Το Άρκανσο είναι ένα απαίσιο μέρος να γεννηθείς. Το Άρκανσο είναι ένα απαίσιο μέρος να μεγαλώσεις. Φυσικά είναι σίγουρα ένα απαίσιο μέρος να ερωτευθείς. Το Άρκανσο είναι απαίσιο ότι και αν σκοπεύεις να κάνεις.  Ειδικά αν είσαι μαύρος. Ειδικότερα αν είσαι φτωχός. Συγκεκριμένα αν είσαι μαύρος, φτωχός και ερωτευμένος με μια λευκή. Πιο συγκεκριμένα αν είσαι ο Τζο και είναι η Μαίρη. Και το πράγμα θα μπορούσε να γίνει ακόμα χειρότερο αν ο πατέρας σου έχει καταδικαστεί για βιασμό. Σαν τον πατέρα του  Έμμεττ. Ακόμα και αν δεν το ξέρουν την ώρα του φόνου. Την ώρα του φόνου σου. Κανείς δεν θα ρωτήσει ούτε στο Άρκανσο, όπως δεν ρώτησαν στο Μισισίπι, μα ούτε στο Σικάγο αν ήταν αλήθεια ο γερό Λούις βιαστής. Ποιος νοιάζεται για τους στρατιώτες που γύρισαν από το μέτωπο; Είναι άτυχοι που δεν γύρισαν τυλιγμένοι στην αστερόεσσα για να εξασφαλίσουν μια σύνταξη για την οικογένεια τους. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για την αλήθεια, γιατί αυτή ήταν νεκρή πριν απλώσουν χέρι πάνω σου. Θαμμένη καλά μέσα στο χώμα πια, αφού την αφήσανε αιώνες άταφη να βρομίσει. Και δεν την ειχαν σε κανένα φέρετρο με γυάλινο κάλυμμα όπως του Έμεττ, για να βλέπει ο κόσμος πως μπορεί το χέρι της Λευκής Αμερικής να στραπατσαρίσει το πρόσωπο της αλήθειας, όπως αυτό ενός μικρού μαύρου αγοριού που τόλμησε να αστειευτεί «φλερτάροντας» μια λευκή γυναίκα. Άλλωστε οι λευκοί ένορκοι είχαν καταδικάσει τόσους μαύρους στρατιώτες εκείνο τον καιρό. Το 1945, όπως  το 1871, όπως και το 1204 και κάθε γαμημένο έτος, σε κάθε στρατό πάνω στη γη, ο στρατιώτης δεν έχει όνομα, είναι ένας αριθμός, είναι πιόνι και κάποτε στην Αμερική το χρώμα από το πιόνι είχε μεγάλη σημασία. Όπως ο εργάτης δεν έχει αξία, ζει για να δημιουργεί υπεραξία και έχει μόνο στοιχεία και αριθμό ασφάλισης. Το Άρκανσο είναι ένα απαίσιο, πραγματικά απαίσιο μέρος για να κάνεις διακοπές. Όλα τα μέρη στην Αμερική είναι απαίσια για να κάνεις διακοπές αν έχεις στην τσέπη σου μόλις δυο δολάρια. Και είναι απαίσιο όταν οι γονείς της λένε πως δεν αξίζεις μια δεκάρα τσακιστή, γιατί εσύ ξέρεις πως όταν την κοιτάς να περνάει από την γειτονιά σου νιώθεις σαν εκατομμυριούχος.  Το Άρκανσο γίνεται όμορφο όταν η Μαίρη περπατάει στους χωμάτινους δρόμους του. Τα μαλλιά της έχουν χυθεί στους ώμους της και εγώ λιώνω όταν την βλέπω να τα μαζεύει κοτσίδα και να τρέχει προς τις φίλες της. Άραγε τι θα της λέγανε για μένα τον μπατιράκο Τζόσουα από το Λιτλ Ροκ; Δεν ξέρω αν θυμάται το πρόσωπο μου πριν με περικυκλώσουν οι γονείς της και οι άλλοι λευκοί από το μαγαζί που βγήκαν στο δρόμο. Δεν ξέρω αν θα θυμόταν καν πως της έγνεψα. Αχ, ας μου πει κάποιος πως δεν της έδειξαν τις φωτογραφίες μου στην εφημερίδα και δεν αηδίασε με την φρίκη που μου προκάλεσαν οι αχρείοι με τα άνανδρα χτυπήματα τους. Ένα παιδί ήμουν, ένα μικρό παιδί. Είναι απαίσιο να με θυμάται σαν ένα κακό όνειρο, σαν εφιάλτη. Ας μην ακούσει ποτέ ξανά το όνομα μου και να μην κλάψει ποτέ για μένα. Είναι απαίσιο και διαστροφή να μην μπορείς να κοιμηθείς γιατί δεν μπορείς να ξεχάσεις, γιατί μια κοινωνία δεν θέλει να θυμάται, γιατί μπορεί να αφυπνιστεί. Το Άρκανσο είναι ένα απαίσιο μέρος να πεθάνεις. Το Άρκανσο είναι ένα απαίσιο μέρος να ερωτευθείς και να πεθάνεις για αυτό.