Σάββατο, 10 Οκτωβρίου, 2026
ΑρχικήArticlesAbysmal Thoughts & Chaotic WhispersBathory - Under the Sign of the Black Mark

Bathory – Under the Sign of the Black Mark

Forged Under the Sign of the Black Mark

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 το metal εξακολουθούσε να κινείται κυρίως γύρω από το παραδοσιακό heavy metal, το NWOBHM ενώ βρισκόταν σε μια περίοδο αδιάκοπης εξέλιξης με το ανερχόμενο thrash να απασχολεί έντονα την τότε κοινότητα μέσα από ιστορικές κυκλοφορίες όπως τα ”Master of Puppets”, ”Reign in Blood”, ”Among the Living” και την εμπορική πλευρά του είδους να κατακλύζεται κυρίως από το glam. Οι περισσότερες μπάντες αναζητούσαν καλύτερες παραγωγές, μεγαλύτερα συμβόλαια και ευρύτερη αποδοχή. Οι Bathory ακολουθούσαν την αντίθετη πορεία. Πιο σκοτεινοί, πιο ακραίοι, πιο εχθρικοί προς οποιαδήποτε εμπορική λογική. Μέσα σε αυτό το μουσικό τοπίο εμφανίστηκε ένας δίσκος που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα είχαν προηγηθεί. Τον Μάη του 1987 οι Σουηδοί, σχεδόν ένα χρόνο μετά, κυκλοφορούσαν μέσω της Under One Flag και New Renaissance Records το τρίτο studio album τους ”Under the Sign of the Black Mark” έναν δίσκο που αρχικά αντιμετωπίστηκε με αμηχανία και δυσπιστία, για να αναγνωριστεί λίγα χρόνια αργότερα ως μία από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες στην ιστορία της ακραίας metal μουσικής.

Η πορεία προς το συγκεκριμένο album είχε ήδη ξεκινήσει με τα δύο πρώτα έργα τους. Το ομώνυμο ντεμπούτο του 1984 που βασίστηκε στις επιρροές των Venom, Motörhead, Black Sabbath και της hardcore punk σκηνής, παρουσιάζοντας έναν από τους πιο βίαιους και ακατέργαστους ήχους της εποχής και επτά μήνες αργότερα, με το ”The Return…” που απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τις εμφανείς επιρροές του, εισάγοντας πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα, πιο πρωτόγονη αισθητική και στοιχεία που αργότερα θα γίνονταν αναπόσπαστο κομμάτι του black metal. Με το ”Under the Sign of the Black Mark” όλα αυτά ωρίμασαν. Δεν επρόκειτο απλώς για μια ακόμη πιο ακραία συνέχεια των προηγούμενων δίσκων, αλλά για την πλήρη διαμόρφωση μιας νέας μουσικής γλώσσας. Ήταν η στιγμή κατά την οποία ο ίδιος ο δημιουργός κατάφερε να μετατρέψει όλες τις μέχρι τότε επιρροές του σε κάτι εντελώς μοναδικό. Αν οι πρώτες δύο κυκλοφορίες είχαν δείξει την κατεύθυνση, η τρίτη ολοκληρωμένη δουλειά ήταν η απόλυτη αποκρυστάλλωση του οράματός του.

