Είδος: Epic/Heavy Metal
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρία: Metal blade Records
Έτος: 2020

Ο δρόμος είναι ανοιχτός πλέον. Και το έδαφος κατάλληλα προετοιμασμένο. Έχεις EP μέσα στο 2018, έχεις live άλμπουμ μέσα στο 2019, και έχεις κάνει αισθητή την παρουσία σου εδώ και καιρό επάνω σε σανίδια που την εποχή που δισκογραφούσες για πρώτη φορά δεν θα τα έβλεπες ούτε στον ύπνο σου. Ήρθε η ώρα να ξανακερδίσεις ένα στοίχημα. 29 χρόνια μετά το άλμπουμ το οποίο σου έβαλε το καρφί στο φέρετρο. Δεν ήταν κακό το άλμπουμ, κάθε άλλο. Ήταν η εποχή παράξενη.

Να κερδίσεις στοίχημα λοιπόν, γιατί εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους πως με φύκια για μεταξωτές κορδέλες η δουλειά δεν προχωράει και πως χωρίς νέα μουσική δεν πας πουθενά. Μπορεί κάποιοι να έχτισαν «ιστορία» με 5 τραγούδια, αλλά εσύ είσαι οι Cirith Ungol και αν μη τι άλλο πάντα έβγαινες μπροστά με μουσική, και όχι με φούμαρα.

Αυτά σκέφτομαι ενώ ακούω το «Legions Arise» – το πρώτο single του δίσκου- για χιλιοστή φορά, έχοντας απαντήσει σε μήνυμα του Τσέκα που με ρωτάει για το review. Ξεκινάω να γράφω έχοντας στα αυτιά μου την ζοφερή εισαγωγή του «The Call» να απλώνεται στον χώρο πριν το «Legions» με πιάσει από το λαιμό.

Τα πράγματα έχουν μπει στην θέση τους. Το καλπάζων βασικό θέμα του κομματιού μου δείχνει πως η μπάντα βγάζει τις «Paradise Lost» φόρμες μπροστά, για αυτό το κομμάτι τουλάχιστον. Η φωνή του Tim Baker είναι εκεί. Ίδια και απαράλλαχτη σαν να μην πέρασε μια μέρα. Και ας ξεκαθαρίσω από τώρα πως η φωνή είναι το αναμφισβήτητο κέντρο βάρους ολόκληρου του δίσκου, όπως συνέβαινε πάντα δηλαδή.

Το «The Frost Monstreme» δηλώνει περήφανα την παρουσία του Greg Lindstrom στην μπάντα (είτε παικτικά, είτε συνθετικά). Ακούγοντας το late 70s proto heavy/epic ύφος της σύνθεσης με το εισαγωγικό lick «καθρέφτη» του «Frost and Fire», γρήγορα αντιλαμβάνεσαι ότι η μπάντα θα περάσει υφολογικά από όλες τις περιόδους της σε τούτο το άλμπουμ και ότι ο Greg δεν άλλαξε ούτε μισή μοίρα πορείας, ακολουθώντας μια ζωή την -αυτό νιώθω, αυτό παίζω- φόρμουλα (πάρτε για παράδειγμα το Falcon υλικό, τι, όχι;). Το ίδιο παλιακό μοτίβο θα ακολουθήσει και το «Fire Divine» για να σου θυμίσει ότι οι Ungol είναι μια μπάντα που φτιάχτηκε στα 70ς και να σε αφήσει να τραγουδάς το πιο ζοφερό ρεφρέν που άκουσες τα τελευταία σχεδόν τριάντα έτη.

Με το «Stormbringer» οι Ungol θα επιστρέψουν στον «Paradise Lost» κόσμο για να πατήσουν σε ένα ξεκάθαρο «Chaos Rising» μοτίβο. Φυσική συνέχεια ή ασφαλή επιλογή; Ότι από τα δύο και να συμβαίνει το κομμάτι γράφει μια χαρά.

