Το φαινόμενο Wolves in the Throne Romm από την Ουάσινγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών, βρίσκει τις απαρχές του το 2002 από τα αδέρφια Weaver. Κύριος σκοπός τους, να εξυμνύσουν τον Κόσμο, το μυστικισμό και την καρποφόρα φύση, μέσα σε ένα πειραματικό πλαίσιο ήχου. Οι Wolves δεν υπάγεται σε καμία περίπτωση σε ένα κλιμάκιο στερεοτυπικού, ακραίου ήχου, κάτι που φαίνεται σε κάθε τους δισκογραφικό πόνημα.

Μετά από δυο ντέμο που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ επίσημα, οι Wolves In The Throne Room συστήθηκαν στον κόσμο με το “Diadem of 12 Stars”, στις 7 Φεβρουαρίου 2006. Τον δίσκο υπογράφει και η Artemisia Records. Αυτό που έκανε το δίσκο αυτό να κεντρίσει το ενδιαφέρον του ακραίου κοινού, είναι μια πρωτοπορία που παρουσιάζει μέσα στις 4 μακροσκελείς συνθέσεις του, εάν βέβαια εξαιρέσουμε το “αιχμαλωτικό” artwork που το συνοδεύει. Η χειμερινή ατμόσφαιρα, σε συνδυασμό με το black metal και τους dark ambient ήχους, όλα παγιδευμένα μέσα σε μια παραγωγή που φαντάζει κατά κάποιο τρόπο αρκετά “ομιχλώδης”, δίνουν το τέλειο βήμα.

Ένα χρόνο μετά, σειρά παίρνει το “Two Hunters”, υπό την αιγίδα αυτή τη φορά της Southern Lord Records. Τα αδέρφια Weaver έχοντας σοβαρές επιρροές και δυνατό μουσικό background με πειραματισμούς από διάφορα είδη, στο “Two Hunters” εξωτερικεύουν μια περισσή μελαγχολία, μέσα πάντα από οιμωγώδες black metal ήχους. Οι Wolves in The Throne Room, μέσα από αιθέριες μελωδίες και avant garde παιξίματα, αφήνουν να εννοηθεί ότι ενώ ηφύση μπορεί να είναι ήρεμη και όμορφη κατά περιόδουςς, μπορεί να γίνει αδυσώπητη και σκληρή σε όποιον αντιτίθεται σε αυτή.

Το “Black Cascade” συμπληρώνει εξίσου όμορφα μια πρώτη τριάδα επιτυχιών για τους Wolves. Ωμό μεν, μελωδικό δε. Τα τρεμουλιαστά riffs και οι μακάβριοι στίχοι κρατούν τον πήχη μεν ψηλά, παρόλα αυτά σαν σύνολο δεν πρόσφερε κάτι καινούργιο στο ακροατήριο. Αυτό ενδεχομένως να χώλαινε σε πολλούς, δεδομένου του ότι όλες οι post-black μπάντες με έναν τρόπο τινά avant garde τόνο στον ήχο τους βρίσκουν πάντα τρόπους να προσθέσουν κάτι καινούργιο. Το “Black Cascade” βάζει όμως κάτω και τα δύο για το εξωπραγματικό “Ex Cathedra” και μόνο.

“Celestial Lineage”. Ο ισημερινός που συναντήθηκε το goth με το folk και εκεί που συνάντησε η ατμόσφαιρα τη βία. Τα φωνητικά της Jessica Kenney (η οποία έχει συμμετάσχει και στο Monoliths and Dimesions των Sun O))), με την όποια ιδιορρυθμία χαρακτηρίζει τη φωνή της, δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα η οποία δεν συγκρίνεται. Οριακά παίζει μπάλα με το “Green Album” των Woods of Ypres, όμως η ατμόσφαιρα που έχουν σαν concept οι Wolves είναι ασύγκριτη με οποιαδήποτε άλλη μπάντα του είδους.

Επιστροφή στην Artemisia Records με το “Celestite” το 2014. Ένα πόνημα για το οποίο δεν γίνεται αντιληπτή οποιαδήποτε αρνητική κριτική. Η ειρηνική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, σε συνδυασμό με το καθηλωτικό artwork και την πεσσιμιστική αύρα που αποπνέει σε όλη του τη διάρκεια, το κάνει ίσως τον καλύτερό τους δίσκο. Μπορεί το γεγονός ότι είναι instrumental να το κάνει να φαίνεται ληθαργικό σε σημεία, όμως το “Celestite” είναι ένα απαραίτητο κόσμημα για τη δισκοθήκη των οπαδών του ατμοσφαιρικού ήχου. Μέταλ και μη.

Για το “Thrice Woven” δεν υπάρχουν λόγια. Με το εν λόγω άλμπουμ μάλιστα, είχαν επισκεφθεί την Ελλάδα το 2017 όπου άφησαν κάθε θαμώνα με το στόμα ανοιχτό. Οι λύκοι επέστρεψαν στο θρόνο, ενώ το άλμπουμ βγήκε σχεδόν καθολικά νούμερο ένα σε κάθε περιοδικό και zine του ακραίου ήχου. Όμορφο, επικό, ατμοσφαιρικό, οριακά συγκινητικό. Έχοντας μια εξέχουσα αντίληψη πάνω στη φύση και τους θησαυρούς που προσφέρει, σε συνεργασία με τεράστιους μουσικούς όπως ο Steve Von Till και η Anna von Hausswolff, τελειοποίησαν τη δισκογραφία τους. Το επόμενο βήμα πραγματικά φαντάζει τρομακτικό, γιατί μετά από αυτό δεν ξέρουμε αν μπορεί να υπάρξει κάτι καλύτερο.