Ένας 20χρόνος μουσικός που δημιούργησε απομονωμένος από τη σκηνή της εποχής του. Σε μια Σουηδία που ακόμη δεν διέθετε οργανωμένη ακραία metal σκηνή που αργότερα θα γεννούσε ονόματα όπως οι Entombed, οι Dismember ή τη δεύτερη γενιά του black metal, δημιούργησε σχεδόν μόνος του έναν ήχο που έμελλε να επηρεάσει χιλιάδες μουσικούς και δεν είχε κοινό σημείο αναφοράς στη χώρα του. Δεν συμμετείχε σε κινήματα, δεν ακολούθησε μόδες και δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της μουσικής βιομηχανίας. Μια μοναχική μορφή που το όραμά της ήταν απολύτως προσωπικό. Εκείνη την εποχή ο όρος black metal δεν περιέγραφε ακόμη ένα ξεχωριστό μουσικό ιδίωμα. Υπήρχαν οι Venom, οι Hellhammer, οι Celtic Frost και οι πρώτοι Bathory, συγκροτήματα που χρησιμοποιούσαν σατανική θεματολογία και ακραίο ήχο, χωρίς όμως να έχουν διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο μουσικό ρεύμα. Αυτό ακριβώς κατάφερε ο Quorthon με το εν λόγω album.
Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν το διάστημα Σεπτεμβρίου/Νοεμβρίου του 1986 στο λιτό Heavenshore Studio κοντά στη Στοκχόλμη, ουσιαστικά ένα μετασκευασμένο γκαράζ. Την παραγωγή, τη μίξη και τη συνολική επίβλεψη ανέλαβε ο πατέρας του Quorthon, Börje “The Boss” Forsberg, ιδρυτής της Black Mark Productions. Παρότι ο Quorthon έγραψε εξ ολοκλήρου τη μουσική και τους στίχους, πλαισιώθηκε από μουσικούς συνεδρίας, με τον Paul “Pålle” Lundburg στα τύμπανα και τον Christer Sandström στο μπάσο. Πριν τις ηχογραφήσεις είχε προσπαθήσει να βρει μουσικούς που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν την κατεύθυνση που είχε στο μυαλό του. Απευθύνθηκε ακόμη και σε μέλη άλλων συγκροτημάτων της ακραίας σκηνής, όπως οι Artillery και οι Sodom, όμως οι προσπάθειες αυτές δεν καρποφόρησαν.

Το αποτέλεσμα παρουσίασε μια εξαιρετικά τραχιά παραγωγή. Αν και πολλοί τότε θεώρησαν τον ήχο πρόχειρο ή ανεπαρκή, στην πραγματικότητα αποτέλεσε βασικό στοιχείο της ατμόσφαιρας του δίσκου μέσα από την ωμή παραγωγή, τα tremolo riffs, τα blast beats και τα παγωμένα φωνητικά. Η έλλειψη τεχνικής τελειότητας ενίσχυσε το αίσθημα απομόνωσης, ψυχρότητας και κακού που αποπνέει μέχρι σήμερα. Η ιδιαίτερη αυτή αισθητική θα γινόταν στη συνέχεια πρότυπο και για ολόκληρη την δεύτερη γενιά του νορβηγικού black metal. Η μουσική που δημιουργούσε φαινόταν στους τότε κύκλους υπερβολικά ακραία και αποκομμένη από την πραγματικότητα της εποχής. Η ιδέα ότι μια μπάντα μπορούσε να λειτουργεί έξω από τα καθιερωμένα πρότυπα, χωρίς μεγάλη παραγωγή, χωρίς επαγγελματική υποστήριξη και χωρίς συμβιβασμούς, έγινε βασικό στοιχείο της black metal κουλτούρας.

Από τα πρώτα δευτερόλεπτα του ”Nocturnal Obeisance” ο ακροατής εισέρχεται σε έναν κόσμο διαφορετικό. Η σύντομη, απόκοσμη εισαγωγή δεν λειτουργεί απλώς ως προθέρμανση, αλλά δημιουργεί ένα περιβάλλον απειλής. Είναι η ηχητική πόρτα προς έναν δίσκο που μοιάζει περισσότερο με τελετουργία παρά με απλή συλλογή τραγουδιών. Η έκρηξη του ”Massacre” αμέσως μετά είναι μια επίθεση χωρίς προειδοποίηση. Τα τύμπανα του Paul Lundburg είναι μανιακά και επαναληπτικά, οι κιθάρες βασίζονται σε απλά αλλά δηλητηριώδη riff και η χαρακτηριστική φωνή του Quorthon ακούγεται σαν κραυγή που έρχεται από κάποιο σκοτεινό υπόγειο. Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του δίσκου: η απλότητα μετατρέπεται σε δύναμη. Ο Quorthon δεν ενδιαφερόταν για τεχνική επίδειξη. Τα riff του είναι συνήθως λιτά, βασισμένα στην επανάληψη και στην ένταση. Όμως ακριβώς αυτή η προσέγγιση δημιούργησε ένα νέο λεξιλόγιο για το black metal. Η μουσική δεν στηριζόταν πλέον μόνο στην ταχύτητα ή στην επιθετικότητα, αλλά κυρίως στην ατμόσφαιρα. Η κιθάρα δεν λειτουργεί απλώς ως όργανο παραγωγής riff. Γίνεται εργαλείο δημιουργίας ψυχρού τοπίου.