Στο σημείο αυτό θέλω να τονίσω ακούγοντας για πολλοστή φορά τα lead parts του «Stormbringer», πως θεωρώ γενικά τα lead κιθαριστικά θέματα του άλμπουμ ως το δυνατότερο στοιχείο για το νέο υλικό, μετά τα φωνητικά. Πραγματικά είναι από τις λίγες φορές που διαπιστώνω τις lead κιθάρες να δρουν τόσο καθοριστικά σε Heavy Metal δίσκο της εποχής μας. Όχι δεν δίνουν απλά έμφαση, αλλά απογειώνουν κυριολεκτικά το κάθε κομμάτι. Εμπνευσμένα, γεμάτα ουσία και πάνω από όλα αναγνωρίσιμα από χιλιόμετρα, lead θέματα, ποτισμένα με αυτήν την χαρακτηριστική Ungol ζοφερότητα. Greg Lindstrom και Jim Barraza έχουν κάνει το θαύμα τους γενικά στις κιθάρες, αλλά τα leads του δίσκου είναι σημείο αναφοράς και αυτό πρέπει να τονιστεί.

Το «Fractus Promissum» είναι το πιο «One Foot In Hell» κομμάτι του δίσκου και για αυτή την διαπίστωση φταίει το κλασικό απογυμνωμένο Cirith riff πάνω στο οποίο στήνεται η σύνθεση. Υπάρχει όμως και εδώ το late 70s touch και φυσικά η σολάρα -μα είναι τώρα εκφράσεις αυτές για σοβαρή (!) κρητική δίσκου;- που αναδεικνύει το τραγούδι στα μέγιστα, τα έγραψα και πριν μην τα ξαναλέω. Α, βρείτε και πιο κομμάτι θυμίζει το θέμα του κλεισίματος και κερδίστε αναμνηστικό αυτοκολλητάκι Metal Invader.

Με το «Nightmares» να βγάζει στο προσκήνιο μια χαρακτηριστικά δυσοίωνη ατμόσφαιρα, η μπάντα επιμένει σε αυτήν την «less is more» πρακτική που μας έδειξε και με το «Witch’s Game» single του 2018. Αργόσυρτα θέματα, απλωτές κιθάρες και την ερμηνεία του Baker να σηκώνει όλο το βάρος του κομματιού, στις πλάτες του. Όταν οι Cirith Ungol ρίχνουν ταχύτητες ο ήχος τους πραγματικά μεταμορφώνεται σε κάτι εντελώς ιδιαίτερο και εντελώς δικό τους. Ακόμα και σε τούτο το κομμάτι που αντικειμενικά δεν το χαρακτηρίζεις ως και την απόλυτη στιγμή του δίσκου, φαίνεται ξεκάθαρα πως η παλιά Cirith συνταγή δουλεύει ακόμα. Είναι αυτά ακριβώς τα αργόσυρτα μοτίβα που έχουν κολλήσει κατά καιρούς την ταμπέλα του «Doom Metal» στους Cirith. Όχι δεν είναι Doom Metal αυτό το πράγμα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι Cirith Ungol.

Με το «Before Tomorrow» να είναι ποτισμένο ως το μεδούλι με την «King Of The Dead» στόφα τίποτα δεν μπορεί να πάει λάθος. Εδώ ναι, σίγουρα έχουμε να κάνουμε με μια από τις πιο δυνατές στιγμές του δίσκου, δεν επιλέχτηκε τυχαία ως το δεύτερο single για το «Forever Black».

Ο επίλογος ανήκει στο ομώνυμο «Forever Black» κομμάτι, το οποίο είναι μάλλον το απόλυτο «Paradise Lost» worship του δίσκου, αλλά από το δεύτερο μισό μέχρι τον επίλογο βουτάει στον «King Of The Dead» βούρκο (άκου το κλείσιμο, θα καταλάβεις τι εννοώ). Ο Robert Garven δίνει τα ρέστα του -και- εδώ. Υπάρχει έτσι και αλλιώς, μπόλικο γόνιμο έδαφος για την ρυθμική υπέρβαση στο κομμάτι μιας και οι μπασογραμμές του Jarvis Leatherby είναι η βάση της σύνθεσης.

