Το Σάββατο μας βρήκε στο Fuzz Live Music Club όπου και θα γιορτάζαμε την επιστροφή των θρύλων της doom metal, Candlemass στην Αθήνα για μία εμφάνιση που -αν κρίνω από την απήχηση που είχε στο κοινό- θα συζητάμε για καιρό. Αφού πέρασαν τρεις δεκαετίες, το συγκρότημα αποφάσισε να γυρίσει στις ρίζες του, με τον Johan Längqvist στα φωνητικά, την φωνή πίσω από το μνημειώδες ντεμπούτο τους. Μια επανένωση που αξίζει να ακούσεις και να παρακολουθήσεις ζωντανά αν είσαι λάτρης του είδους ή ακόμα κι απλός ακροατής. Αυτά δεν γίνονται κάθε μέρα. Παρόλο που τηρείται πλέον η απαγόρευση καπνίσματος σε όλα τα μαγαζιά, κανείς δεν φάνηκε ενοχλημένος. Ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος και το κοινό έδειχνε να μια πρωτοφανή όρεξη για τη συναυλία. Ένα ειλικρινές μπράβο και σε αυτούς που συντελούν στο να κυλήσουν όλα ομαλά. Δυσάρεστη ωστόσο ήταν η απουσία του merchandise, κάτι για το οποίο απολογήθηκαν κατά τη διάρκεια του set τους οι Σουηδοί κι υποσχέθηκαν πως θα επανορθώσουν σύντομα. Δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε! Την βραδιά άνοιξαν, επιτυχημένα, οι Slayerking, με το doomy-gloomy gothic metal που παίζουν με αρκετές αξιώσεις στα δύο album τους. Ο Καραδήμας είναι ένας ζωντανός θρύλος της ελληνικής σκηνής και παρουσιάζεται πάντα άνετος μπροστά στο κοινό. Ο θεατρικός χαρακτήρας που θέλει να διατηρεί το group, θεωρώ ότι του ταιριάζει αρκετά ως frontman και οι Slayerking το παίζουν καλά αυτό το χαρτί, με τις σκοτεινές αμφιέσεις και τα μπαλέτα σύγχρονου χορού. Μάλιστα σε σχέση με το αποστειρωμένο show των Candlemass, οπτικά σίγουρα κέρδισαν τις εντυπώσεις όσων δεν γνώριζαν τι θα αντικρίσουν. Εμφανώς βελτιωμένοι σε σχέση με το προηγούμενο live ως support στους Batushka και με την απόδοση τους δείχνουν ότι μπορούν άνετα να έχουν ένα cult status τύπου οι “Triptykon της Ελλάδας” αλλά. Διαθέτουν αρκετές συνθέσεις (Southern Gate Of The Sun, Story Of The Snake Who Grew Legs And Became A Lizard, Queen of Sheba Undresses Before Pulsating Chords) που καλύπτουν ποιοτικά τους fans του είδους και μάλιστα καταφέρνουν και τις αποδίδουν με δύναμη και πάθος ακόμα και αν το κοινό ανήκει “αλλού”. Επιτυχημένη αποστολή αν και εκ προοιμίου δύσκολη. Aς περάσουμε στο κυρίως θέ(α)μα. H ώρα είναι πλέον 10, στη σκηνή δεσπόζει το επιβλητικό πανό των Candlemass και μετράμε και τα δευτερόλεπτα για να ακούσουμε τις πρώτες νότες. Κι έτσι γίνεται. Στα αφτιά μας ξαφνικά ηχεί η διασκευή του Frederic Chopin «Marche Funebre» και μας προετοιμάζει για το «The Well of Souls». Από τα πρώτα λεπτά που εμφανίστηκαν στη σκηνή, ο κόσμος είχε αρχίσει να νιώθει οικεία με αυτές τις απόκοσμες μελωδίες. Επόμενο κομμάτι το «Dark Reflections», άλλο ένα που έμελλε να μιλήσει στην ψυχούλα μας, να μας προτρέπει να απομονωθούμε κι άλλο, να χαθούμε σε αυτές τις απροσπέλαστες συνθέσεις κι ίσως να μην ξαναβρούμε ποτέ τον δρόμο να γυρίσουμε πίσω στην σκληρή πραγματικότητα, αλλά αυτό δεν έχει σημασία.

Στη συνέχεια έπαιξαν το “Mirror Mirror”, άλλο ένα αγαπημένο έπος των Σουηδών που σε κάνει να παραμιλάς σε αρχαίες γλώσσες που ούτε καν γνωρίζεις, δεν ξεχωρίζεις καλό από κακό, θες να κοιτάξεις μέσα στον καθρέφτη να δεις τον διάβολο και να τον υπακούσεις.

Θα απέκλειαν το Astorolus: The Great Octopus από τον τελευταίο τους δίσκο απο το σετ τους; Και βέβαια όχι. Ήταν η απίστευτη συνεργασία με τον Tony Iommi, υποψήφιο για Grammy και ένα ευχάριστο νέο για την σκηνή γενικότερα.

Δεν θα μπορούσε φυσικά να ακολουθήσει άλλο κομμάτι από το αξεπέραστο Bewitched, ίσως το πιο catchy που έχουν γράψει μέχρι σήμερα, υποκειμενικά. Το κοινό τραγουδούσε μαζί με τον Johan, πως άλλωστε να μην, αφού είναι χαραγμένη στο μυαλό όλων μας αυτή η μελωδία!

Dark Are The Veils Of Death μας είπαν κι εμείς συμφωνήσαμε απόλυτα. Αυτό το πρώτο riff με διέλυσε. Μια κλασική κομματάρα που σε ανατριχιάζει κάθε φορά το ίδιο σαν να είναι η πρώτη φορά.

Επίπονο και καταλυτικό ήταν το Under The Oak με τη σειρά του, συνέβαλε και η αυθεντική φωνή πίσω από το μικρόφωνο αλλά το solo στο intro κλέβει τις εντυπώσεις κι είναι το πιο

αξιομνημόνευτο σημείο του κομματιού. Ένιωθα να με διαπερνά ένα ρίγος κι αυτή ήταν μόνο η αρχή…

Σαν βόμβα έσκασε στα αφτιά μας το A Sorcerer’s Pledge. Where is the morning, where is the sun? Είναι το A Sorcerer’s Pledge ένα από τα πιο ιδιαίτερα metal κομμάτια που έχουν γραφτεί; Πολλά τα ερωτήματα, αλλά μόνο ένα έχει σίγουρη απάντηση. Ναι είναι ένα από τα πιο ιδιαίτερα metal κομμάτια που έχουν γραφτεί και το τελευταίο riff το αποδεικνύει περίτρανα.

Αν όμως δεν ήταν το Demons Gate και το Crystal Ball ο τρόπος να για να προετοιμαστούμε για το επώδυνο τέλος αυτής της μαγευτικής συναυλίας τότε δεν έχω ιδέα ποιος είναι.

Τελευταίο κομμάτι όπως ήταν αναμενόμενο το τεράστιο, πολυαγαπημένο μας Solitude για σβήσιμο. Ανατριχίλα είναι πολύ μικρή λέξη για να περιγράψω την κατάσταση μου εκείνη τη στιγμή. Συνοψίζοντας, η συναυλία ήταν κατ εμέ εμπειρία ζωής κι αδημονώ να τους δω και πάλι στο άμεσο μέλλον. (…και να παίξουν το Black Stone Wielder, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα).