Είδος: Hard Rock
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρία: Nuclear Blast Records
Έτος: 2017

Ακόμα θυμάμαι τα λόγια του φίλου μου Μίλτου (ιδιοκτήτη δισκάδικου στην πόλη στην οποία ήμουν φοιτητής) που ισχυριζόταν πως οι Thin Lizzy δεν κατάφερναν να τραβήξουν το νεαρής ηλικίας  κοινό, αν και ο θρύλος τους ήταν (και είναι) κάτι παραπάνω από σπουδαίος, καθώς η μουσική γινόταν όλο και πιο ακραία. Αυτό ήταν 17-18 χρόνια πριν και κανένας από μας (ο φίλος μου κι εγώ) δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε πως στις αρχές της δεκαετίας του ’10, το χαρντ ροκ από το ’70 θα ξαναγινόταν κουλ για τις μάζες. Πολλά συγκροτήματα που προέρχονται κυρίως από τον Βορρά έχουν καταφέρει να αναβιώσουν αυτό το συναίσθημα και δημιουργούν μουσική όπως τα παλιά καλά χαρντ ροκ/χέβι μέταλ συγκροτήματα που μας ήρθαν από τις βρετανικές ακτές πριν 35-40 χρόνια περίπου. Οι Black Trip, οι Horisont, οι Honeymoon Disease και πολλοί άλλοι είναι τόσο ικανοί που δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τα είδωλά τους. Αλλά κανένας από αυτούς δεν στέκεται τόσο κοντά στην σκιά του Phil Lynnot όπως οι Black Star Riders. Άλλωστε ο Scott Gorham ήταν τεράστιο μέρος του ήχου των Thin Lizzy και η φωνή του τραγουδιστή Ricky Warwick είναι τόσο μα τόσο κοντά στην χροιά του Lynnot. Μετά από τρία άλμπουμ και αφού πέρασαν 7 χρόνια από την περιοδεία υπό το όνομα των Thin Lizzy κανείς δεν θυμάται τις φωνές και τα παράπονα των σκληροπυρηνικών οπαδών για την «βλασφημία» που σήμαινε η χρήση του θρυλικού αυτού ονόματος. Για να είμαι 100% ειλικρινής, είναι η ποιότητα αυτών των τριών άλμπουμ που έκανε αυτές τις φωνές να σιγάσουν, όχι μόνο η απόσυρση του ονόματος των Thin Lizzy.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το εξώφυλλο που θυμίζει το “Strange Days” των Doors από το 1967 είναι υπέροχο και έρχεται από μια άλλη εποχή, σαν παλιό καλό κρασί που ωστόσο διατηρεί την φρεσκάδα του. Η παραγωγή είναι μάλλον αρκετά καθαρή για χαρντ ροκ κυκλοφορία, αλλά πιστεύω πως ο παραγωγός Nick Raskulinecz μάλλον ξέρει κάτι περισσότερο από μένα, έχει κερδίσει και μερικά Grammy ο άνθρωπος. Μην ξεχνάτε πως οι Black Star Riders είναι κάτι σαν σούπεργκρουπ (καθώς οι Ratt, Alice Cooper, Megadeth, Suicidal Tendencies, the Almighty, Tuff, Lynch Mob, the Vince Neil Band, Y&T είναι μερικά από το ονόματα των συγκροτημάτων από τα οποία προέρχονται τα μέλη) και συμπεριφέρονται σαν τέτοιο. Εννοώ πως τα τραγούδια έχουν φτιαχτεί για μεγάλες αρένες, στάδια, ραδιοφωνικούς σταθμούς, αλλά ευτυχώς έχουν επίσης και την αύρα της τοπικής παμπ και τη μυρωδιά του φτηνού αλκοόλ και του ιδρώτα που το χαρντ ροκ απαιτεί. Γι’ αυτό το συνδυασμό, που είναι δύσκολο να επιτευχθεί, πρέπει να «κατηγορήσουμε» τον Ricky Warwick και τον κιθαρίστα Damon Johnson, (όχι τον Gorham) καθώς αυτοί οι δύο έχουν την μερίδα του λέοντος στις συνθέσεις. Ο ήχος είναι παχύς, γεμάτος με αρμονίες με διπλές κιθάρες που σου καρφώνονται τόσο εύκολα στο μυαλό όσο εύκολα κάρφωνε τη μπάλα ο νεαρός Shaquille O’ Neil. Οι στίχοι ασχολούνται με καθημερινά ζητήματα και απλές λέξεις αλλά είναι 100% κατάλληλοι. Οι στιγμές που ξεχωρίζουν είναι: «Heavy Fire», «When the Night Comes In», «Cold War Love», «Testify or Say Goodbye» και “Dancing with the Wrong Girl”.

4,5/6