Υπάρχει μια σπάνια, σχεδόν καθολική πιστεύω ομοφωνία από την μεταλλική κοινότητα. Το δεύτερο δημιούργημα των Βραζιλιάνων, Holy Land, που φέτος κλείνει 30 χρόνια κυκλοφορίας, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα εξαιρετικό concept power/progressive metal άλμπουμ, αλλά ως ένα πραγματικό κειμήλιο του μελωδικού σκληρού ήχου. Το concept του άλμπουμ, μια θεατρική αφήγηση της ανακάλυψης της Βραζιλίας το 1500 από την οπτική γωνία τόσο των ιθαγενών της περιοχής όσο και των Πορτογάλων, δίνει στο συγκρότημα τον τέλειο καμβά για να δημιουργήσει ένα αριστούργημα.
Τα τραγούδια γράφτηκαν σε μια περίοδο 4 μηνών όπου το συγκρότημα ήταν εντελώς απομονωμένο σε μια φάρμα στο Monteiro Lobato (στην επαρχία του Σάο Πάολο), χωρίς τηλέφωνα και ανέσεις, για να έρθει σε επαφή με τη φύση και να συνθέσει το άλμπουμ. Το «Queen of the Night» είναι μπόνους κομμάτι στην ιαπωνική κυκλοφορία και υπάρχει μια γαλλική limited έκδοση με ένα μπόνους μίνι CD που περιλαμβάνει live τα «Angel’s Cry», «Chega de Saudade» (ένα τραγούδι Bossa Nova) και «Never Understand».
Ο αριστοτεχνικός τρόπος με τον οποίο οι Angra παντρεύουν το μελωδικό power metal και τις νεοκλασικές φόρμες με τους παραδοσιακούς ήχους της πατρίδας τους είναι ιδιαίτερα αξιέπαινος. Δεν μιλάμε εδώ για στείρα επίδειξη τεχνικής ή τυπικές, ξερές δίκασες, αλλά για κατάθεση ψυχής. Σε επίπεδο συνθέσεων, το άλμπουμ έχει πολλές στιλιστικές παραλλαγές, αναμειγνύοντας το power metal με την καθολική μουσική (“Crossing”, “Deep Blue”), τη βορειοανατολική βραζιλιάνικη μουσική (ένα είδος fusion που αναμειγνύει πορτογαλικά, αφρικανικά και αυτόχθονα θέματα, δημοφιλές εκείνη την εποχή λόγω του Chico Science, του συγκροτήματος Nação Zumbi και του κινήματος Manguebeat), αφρο-βραζιλιάνικα θρησκευτικά τραγούδια (“Carolina IV”), βραζιλιάνικη avant-garde (το φλάουτο στο “Carolina IV” και άλλα όργανα), παραδοσιακά βραζιλιάνικα, αφροβραζιλιάνικα και αυτόχθονα κρουστά (στο “Holy Land”) και folk τραγούδια από τη Βόρεια Βραζιλία (“The Shaman”). Η οργανική ενσωμάτωση των παραπάνω δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μοναδική: ζεστή, τροπική και ταυτόχρονα βαθιά μελαγχολική. Ίσως έτσι όπως ένιωθαν πολλοί Πορτογάλοι της εξερευνητικής αποστολής τότε, έχοντας αφήσει πίσω τις προηγούμενες ζωές τους και οδεύοντας στο άγνωστο.
Το επικό “Carolina IV” είναι το απόλυτο magnum opus της μπάντας, ένα κομμάτι-ορισμός του πώς γράφεται το προοδευτικό metal χωρίς να γίνεται βαρετό. Η σύνθεση είναι επηρεασμένη από τη βραζιλιάνικη κουλτούρα, με αναφορές στις ινδιάνικες φυλές και τη λαογραφία τους, και λίγο στην αφρικανική κουλτούρα. Έχει επίσης κλασικότροπες ενορχηστρώσεις που συμβολίζουν την Ευρώπη, τον Παλαιό Κόσμο εκείνης της εποχής. Στιχουργικά, αναπαριστά τις νέες ανακαλύψεις και τις προκλήσεις που συνεπάγονταν αυτά τα μακρινά θαλάσσια ταξίδια. Οι αλλαγές από αφροβραζιλιάνικους ρυθμούς (baião, samba) σε μελωδικό-νεοκλασικό power και tribal κρουστά είναι μοναδικές και σε συνδυασμό με τα αιθέρια φωνητικά και τη χρήση βιολιού -σε ένα σημείο- καθιστούν το κομμάτι συνολικά καθηλωτικό. Από την άλλη, το καταιγιστικό “Nothing to Say” παραμένει το απόλυτο συναυλιακό απωθημένο, ενώ το ομώνυμο “Holy Land” προσφέρει ανόθευτο ταξιδιάρικο συναίσθημα. Η περίοδος άλλωστε στην οποία αναφέρεται ο δίσκος είναι γνωστή ως Εποχή των Εξερευνήσεων ή αλλιώς το πρώτο κύμα της Αποικιακής Εποχής (15ος – 17ος αιώνας).
