολιτικά ζητήματα της εποχής στο «Murder» καθώς και τα tribal στοιχεία στο «Altered State», η καταπληκτική διασκευή στο «Orgasmatron» των Motörhead και οι βουτηγμένοι στον τρόμο και τον θάνατο groove up-tempo thrash ισοπεδωτικοί ύμνοι των «Dead Embryonic Cells» και «Desperate Cry» χάρισαν στην extreme μουσική ένα διαχρονικό διαμάντι.

Επίσης ένα αξιοσημείωτο του δίσκου είναι ότι παρόλο που ο Paulo Jr. πιστώνεται ως μπασίστας στα liner notes της κυκλοφορίας, ο κιθαρίστας Andreas Kisser ανέλαβε το μπάσο κατά την ηχογράφηση, όπως έκανε και στα «Schizophrenia» και «Beneath the Remains» καθώς και στην επανηχογράφηση του «Morbid Visions». Ήταν τόσο μεγάλη υπόθεση για τους Βραζιλιάνους η επιτυχία του »Arise» αν σκεφτεί κανείς το budget ($40,000 σε σχέση με τα $13,000 που χρειαστήκαν για το «Beneath the Remains») καθώς και την βελτίωση του group παικτικά δεδομένου από που ξεκίνησαν ως έφηβοι. Το »Arise» κατάφερε να καλύψει όλα τα κενά του παρελθόντος και να τους »τοποθετήσει» αιώνια στο πάνθεον του ακραίου ήχου.

Το »Arise» κατάφερε να μην είναι μόνο το πιο σημαντικό album της μπάντας, τόσο από άποψη εμπορικής επιτυχίας όσο και μουσικής προόδου αλλά να είναι κι ένα album που »έδωσε» ζωή στον ήχο σε μια δεκαετία αλλαγών στην μουσική βιομηχανία γενικότερα. Ήταν ο πρώτος τους δίσκος που παρουσίασε επιρροές από είδη όπως το hardcore punk και το industrial metal, σημαντικό δε να αναφερθεί το tribal drumming που θα γινόταν μετέπειτα σήμα κατατεθέν των μεταγενέστερων ηχογραφήσεων.

Με το video clip του «Dead Embryonic Cells» να καταφέρνει να έχει τις περισσότερες προβολές στο «Headbanger’s Ball» του MTV, ο δίσκος καταφέρνει να γίνει το πρώτο τους album που μπαίνει στα charts του Billboard της Αμερικής (Νο119). Η αντίδραση των metalheads σε όλο τον κόσμο εξίσου εκστατική. Μέσα σε δύο χρόνια το »Arise» πουλάει ένα εκατομμύριο αντίτυπα παγκοσμίως, την στιγμή που δίσκοι τους όπως το «Schizophrenia» και «Beneath the Remains» κατάφερναν να πουλήσουν παγκοσμίως εκείνη την εποχή μετά βίας 10000 και 60000 αντίτυπα αντίστοιχα. Ο δίσκος με εξώφυλλο το Yog-Sothoth του H.P. Lovecraft σχεδιασμένος από τον Michael Whelan γίνεται χρυσός στην Ινδονησία και αποτελεί το πρώτο album του group που κέρδισε διεθνή αναγνώριση εκτός της μεταλλικής κοινότητας και τύπου.

Η επιτυχία του δίσκου τους δίνει το πρώτο τους εξώφυλλο στο Kerrang! τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου, την τιμή να είναι η πρώτη βραζιλιάνικη μπάντα που θα έπαιζε στην Ρωσία την άνοιξη του 1992 και η πρώτη που θα έπαιζε στο ιστορικό Monsters Of Rock στο κάστρο του  Donington στην Αγγλία καθώς και στο Dynamo Festival στην Ολλανδία. Άξιο αναφοράς η συμμετοχή τους στο πολύ διάσημο Rock In Rio Festival τον Γενάρη του 1991, όπου πρωτοδιατέθηκε σε πολύ περιορισμένα αντίτυπα ο δίσκος 2 μήνες πριν την παγκόσμια κυκλοφορία του έχοντας και διαφορετικό εξώφυλλο οπώς και η διοργάνωση δύο κολοσσιαίων stadium shows στην Ινδονησία μπροστά σε 100.000 άτομα. Η χρονιά δυστυχώς αμαυρώθηκε κι από ένα άσχημο περιστατικό τότε στο Sao Paolo, όπου το συγκρότημα έδωσε μια δωρεάν συναυλία για να γιορτάσει την 4η κυκλοφορία του. Η τοπική αστυνομία περίμενε να δώσουν το παρόν 10.000 οπαδοί του συγκροτήματος, αλλά αντί αυτού εμφανίστηκαν 40.000 και τα πράγματα έφυγαν εκτός ελέγχου. Έξι άνθρωποι τραυματίστηκαν, 18 συνελήφθησαν και ένας οπαδός δολοφονήθηκε με τσεκούρι. Αλλά ακόμη κι αυτή η τραγωδία δεν στάθηκε ικανή να διακόψει την μνημειώδη άνοδο των Sepultura.

