Όλοι ανά καιρούς ψάχνουμε το νόημα της ζωής. Τι είναι αυτό που μας κάνει χαρούμενους, που αγαλλιάζει την ψυχή μας. Οι απαντήσεις λίγες. Δουλίτσα να ‘χουμε, να πηγαίνουν καλά όλα τα τμήματα της ομάδας σου, ΝΑ ΠΑΙΖΕΙ ΥΠΕΡΤΕΛΕΙΟ ΝΤΕΘ ΜΕΤΑΛ ΤΟ ΗΧΕΙΟ ΣΟΥ. Για τα δυο πρώτα δεν έχω να πω κάτι συγκεκριμένο· για το τρίτο όμως επιλήφθηκαν οι Gutted καμιά 25ριά χρόνια πριν. Τι εννοείς δεν έχεις εντρυφήσει στους Gutted; Για έλα λίγο καλέ μου μπουμπούνα να σου σφυρίξω δυο τρία σκονάκια για να το παίζεις κουλ στην παρέα σου.
Οι Gutted δημιουργήθηκαν το 1990 στο Toledo του Ohio από τρία αδέρφια, τον Mark στο μπάσο και τα φωνητικά, τον Mike στην κιθάρα και τον Scott στα drums. Αρχικά, οι Gutted παρουσιάστηκαν στο «ακραίο» κοινό ως Demigod, ωστόσο το 1991 η μπάντα καταστάλαξε στο όνομα που όλοι ξέρουμε.

Το πρώτο demo της μπάντας κυκλοφόρησε το 1991 με τίτλο “Into The Gates Of Insanity”, ενώ ένα δεύτερο με τίτλο “Disease” κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα. Ακατέργαστος ήχος και συνθέσεις, αποπνέοντας Death Metal κακοσμία, ότι έπρεπε για οπαδούς των Cannibal Corpse, Malevolent Creation και Monstrosity. Χάρη στην Red Light Records, την πρώτη εταιρία που προσέφερε στους Gutted συμβόλαιο, η μπάντα κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ της “Bleed for Us to Live” το 1994 με τον κιθαρίστα Billy Mills ως νέα προσθήκη στη δεύτερη κιθάρα. Το άλμπουμ εμπεριείχε και τα τέσσερα τραγούδια από το “Disease” επανηχογραφημένα, ενώ έξι καινούργια κομμάτια συμπεριλήφθηκαν στο τελικό tracklist.

Το “Bleed for Us to Live” είναι ένα 45λεπτο ντεμπούτο άλμπουμ που εγκολπώνει οτιδήποτε το κλασσικό Death Metal έχει να προσφέρει. Βασισμένο σε μια παραδοσιακή αμερικάνικη αντίληψη για το Death Metal, οι Gutted πλημμυρίζουν τα ηχεία μας με αντισυμβατικές δομές γεμάτες από πρωτόγονη κακοβουλία, καταστρέφοντας κάθε ευκαιρία προς ηχητική γαλήνη. Ειρωνικά, το άλμπουμ ξεκινάει με μια μυστήρια, ανατριχιαστική, παρόλα αυτά κάπως πολυφορεμένη εισαγωγή με αστραπές, μελωδία εκκλησιαστικού οργάνου και βροχή, σαν μια ρετρό b-movie. Θα μπορούσε να θεωρηθεί σημάδι για το τι μέλλεται να συμβεί, αλλά όχι. Μετά από ένα αργό εδάφιο, οι Gutted μας μαχαιρώνουν στο λαιμό και μας μαχαιρώνουν στα πλευρά με οργισμένα τύμπανα και ασταμάτητες κιθάρες, τα οποία πλαισιωμένα από τα απόκοσμα και τερατώδη φωνητικά, βάζουν τις βάσεις για την υπόλοιπη λυσσασμένη επίθεση του άλμπουμ. Ακόμη και αν οι Gutted ακολουθούν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι με μόνο λίγους «αποπροσανατολισμούς», καταφέρνουν και κρατούν το ενδιαφέρον μας υψηλό. Δύο από τις πιο χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες του άλμπουμ είναι οι εναλλαγές στους ρυθμούς (που υποστηρίζονται πανέμορφα από κιθάρα, μπάσο και τύμπανα) και οι κραυγές του Mark, παροτρύνοντας σε να κάνεις επικίνδυνα πράγματα. Το “Bleed For Us To Live” ηχογραφήθηκε και μιξαρίστηκε στα RT Studio. Την παραγωγή ανέλαβε ο Rob Tylak και οι Gutted. Τα τεχνικά σημεία του άλμπουμ, η ηχογράφιση και η μίξη έγιναν από τον Rob Tylak, ωστόσο στην έκδοση του 2007 έγινε re-master από τον Mark Ditch στα Collaboratory Studios.