Ένα από τα στοιχεία που κάνουν τον δίσκο τόσο σημαντικό είναι η αντίθεση ανάμεσα στις ακραίες, ταχύτατες συνθέσεις και στα πιο αργά, επικά κομμάτια. Το ”Woman of Dark Desires” αποτελεί μια από τους πρώτες μεγάλες στιγμές του δίσκου. Το τραγούδι είναι αφιερωμένο στην Ελισάβετ Μπάθορυ, την Ούγγρα αριστοκράτισσα που έγινε γνωστή ως ”Αιματοβαμμένη Κόμισσα” και από το όνομά της προήλθε το όνομα του συγκροτήματος. Παρότι το τραγούδι διατηρεί την ωμή αισθητική των Bathory, παρουσιάζει μεγαλύτερη έμφαση στη μελωδία. Υπάρχουν πιο αναγνωρίσιμα σημεία, πιο έντονο ρεφρέν και μια προσπάθεια δημιουργίας αξιομνημόνευτου τραγουδιού. Ο δημιουργός είχε αναφέρει ότι η σύνθεση επηρεάστηκε χαλαρά από το ”Machine Gun” των Saxon, κάτι που δείχνει ότι πίσω από την ακραία εικόνα υπήρχε ακόμη η αγάπη του για το κλασικό heavy metal.

Ακολουθεί το ”Call From The Grave” μία από τις σημαντικότερες συνθέσεις ολόκληρης της καριέρας τους. Εδώ ο Quorthon απομακρύνεται από την απλή επιθετικότητα και δημιουργεί κάτι πολύ πιο μεγαλειώδες. Το αργό, βαρύ riff, η δραματική εξέλιξη και η απόκοσμη ατμόσφαιρα προαναγγέλλουν την επόμενη φάση του συγκροτήματος, αλλά και επηρεάζουν βαθιά τη μελλοντική εξέλιξη του επικού black και viking metal. Δεν πρόκειται πλέον απλώς για evil metal. Είναι μουσική που δημιουργεί εικόνες, τοπία και συναισθήματα. Στην συνέχεια εμφανίζεται ένας από τους πρώτους σπόρους του viking metal. Το ”Equimanthorn” επιστρέφει στην αγριότητα, συνδυάζοντας ταχύτητα και σκοτεινή μελωδία. Ο τίτλος παραπέμπει στη σκανδιναβική μυθολογία και στον Sleipnir, το οκτάποδο άλογο του Odin, σηματοδοτώντας την αρχή της σταδιακής μετατόπισης του main man από τον καθαρό σατανικό συμβολισμό προς τη βόρεια μυθολογία.

Αν υπάρχει ένα τραγούδι που αποδεικνύει ότι οι Bathory ήταν κάτι περισσότερο από μια ακραία μπάντα ταχύτητας, αυτό είναι το ”Enter The Eternal Fire”. Με διάρκεια περίπου επτά λεπτών, αποτέλεσε ένα τεράστιο βήμα για την εποχή του. Σε μια περίοδο όπου το punk και το thrash είχαν καθιερώσει τη σύντομη, επιθετική φόρμα, ο μεγάλος Σουηδός τόλμησε να δημιουργήσει μια επική σύνθεση με αργή ανάπτυξη, δραματικές κορυφώσεις και κινηματογραφική αίσθηση. Ο ήχος της καμπάνας στην αρχή, οι πιο καθαρές κιθαριστικές γραμμές και η αίσθηση τελετουργίας κάνουν το τραγούδι έναν πρόδρομο του ήχου που αργότερα θα εξελισσόταν σε viking metal. Ο ίδιος ο Quorthon θα ακολουθούσε αυτόν τον δρόμο λίγα χρόνια αργότερα στις 2 επόμενες δουλειές του group, όμως οι πρώτοι σπόροι βρίσκονται ήδη εδώ. Το συγκεκριμένο συνθετικό έπος απέδειξε ότι η μπάντα μπορούσε να δημιουργήσει κάτι μεγαλειώδες χωρίς να χάσουν τη σκοτεινή και βίαιη ταυτότητά τους.