Εξηγώντας το τίτλο του ομώνυμου τραγουδιού, για το Ολλανδικό Metal Hammer τον Απρίλιο του 1991 ο Max Cavalera δήλωνε «Από μουσικής άποψης, το τραγούδι ακούγεται αρκετά όμοιο σε φιλοσοφία με το προηγούμενο album »Beneath The Remains». Έχει την ίδια ταχύτητα με τα περισσότερα τραγούδια, αλλά δείχνει και κάποιες πιο σκληρές επιρροές. Οι στίχοι του είναι αρκετά επίκαιροι, επειδή περιγράφουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν σε άλλον Θεό. Νομίζω ότι η φωνή μου ακούγεται ιδιαίτερα επιθετική σε αυτό το τραγούδι, όπως και στα παλιά μας albums».

Την κυκλοφορία του δίσκου «δυνάμωσαν», εκτός της δικής του πρώιμης κυκλοφορίας του σε περιορισμένα αντίτυπα στο Rock In Rio Festival, δύο singles τα «Dead Embryonic Cells» και «Arise» αντίστοιχα. Την επόμενη χρονιά το 1992 κυκλοφορούν επίσης το EP «Third World Posse» μόνο στην αγορά της Αυστραλίας και ίσως την καλύτερη metal VHS κασέτα «Under Siege (Live In Barcelona)» που παρουσιάζει την βιντεοσκοπημένη εμφάνιση του group στις 31.05.1991 στην Βαρκελώνη και αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο το μεγαλείο αυτής της δισκάρας. Το group παίζει το album 2 ταχύτητες πιο πάνω από το κανονικό του tempo και το τι γίνεται από κάτω δεν περιγράφεται. Για την ιστορία η βιντεοκασέτα πούλησε περισσότερο από 75000 αντίτυπα παγκοσμίως. Το »Arise» έγινε η αφορμή να επισκευτούν τον Μάη του 1991 και την χώρα μας όπου έδωσαν 2 συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη σε ΡΟΔΟΝ και Ελλησπόντο αντίστοιχα σ’ ένα από τα απόλυτα highlight heavy metal συναυλιών όλων των εποχών στην Ελλάδα.

Το »Arise» σαν αυτόνομο δημιούργημα καλλιτεχνικής οργής, παραμένει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα metal albums όλων των εποχών εως και τις μέρες μας. Ένας δίσκος που »έσπασε» τα δεσμά όσον αφορά τη δημιουργική παραγωγή, τον ποιοτικό έλεγχο, τη δημοτικότητα και τη διαχρονική δυναμική του στο πέρασμα των δεκαετιών ερχόμενο μέσα από μια δημιουργική χρονιά για το metal των 90s. Ένα διαχρονικό αριστούργημα που αξίζει κάθε κομμάτι της δημοτικότητας που πέτυχε (αν και πολύ λίγοι άνθρωποι το κατάλαβαν πλήρως στο σύνολό του). Αντιπροσωπευτικό δείγμα μπάντας που εξελίχθηκε με γενετικό τρόπο σε μια εποχή που το metal ήταν σε κατάσταση ανανέωσης.

Με μια καριέρα που αριθμεί 15 studio albums σε διάστημα 36 ετών, και πολλές αλλαγές στη σύνθεση τους – σε σημείο να είναι πολλοί αυτοί που υποστηρίζουν ότι δεν είναι καν η ίδια μπάντα πια – αναρωτιόμαστε αν υπάρχει και δεύτερο »Arise» για τους Βραζιλιάνους τα επόμενα χρόνια. Ο καιρός θα δείξει αν θα παραμείνουν ένα από τα πιο διαχρονικά what if ή ένα από τα πιο μη πραγματοποιήσιμα reunion στην βιομηχανία..

 

Envy, still strong

Hatred, still alive

From beyond, an empty world

Infected voice, a scream alone