Θα ήθελα να γράψω και δύο λόγια για το «Brutish Manchild», ένα παλιό κομμάτι Cirith Ungol κομμάτι του 1978 το οποίο ηχογραφήθηκε μεν στα sessions του «Forever Black» αλλά δεν μπήκε στο άλμπουμ. Θα κυκλοφορήσει όμως σαν Flexi Disc με το τεύχος 187 (Μαΐος, 2020) του περιοδικού Decibel, ενώ μπορείτε να το ακούσετε και on line. Πρόκειται για μια χειμαρρώδης σύνθεση στο γνώριμο late 70s ύφος της μπάντας, καταιγιστικά τύμπανα και riffing και Tim Baker σε μια λυσσασμένη ερμηνεία.

Η παραγωγή του άλμπουμ αναδεικνύει τα κομμάτια. Σε καμιά περίπτωση το υλικό δεν ακούγεται επιτηδευμένα παλιομοδίτικο (αναφέρω την «επιτήδευση» γιατί γενικά το μοτίβο αυτό παίζει εκεί έξω και μάλιστα με τον πολύ λάθος τρόπο). Η ηχητική προσέγγιση αναδεικνύει το βαρύ και ασήκωτο Ungol riffing, βγάζει μπροστά το μπάσο και αφήνει άπλετο χώρο τόσο στον Baker όσο και στον lead guitar παράδεισο που κοσμεί το άλμπουμ. Και όλα αυτά με το κλασικό ζοφερό και απόκοσμο approaching της μπάντας να παραμένει όχι μόνο συνθετικά, όχι μόνο σε επίπεδο ατμόσφαιρας και ερμηνείας αλλά ΚΑΙ ηχητικά, το σήμα κατατεθέν τους.

Ο Elric φυσικά και δεσπόζει στο εξώφυλλο του Michael Whelan το οποίο πετυχαίνει το σκοπό του. Να είναι αναγνωρίσιμο. Αυτό ήταν σε ένα μεγάλο βαθμό το ζητούμενο με τα εξώφυλλα των Cirith Ungol. Να είναι αναγνωρίσιμα και φυσικά να υπηρετούν την dark fantasy στιχουργική τους η οποία δεν χρειάζεται καν να αναφέρω πως είναι και εδώ πανταχού παρούσα. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να γίνει και αλλιώς.

Για ένα πράγμα μπορώ να είμαι σίγουρος για αυτό το άλμπουμ: Οι Cirith Ungol κατέθεσαν ψυχή. Και αυτό για μένα μετράει πολύ περισσότερο από το οποιοδήποτε άλλο κριτήριο μουσικό ή μη, ειδικά στην περίπτωση των Cirith Ungol.

Ξέρω πως θα ρωτήσετε αν ο δίσκος θα αντέξει στον χρόνο ή αν μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα στα classics. Η απάντηση θα δοθεί από τον καθένα μας ξεχωριστά. Με ένα και μόνον τρόπο: αφιερώνοντας χρόνο στο άλμπουμ για σοβαρή ακρόαση.

Ο δικός μου χρόνος αποκτά ουσία με την μουσική μιας τέτοιας μπάντας. Που εκτός απο ταλέντο έχει και πίστη σε αυτό που πρεσβεύει. Όσο υπάρχουν τέτοιες μπάντες για μένα υπάρχει ελπίδα στο Heavy Metal. Από καλλιτεχνικής και ηθικής πλευράς. Ναι, μια στο εκατομμύριο υπάρχει αυτή η ταύτιση. Οι Cirith Ungol μου το έμαθαν αυτό ξέρεις…

Legions Arise!

5,5/6