Το 1990 σε μια μεταβατική περίοδο για την ανθρωπότητα, με τον υπαρκτό σταλινισμό γκρεμισμένο συθέμελα και τον κόσμο της αδίστακτης αγοράς να θριαμβεύει, μπορεί οι προφητείες για το τέλος της Ιστορίας να έγιναν ανέκδοτο, το ίδιο όμως ισχύει όμως και για αυτούς που έβλεπαν το τέλος του Heavy Metal. Αν και οι Κασσάνδρες στην περίπτωση της αγαπημένης μας μουσικής, ίσως να είχαν και δίκιο που προέβλεπαν να έρχεται μια πτώση που η μάζα δεν διέκρινε. Βλέπετε το 1990 κυκλοφόρησαν εξαιρετικά άλμπουμ από ολόκληρο το οικοδόμημα που αποκαλούμε σκληρό ήχο και (ούτε από) τότε (δεν) λέγαμε απλά Heavy Metal. Οι λακ δεν είχαν στεγνώσει και τα κοριτσόπουλα μεγάλωναν με αφίσες Skid Row και Jovi κρεμασμένες πάνω από τα κρεβάτια τους, τα αγόρια με τα κολλητά παντελόνια σωλήνες γέμιζαν τα δισκάδικα και αγόραζαν με το κιλό βινύλια, ενώ το underground έβραζε από θυμό και οι καλλιτέχνες από έμπνευση. Δεν ήταν μόνο το mainstream, που πουλούσε σαν ρετσίνα-μαλαματίνα έξω από το γήπεδο της Τούμπας. Και τότε δεν θεωρούνταν καν mainstream κάποια σχήματα που τώρα έχουν άλλο status και είναι πλέον πελώρια ονόματα (και εμπορικά). Ο ανταγωνισμός-συναγωνισμός πείτε το όπως θέλετε ήταν αδυσώπητος και τίποτα δεν έμοιαζε να σταματάει το γιγάντιο roller coaster του Heavy Metal που με ιλιγγιώδη ταχύτητα «ψυχαγωγούσε» στα βαγόνια του  τον νεαρόκοσμο του Δυτικού Κόσμου. Το death, το  black έφερναν μια νέα σκοτεινή αύρα και πολύ κόσμο, οι Guns nRoses ετοίμαζαν από 4 εκατομμύρια κόπιες σε έκαστο από τα Illusions σαν τιράζ (ασύλληπτο νούμερο), το thrash με τους Big 4 μπροστάρηδες ισοπέδωναν μεγάλα ονόματα άλλων ειδών στα chart, τα μεγάλα ονόματα του ’70 και ’80, τα ιερά τέρατα κρατούσαν γερά (και στην περίπτωση των Priest απογειώθηκαν) και τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που ερχόταν και θα διαρκούσε κάμποσα χρόνια…

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον οι Δανοί Artillery που με τις 2 προηγούμενες δουλειές τους τα «Fear of Tomorrow» και «Terror Squad» είχαν δημιουργήσει ένα cult όνομα και ένα σφιχτό fan base, κυκλοφόρησαν το τρίτο τους δίσκο με τίτλο «By Inheritance». Τον δίσκο που τους έβαλε κατά την προσωπική μου γνώμη στον πάνθεον των μεγάλων. Ο πυρήνας αυτός των οπαδών τους στην αρχή δίστασε να αποδεχθεί την μελωδικότερη στροφή του σχήματος, κάτι που γρήγορα άλλαξε μιας και η ποιότητα του άλμπουμ ήταν (και είναι) τέτοια που δεν αφήνει περιθώρια στον ακροατή, τον μαγεύει και τον κατακτά.

