Οι Κυριακές για άλλους είναι η ημέρα του θεού, για άλλους η ημέρα του γηπέδου και για άλλους η μέρα του ατελείωτου πονοκεφάλου από το χανγκοβερ, μετά το σαββατιάτικο ξεφάντωμα, ενώ έχω γνωρίσει τρελούς που κάνουν και τα τρία με την ίδια θρησκευτική ευλάβεια. Για μένα πάλι σημαίνει πολύ δουλειά και εξαντλητικό γράψιμο στο γραφείο μέχρι αργά το απόγευμα και μια ταινία στο χαλαρό δίωρο που επιτρέπω στον εαυτό μου σαν ποταπή πολυτέλεια λίγο πριν φύγω για το εργοστάσιο το βράδυ που με περιμένει η νυχτερινή βάρδια. Είδα λοιπόν μια ανάλαφρη μουσική ταινία πρόσφατα, το «Yesterday» του σκηνοθέτη Danny Boyle που πολύ πιθανό να έπεσε στη αντίληψή σας. Η πλοκή είναι απλή και αν θέλετε την θεωρώ μέσα στην απλότητα της έξυπνη και αρκετά ρομαντική . Ο ήρωας της ταινίας ξυπνάει σε ένα κόσμο όπου όλοι πλην αυτού αγνοούν την ύπαρξη των Beatles. Φανταστείτε έναν κόσμο όπου τα τραγούδια «Eleanor Rigby», «Day Tripper» ή «Yesterday» δεν υπήρξαν ποτέ. Και υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος σε ολόκληρο τον κόσμο ο οποίος θυμάται τους Beatles. Ο Τζακ είναι τραγουδιστής-τραγουδοποιός ο οποίος ζει σε μια μικρή πόλη της Αγγλίας και τα όνειρα για μια καριέρα στη μουσική σκηνή, αρχίζουν να εξαφανίζονται, παρά την αφοσίωση και στήριξη της παιδικής του φίλης, Έλι. Αυτό του δίνει την ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την άγνοια του κόσμου και να γίνει διάσημος παρουσιάζοντας τα κομμάτια σαν δικά του. Αν και καλή σαν ιδέα η ταινία δεν μπόρεσε να με κρατήσει για πολύ ώρα ίσως και να έπαιξε ρόλο το γεγονός πως είχα κολλήσει η ιδέα πως όλο αυτό μου έφερνε στο μυαλό τους τους Βurner. Όχι οι άνθρωποι δεν εξαπάτησαν κανέναν ούτε στηρίχτηκαν στις πλάτες άλλων. Απλά μου ήρθε μια ιστορία -πιθανό -απίθανο σενάριο για κάποια ταινία- στην οποία να εκτυλίσσεται στα Midlands της Αγγλίας πατρίδα του Heavy Metal και τόπος καταγωγής μεγάλων συγκροτημάτων όπως οι Zeppelin, Priest και οι Sabbath. Εκεί μια παρέα νέων ντόπιων στις αρχές του ’80 ακούει φανατικά  Heavy Metal και να προσπαθεί να φτιάξει το δικό της όνειρο. Όταν θα εμπλακούν σε ατύχημα με λεωφορείο κατά τη διάρκεια ενός μπλακ άουτ, θα ξυπνήσουν για να ανακαλύψουν ότι οι Black Sabbath,οι Judas Priest και οι Led Zeppellin δεν υπήρξαν ποτέ και τότε θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα περίεργο πρόβλημα.