Το κιθαριστικό δίδυμο των Kiko Loureiro και Rafael Bittencourt κεντάει με φοβερά leads και σόλο, ενώ τα τύμπανα του Ricardo Confessori αποτελούν σταθερά ένα σεμινάριο για το πώς το πολυρυθμικό groove μπορεί να χωρέσει στο heavy metal.
Και τώρα μια ειδική αναφορά στον αείμνηστο Andre Matos. Η φωνή του στο Holy Land ακούγεται αγγελική, εύθραυστη αλλά και απίστευτα επιβλητική. Ο τρόπος που ερμηνεύει δίνει στο άλμπουμ μια θεατρικότητα και μια ποιητική διάσταση που λίγοι τραγουδιστές του ιδιώματος πλησιάζουν. Ο πρόωρος θάνατός του και η συνειδητοποίηση του τι άλλο θα μπορούσε να έχει πετύχει στην καριέρα του δεδομένης της σκηνικής παρουσίας και της άρτιας μουσικής του παιδείας, κάνει την ακρόαση αυτού του δίσκου μια ακόμη πιο συναισθηματική εμπειρία. Κακά τα ψέματα, όσο ταλέντο κι αν έχουν οι Falaschi, Lione ή Netto, κανείς τους δεν κατάφερε να γεμίσει τα τεράστια παπούτσια που άφησε πίσω του ο Andre.
Βέβαια, ας μην γελιόμαστε, πίσω από τη ζεστασιά της μουσικής κρύβεται μια βαθιά τραγική ιστορική αλήθεια. Για να γίνει η Βραζιλία η “Ιερή Γη”, έπρεπε να χυθεί αίμα, και οι ιθαγενείς πληθυσμοί πλήρωσαν το απόλυτο τίμημα μέσω της αποικιοκρατίας, του βίαιου εκχριστιανισμού και του εκτοπισμού. Οι Angra δεν έγραψαν ένα βιβλίο ιστορίας που δοξάζει τους κατακτητές· αντίθετα, αποτύπωσαν τη σύγκρουση δύο εντελώς διαφορετικών κόσμων. Τα περίπλοκα tribal κρουστά και οι παραδοσιακές ψαλμωδίες που είναι διάσπαρτα στα κομμάτια δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία· αντιπροσωπεύουν την αυθεντική φωνή της ίδιας της βραζιλιάνικης γης, μπολιάζοντας το άλμπουμ με μια βαθιά αίσθηση του “saudade” — χαρμολύπη για μια αθωότητα που χάθηκε για πάντα.
Στα debates για το ποιος είναι ο κορυφαίος δίσκος των Angra, το Holy Land κονταροχτυπιέται με τα Angels Cry και Temple of Shadows. Για μένα πάντως, το παρόν άλμπουμ αποτελεί το πιο αυθεντικό, μαγικό και καλλιτεχνικά ολοκληρωμένο έργο τους. Ένα μουσικό ταξίδι που δεκαετίες μετά παραμένει αξεπέραστο και φωτεινό, αρνούμενο πεισματικά να γεράσει.
Για όσους-ες από εμάς oνειρευόμασταν να απολαύσουμε αυτά και άλλα μνημειώδη κομμάτια σε ζωντανή εκτέλεση επί ελληνικού εδάφους, η στιγμή έφτασε. Οι Angra εμφανίζονται φέτος ως headliners στο Rock Hard Festival στις 12 Σεπτεμβρίου 2026, όπου θα παρουσιάσουν ολόκληρο το εμβληματικό Holy Land μαζί με άλλα κλασικά τραγούδια της καριέρας τους.

English