Αφού κυκλοφόρησε το “Bleed for Us to Live”, οι Gutted άρχισαν να χαίρουν κάποιας αναγνωρισιμότητας ανάμεσα στην underground σκηνή και ξεκίνησαν να γράφουν ιστορία για τους εαυτούς τους παίζοντας live σε club μαζί με κυρίαρχες μπάντες του ιδιώματος, όπως οι Incantation.

Το 1994 οι Gutted αποφάσισαν να ηχογραφήσουν το δεύτερο full-length και αυτή τη φορά ομώνυμο άλμπουμ τους, έτσι μπήκαν στο στούντιο με μερικά κομμάτια έτοιμα, μέσα σε αυτά μια διασκευή του “Manitou” των Venom. Χωρίς να αλλάξουν διαδρομή ή κατεύθυνση, οι Gutted καταφέρανε ένα δίσκο που θα ικανοποιούσε όσους εντάχθηκαν με το “Bleed For Us To Live” και την ίδια στιγμή έκανε τη μπάντα πιο ελκυστική στο ευρωπαϊκό κοινό υιοθετώντας χαρακτηριστικά που κυρίως έβρισκες στη σκηνή του Ηνωμένου Βασιλείου. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τα κοινά σημεία μεταξύ Gutted και Bolt Thrower, Benediction ή ακόμα και μια μίξη από Cancer και Napalm Death. Βεβαίως, οι κιθάρες και τα τύμπανα έχουν προσεχθεί εκτενώς, αφού ακούγονται πιο ώριμα, πιο επαγγελματικά και «ολοκληρωμένα». Πέρα από τα προαναφερθέντα, οι Gutted παρουσιάσανε το groovy, thrash επηρεασμένο Death Metal τους με τις πλέον κλασσικές καταστροφικές κιθάρες, τα κατευθείαν μέσα από το βόθρο φωνητικά τους και το εξεζητημένο drumming. Στις ηχογραφήσεις ο Billy Mills συμμετείχε μόνο στα πρώτα τρία κομμάτια και αντικαταστάθηκε από τον Tony Moreno, ο οποίος ηχογράφησε τα εναπομείναντα. Παρά το γεγονός ότι το υλικό ήταν έτοιμο, το άλμπουμ δεν είχε κυκλοφορήσει μέχρι να έρθει το 1997 το Loud n’ Local Music Group. Σε αυτή την κυκλοφορία τα τραγούδια από το “Disease” demo προστέθηκαν σαν bonus τραγούδια.

Όλως περιέργως (ποτέ δεν έμαθα το γιατί – όποιος ξέρει κάτι παραπάνω, παρακαλώ μη διστάσετε), οι Gutted διαλύθηκαν μετά την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ τους. Όπως και να έχει, η μπάντα κατάφερε να συγκεντρώσει την απαραίτητη αποδοχή ώστε να καθιερωθεί ως μια από της πιο δυνατές Death Metal μπάντες της αμερικάνικης σκηνής. Οι λάτρεις και συλλέκτες του ιδιώματος σίγουρα γνωρίζουν τι εστί Gutted. Για όσους δεν έχετε γνωρίσει ακόμη αυτούς τους ψυχάκηδες, σας παρακαλώ κάντε στον εαυτό σας τη χάρη και πατήστε το “play” στο link που παρατίθεται παραπάνω και ακόμη παραγγείλετε τα άλμπουμ. Σίγουρα βρήκαν τη θέση τους στη συλλογή μου, για να πω την αλήθεια μου.

Η ελληνική εταιρία Repulsive Echo επανέκδωσε τα άλμπουμ σε Digipack CD μορφή με διπλωμένες αφίσες μέσα (περιορισμένα σε 500 κόπιες παγκοσμίως), ωστόσο και τα δύο άλμπουμ είναι αυτή τη στιγμή sold-out. Ας ελπίσουμε πως περισσότερες κόπιες θα κοπούν σε κάποια φάση στο μέλλον. Παρόλα αυτά μη χάσετε την ευκαιρία να τσεκάρετε την Repulsive Echo, επίσης.