Η παρέα των ηρώων μας θα προσπαθήσει να συστήσει τα τραγούδια των θρυλικών αυτών σχημάτων στον κόσμο, μέσω διοργάνωσης συναυλιών. Ξέρω ακούγεται τρελό και εντελώς εκτός πραγματικότητας. Κυρίως γιατί οι Burner δεν έγιναν όνομα όχι γιατί ήταν στην σκιά των γιγάντων, αλλά γιατί εκείνη την εποχή δεν βρέθηκε ένας με κοινή λογική (έκπληξη που ξέφυγαν από τα λαγωνικά των Neat και Ebony) να τους υπογράψει για στούντιο δίσκο (σίγουρα οι πολλές αλλαγές στη σύνθεση του συγκροτήματος που λάμβαναν μέρος στην μακρινή περίοδο 1982-1984 δημιουργούσε έξτρα προβλήματα ενώ η μη συμμετοχή στη συλλογή της Ebony Records το 1982 ήταν ένα ακόμα χτύπημα για τα όνειρα τους και την αναγνώριση τους) και ενώ είχαν στην φαρέτρα τους όπλα σαν τα Savage Killer και Lay Down Your Arms που εμφανίστηκαν στο κομμένο σε 500 αντίτυπα 7″ single με τίτλο «Savage Killer» από την Zerlinda Records το 1982. Οι Andy Richards στις κιθάρες, Kevin Pipes στο μπάσο και ο Steve Peach στα ντραμς, ξεκίνησαν σαν Savage Dogs το 1981 και έπαιζαν ένα μάγμα Heavy Metal Punk ώσπου σε μια ζωντανή τους εμφάνιση ο μετέπειτα τραγουδιστής τους τους αυτοπροτάθηκε για τη θέση πίσω από το μικρόφωνο. Σχεδόν αμέσως άλλαξαν το όνομα σε Burner. Εκείνη την εποχή έβλεπαν άλλους συντοπίτες τους όπως οι Witchfinder General, οι Cloven Hoof και οι Diamond Head να συνεχίζουν την παράδοση της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής τους γεμίζοντας περηφάνια τους λάτρεις της μουσικής αυτής αλλά αυτοί έπρεπε να περιμένουν 25 χρόνια μέχρι να τους υπογράψει η High Roller Records και να βγάλουν την επόμενη δουλειά τους.

Το Hammer Of The Gods 7″ βγήκε από την High Roller Records μόλις το 2007 και περιείχε τρεις συνθέσεις, τα: Hammer Of The Gods, Time Is On My Side και Old Enough To Know Better. Οι ηχογραφήσεις είχαν γίνει το μακρινό 1984 αλλά αυτό δεν ήταν από μόνο του δεν ήταν ικανό να αφαιρέσει τίποτα από την μαγεία των κομματιών. Άλλωστε χαρακτηριστικό όλων των αυτών που κατοικοεδρεύουν στις κορυφές είναι πως στέκονται αγέρωχα απέναντι στον Χρόνο και το έργο τους αναλλοίωτο από αυτόν. Μουσικά θα βρείτε ομοιότητες με Judas Priest μιας και η χροιά του Rotherham φέρνει με την πρώιμη φωνή του μεγάλου Halford όπως τουλάχιστον αυτός τραγουδούσε την δεκαετία του ’70. Οι κιθάρες είναι κοφτερές με τα riff να σου κολλάνε στο μυαλό και παρόλο που είναι εντελώς N.W.O.B.H.M. σε τεχνοτροπία ειδικά το ομότιτλο του ΕΡ έχει μια επική αύρα με το καλπάζοντα ρυθμικό μέρος. Ωραία και ευκολομνημόνευτα ρεφρέν, καλοδουλεμένες συνθέσεις, νεανικός ενθουσιασμός, ζεστός ήχος, ριφφάρες και θαρραλέοι στίχοι δεν ήταν αρκετοί για να βάλουν τους Burner στο ρόστερ κάποιας δισκογραφικής, αλλά περίσσευαν για να μπουν στις καρδιές των N.W.O.B.H.M. οπαδών για πάντα. Την επόμενη χρονιά (2008) κυκλοφόρησαν από την ίδια εταιρία το full length studio με τίτλο Ressurection που δυστυχώς πέρασε απαρατήρητο παρόλο που είναι ένα αξιόλογο άλμπουμ.