Οι Angelcorpse ήταν ένα black/death metal συγκρότημα που δημιουργήθηκε μετά την διάλυση του προηγούμενου συγκροτήματος του Pete Helmkamp, των Order from Chaos (οι Order of Chaos ήταν ένα extreme metal συγκρότημα που δημιουργήθηκε το 1987 στο Κάνσας Σίτι, του Μιζούρι, των Ηνωμένων Πολιτειών από τους Pete Helmkamp, Chuck Keller και Mike Miller. Αναγνωρίζονται πια ως ένα εξαιρετικά επιδραστικό γκρουπ στην πρώιμη αμερικανική black metal σκηνή που ουσιαστικά λειτούργησε ως ορμητήριο για τα μέλη της μπάντας που εκτός από τους Angelcorpse, δημιούργησαν/εντάχθηκαν σε αρκετά σάλλα συγκροτήματα όπως οι  Ares Kingdom, Revenge, Vulpecula και Kerasphorus), αρχικά από το Κάνσας Σίτι του Μιζούρι και μετακόμισε στην Τάμπα της Φλόριντα. Όσον αφορά το όνομα του συγκροτήματος, ο τραγουδιστής τους Pete Helmkamp δήλωσε σε μια παλιότερη συνέντευξη: «Το θέσαμε ως δύο λέξεις στο demo, οπότε η Osmose το έμαθε με αυτόν τον τρόπο. Αλλά αυτό ήταν απλώς ένα λάθος στους εκτυπωτές … ήταν ένα από αυτά τα χαζά λαθάκια. Αλλά είναι μόνο μια μόνο λέξη … απλώς φαίνεται οπτικά πιο ευχάριστο ως μια λέξη. Ταιριάζει και φωνητιά: λέμε «Angelcorpse», όχι «Angel Corpse».

Δημιουργήθηκαν το 1995, με μια σύνθεση αποτελούμενη από τους: Helmkamp, ​​τον κιθαρίστα Gene Palubicki και τον ντράμερ John Longstreth και ηχογράφησαν ένα demo, το θρυλικό Goats to Azazael, το οποίο οδήγησε σε συμβόλαιο με την Osmose Productions. Το ντεμπούτο άλμπουμ του συγκροτήματος, Hammer of Gods, ηχογραφήθηκε στο διάστημα 26 Ιουλίου με 5 Αυγούστου 1996 στο Chapman Studios, σε παραγωγή του ίδιου του συγκροτήματος και του Ken Paulakovich, με μηχανικό ήχου τον Ken Paulakovich ενώ το εξαιρετικό εξώφυλλο είναι δάνειο από τον διάσημο πίνακα «The Triumph του Θανάτου»(1562-1563) του φλαμανδού Πίτερ Μπρίγκελ ή Μπρέγκελ του πρεσβύτερου.

Οι Angelcorpse δημιούργησαν κορυφαίο speed/thrash/black επηρεασμένο σε μεγάλο βαθμό από τους Impaled Nazarene και τους πρώιμους Vital Remains ενώ υπάρχει περίσσεια ποσότητα Death Metal αίματος που τρέχει στις φλέβες τους λατρεύοντας τις χαοτικές κιθάρες των Morbid Angel και Trey Trey Azagthoth. Ο ήχος τους είναι ένα υβρίδιο από έντονα επαναλαμβανόμενους ήχους, το ταχύτατο drumming του John Longstreth, τα θεότρελα lead του Gene Palubicki, τα θυμωμένα φωνητικά του Pete Helmkamp, ​​την σταθερότητα των ρυθμικών του Bill Taylor, χαρακτηριστικά μακρόσυρτα riff, πολλά σόλο (ένας συνδυασμός γρήγορων, shredding και άφθονων με wah-wah παραμόρφωση) και περισσότερα κότσια και ‘μπάλες’ παρά τεχνική επάρκεια. Οι κιθάρες που ουρλιάζουν θυμίζουν πρώιμους Slayer και Morbid Angel και ταιριάζουν σαν γάντι (πέτσινο) με τους φρενήρεις ρυθμούς και τους βάναυσους και μοχθηρούς πολεμικούς βρυχηθμούς του Helmkamp.

Η παραγωγή είναι εντελώς ακατέργαστη. Η δομή των τραγουδιών φαίνεται προβλέψιμη με ένα κοινό μοτίβο στίχου, γέφυρα με blast beats, ρεφραίν, σόλο και επανάληψη, που υπάρχει σε όλα τα τραγούδια, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο πρωτόγονο, τόσο ψυχρό και διεστραμμένο που κανένας δεν νοιάζεται για καινοτομίες, τεχνικές ή δεξιότητες, αν και οι Angelcorpse στα επόμενα άλμπουμ εξελίχθηκαν και το μετέτρεψαν αυτό σε πλεονέκτημά τους. Το επόμενο LP τους με τίτλο «Exterminate» είχε πολλές αλλαγές καθώς εξελίξανε τον ήχο τους, φτάνοντας τόσο ψηλά που θα πλέον μπορούσαν να κοιτάνε κατάματα αριστουργήματα του (υπο)είδους, αλλά το ντεμπούτο τους έχει αυτή τη γοητευτική αφέλεια (και σίγουρα όχι την αθωότητα!), του φόβου και του ακατέργαστου, πρώιμων Sodom αναμεμειγμένο με την οργή του “Altar of Madness”, σχεδόν ορισμός της πρωτόγονης black/thrash μανίας.

Highlights: το εναρκτήριο/εκπληκτικό μπάσιμο «Consecration», η θρασιάSodomy Curse”, «Black Solstice», που θα χαρακτήριζα too old (school) too cold (όπως θα τραγουδούσαν αργότερα  οι  Darkthorne), το «Soulflayer» που είναι πιασάρικο με τον αρχέγονο τρόπο του, το «Perversion Enthroned» που είναι η πιο επική στιγμή του δίσκου και το «Lord of the Funeral Pyre» που είναι το αρχέτυπο Angelcorpse τραγούδι του άλμπουμ και πιθανώς το αγαπημένο μου, που κλείνει αυτό το σπουδαίο LP.