Το ”Chariots Of Fire” είναι ίσως το πιο ακραίο σημείο του album. Μια ανελέητη καταιγίδα από blast beats και κοφτερά riff που αποτυπώνει την πιο άγρια πλευρά του black metal.Το κλείσιμο με τα ”13 Candles” και ”Of Doom…” επιστρέφει στην απόλυτη επιθετικότητα, ολοκληρώνοντας έναν δίσκο που κινείται διαρκώς ανάμεσα στην καταστροφή και το μεγαλείο.

Πέρα από τη μουσική, η κυκλοφορία απέκτησε μυθικές διαστάσεις και μέσα από την οπτική της ταυτότητα. . Όπως και στο ”The Return…” έτσι και στο εδώ εξώφυλλο δεσπόζει ένας πίνακας του Gunnar Silins ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες στην ιστορία του black metal, ένα σύμβολο που συνδέθηκε άμεσα με τη σκοτεινή αισθητική του είδους. Η εικόνα παρουσιάζει μια δαιμονική μορφή με κέρατα, σε μια θεατρική και απόκοσμη σκηνή που μοιάζει να προέρχεται από κάποιο τελετουργικό εφιάλτη. Για δεκαετίες θεωρήθηκε απόλυτα αντιπροσωπευτική της φιλοσοφίας τους. Αρχαίο κακό, μυστικισμός και μια αίσθηση ότι ο ακροατής εισέρχεται σε έναν διαφορετικό κόσμο. Η πραγματική ιστορία πίσω από τη φωτογράφιση, όμως, είναι πολύ πιο γήινη και χαρακτηριστική του ιδιοφυούς αυτοσχεδιασμού του Quorthon.

Ο ίδιος χρησιμοποίησε τις εγκαταστάσεις της Σουηδικής Εθνικής Όπερας, όπου είχε πρόσβαση στη σκηνή της παραγωγής Carmen. Για ελάχιστα λεπτά μπήκε στον χώρο και φωτογράφισε έναν φίλο του, τον bodybuilder Leif Ehrnborg, ο οποίος φορούσε μια μάσκα διαβόλου από χαρτοπολτό. Η εικόνα που δημιουργήθηκε δεν ήταν αποτέλεσμα μεγάλης παραγωγής ή ειδικών εφέ, αλλά ενός ακόμη αυτοσχέδιου εγχειρήματος που ταίριαζε απόλυτα με την ανεξάρτητη και αντισυμβατική φύση τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι η συγκεκριμένη δαιμονική μορφή είχε εμφανιστεί ήδη σε παλαιότερη εικονογραφία που είχε εμπνεύσει τον Quorthon. Παρόμοια αισθητική είχε χρησιμοποιηθεί και στην πρώτη κυκλοφορία των Bathory, με το περίφημο σύμβολο του Baphomet στο ομώνυμο ντεμπούτο του 1984. Όπως συνέβη και με τον ήχο του δίσκου, έτσι και η εικόνα του δεν δημιουργήθηκε μέσα από κάποιο μεγάλο σχεδιασμό μάρκετινγκ. Ήταν αποτέλεσμα περιορισμών, αυτοσχεδιασμού και μιας πολύ συγκεκριμένης προσωπικής αισθητικής. Και ίσως αυτός να είναι ένας από τους λόγους που παραμένει τόσο ισχυρή.

Συνοψίζοντας, δεκαετίες μετά το ”Under the Sign of the Black Mark” θεωρείται από πολλούς ως η πρώτη ολοκληρωμένη μορφή του black metal.Δεν είναι απλώς ένας δίσκος που επηρέασε ολόκληρη τη σκηνή, είναι ένας δίσκος που συνεχίζει αδιάκοπα να την επηρεάζει, καθώς η μαύρη του φλόγα δεν θα πάψει ποτέ να καίει μέσα στο σκοτάδι. Μετά ο Quorthon στο ”Blood Fire Death” δημιούργησε έναν δίσκο που λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο black metal παρελθόν και το επικό μέλλον. Η σατανική θεματολογία υποχωρεί και στη θέση της εμφανίζονται η σκανδιναβική μυθολογία, οι Vikings, η φύση και η προχριστιανική παράδοση του Βορρά με την μεγάλη αλλαγή να ολοκληρώνεται στο ”Hammerheart” του 1990, έναν δίσκο που ουσιαστικά γέννησε το viking metal ως ξεχωριστή αισθητική.

 

RELATED ARTICLES

Most Popular