Το ταξίδι στην Τασκένδη της Σοβιετικής Ένωσης (τότε στα 1989) μας χάρισε μια πολύ ωραία εισαγωγή («7:00 From Tashkent») με ανατολίτικη αισθητική, αφιερωμένη στους πιστούς οπαδούς τους εκεί. Ένα intro που κούμπωσε μοναδικά με ένα από τα καλύτερα εναρκτήρια riff στην ιστορία του Thrash, αυτό του «Khomaniac» (που το demo του ήταν η πρώτη ηχογράφηση στα Sweet Silence Studio με τον Flemming Rasmussen) το πιο διάσημου τραγουδιού που έχουν συνθέσει οι Δανοί ποτε. Οι στίχοι του αναφέρονατι στον Ruhollah Mostafavi Musavi Khomeini γνωστό στην Δύση σαν Ayatollah Khomeini, τον φανατικό ισλαμιστή και καταπατητή της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην χώρα του Ιράν. Μάλλον είχαν μεγάλα καρύδια οι Artillery να τα βάζουν με έναν τύραννο του μεγέθους του Khomeini και έναν μανιακό του Ισλάμ. Δεν χρειάζεται να αναφέρω πως πλέον κάποιο συγκρότημα αν κάνει κάτι τέτοιο θα κατηγορηθεί για Ισλαμοφοβία από κάποιους, που εθελοτυφλούν πως όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο σκατά και η ανθρωπότητα πρέπει να μην σιωπά σε κάθε είδους τυραννία από όπου και αν προέρχεται… Πίσω στο κομμάτι τώρα που εντυπωσιάζει όχι μόνο στην αρχή του αλλά καθ’όλη την διάρκεια του, στην οποία ξεδιπλώνεται η υψηλή  τεχνική όλων των μελών, με τα εκπληκτικά φωνητικά και τα κιθαριστικά σόλο να ξεχωρίζουν. Το ομώνυμο είναι ένας ύμνος του Thrash, με Speed νοοτροπία και καταβολές κλασσικού Heavy Metal. Η δε φωνή θυμίζει πότε τον Ronnie James Dio (στα πιο ‘άγρια’ του) και πότε των Udo ή τον Bobby από τους Overkill. Η μια μίξη των προαναφερθέντων. Και αυτό γαμάει. Στο «Beneath the Clay (R.I.P.)» ακούμε μάλλον τα κλαύτερα ντραμς στο δίσκο, ενώ το ρεφραίν του «Bombfoot» ξεσηκώνει και κουφούς. Τραγουδάρα, έπος επών με αντιπολεμικό μήνυμα ενώ το και το «Razamanaz» μια διασκευή σε Nazareth μάλλον αχρείαστη. Το «Back in the Trash«, που κλείνει τον δίσκο είναι sequel του «In the Trash» (από το Terror Squad του 1987) και παρά την μεγάλη του διάρκεια είναι επιβλητικό και επιθετικό. Ίσως τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν χρειάζεται να σταθούμε σε κάθε τραγούδι ξεχωριστά οπότε δεν θα αναφερθώ στα υπόλοιπα αν και ειδικά το «Life in Bondage» μ’ αρέσει πάρα πολύ και αξίζει να δώσετε ιδιαίτερη σημασία. Τα  κομμάτια έχουν μια απαράμιλλη συνοχή με την έννοια του ενιαίου έργου, που στηρίζεται στην ευφυέστατη παραγωγή του Flemming Rasmussen που αφήνει χώρο στα όργανα να αναπνεύσουν και στα μέλη του συγκροτήματος να (ανα)δείξουν τις δυνατότητές τους. Η ζεστή και αναλογική παραγωγή κάνει την ακρόαση πιο προσιτή και τον ήχο πιο φυσικό, ειδικά στα ντραμς που αποφεύγεται η πλαστικούρα. Οι κιθάρες των αδερφών Stützer εστιάζουν στα σόλο και όχι στο ρυθμικό μέρος, το οποίο το μπάσο του  Peter Thorslund έχει αναλάβει ολοκληρωτικά και με επιτυχία. Οι εναλλαγές ρυθμού με μελωδικά και μελαγχολικά περάσματα δίνουν ανάσες στον ακροατή που βομβαρδίζεται από τα riff, τα arpeggios και την φωνάρα του Flemming Rönsdorf που τραγουδάει και δεν γκαρίζει. Η φωνή του Rönsdorf παρά το γρέζι της έχει μια ζεστασιά και αυτή και μια λυρικότητα που συμβαδίζει με την θεματολογία των στίχων (άλλωστε ο στιχουργός είναι ο ίδιος ο Rönsdorf). Οι στίχοι είναι ενδιαφέροντες και κριτικάρουν την απληστία, τον ναρκισσισμό, την πολιτική και την νοοτροπία των μαζών μέσα από διάφορα θέματα και κυρίως την δίψα του ανθρώπου για έλεγχο και εξουσία.

Μιλάμε για ένα πραγματικό διαμάντι που δυστυχώς χαίρει λιγότερης εκτίμησης εκεί έξω από πολύ κατώτερα του, και στο ιδίωμα, αλλά και στην μεγαλύτερη εικόνα του σκληρού ήχου.