Το καλοκαίρι του 2019 ήταν ένα από τα ομορφότερα καλοκαίρια που πέρασε από την πόλη μας. Μια πόλη στην οποία είχαμε άνθιση συναυλιών και που ο κόσμος στήριζε τα πάντα γιατί είχε πάρει μια μεγάλη ανάσα από την κρίση που προηγήθηκε. Τον Ιούνιο εκείνο είδαμε με τους Black Rebel Motorcycle Club και τους Planet of Zeus να ανοίγουν τους πολύ μεγάλους Clutch. Πέραν της απόδοσης, αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από όλα ήταν ο κόσμος. Άτομα όλων των ηλικιών και θιασώτες πολλών και διάφορων ειδών έδωσε το παρόν, αποδεικνύοντας πως οι μεγάλες μπάντες δεν είναι τυχαία μεγάλες.
Υπάρχουν μπάντες που ακολουθούν τις τάσεις και μπάντες που δημιουργούν τη δική τους διαδρομή. Οι Clutch ανήκουν ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Μέσα σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες πορείας, το συγκρότημα από το Maryland κατάφερε να εξελιχθεί από ένα underground metal σχήμα της αμερικανικής ανατολικής ακτής, σε μία από τις πιο σεβαστές και επιδραστικές μπάντες του σύγχρονου heavy rock.
Αυτό που κάνει τους Clutch τόσο ξεχωριστούς δεν είναι μόνο τα χαρακτηριστικά πλέον riffs, το groove ή η ιδιαίτερη φωνή του Neil Fallon. Είναι κυρίως η συνέπεια με την οποία κατάφεραν να διατηρήσουν την ταυτότητά τους χωρίς ποτέ να εγκλωβιστούν σε μία συγκεκριμένη σκηνή. Οι Clutch υπήρξαν ταυτόχρονα stoner rock, hardcore, blues rock, southern rock, funk metal και heavy psychedelic μπάντα, χωρίς ποτέ να ακούγονται σαν αντιγραφή οποιουδήποτε άλλου.
Η ιστορία τους ξεκινά στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο Germantown του Maryland, όταν οι Dan Maines (μπάσο), Jean-Paul Gaster (τύμπανα), Tim Sult (κιθάρα) και ο αρχικός τραγουδιστής Roger Smalls δημιούργησαν ένα συγκρότημα με την ονομασία Glut Trip, που αργότερα μετονομάστηκε σε Moral Minority. Λίγο αργότερα, ο Smalls αποχώρησε και τη θέση του πήρε ο Neil Fallon, συμμαθητής των υπόλοιπων μελών. Αυτή η αλλαγή αποδείχθηκε καθοριστική για την εξέλιξη της μπάντας.
Από τα πρώτα κιόλας βήματα, οι Clutch είχαν μία διαφορετική προσέγγιση από τις περισσότερες heavy μπάντες της εποχής. Ενώ το grunge και το alternative rock κυριαρχούσαν στην Αμερική, εκείνοι συνδύαζαν hardcore ένταση, Sabbath-ικό groove, funk ρυθμούς και southern rock αισθητική. Οι πρώτες EP κυκλοφορίες τους, όπως τα Pitchfork και Passive Restraints, δημιούργησαν γρήγορα cult status γύρω από το όνομά τους χάρη στις ασταμάτητες περιοδείες και τη φήμη τους ως εξαιρετικό live συγκρότημα.
Η σκηνική τους παρουσία έγινε σχεδόν θρυλική ήδη από τα ‘90s. Οι Clutch δεν βασίστηκαν ποτέ σε φανταχτερά visuals ή θεατρικά concepts. Η δύναμή τους ήταν πάντοτε η ίδια η μουσική και η αμεσότητα του live. Ο Neil Fallon εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο χαρισματικούς frontmen της αμερικανικής rock σκηνής, συνδυάζοντας spoken word επιρροές, χιούμορ, κοινωνικό σχολιασμό και σχεδόν «κήρυγμα» πάνω στη σκηνή.
Παράλληλα, η μπάντα ανέπτυξε μια σπάνια σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό της. Σε αντίθεση με πολλά συγκροτήματα της γενιάς τους που διαλύθηκαν, άλλαξαν δραματικά ή εγκλωβίστηκαν σε trends, οι Clutch παρέμειναν σταθεροί. Η ίδια βασική σύνθεση της μπάντας διατηρείται από το 1991 μέχρι σήμερα, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για συγκρότημα (ανεξαρτήτως είδους).
Καθοριστικό σημείο στην πορεία τους ήταν επίσης η δημιουργία της δικής τους εταιρείας, της Weathermaker Music, το 2008. Η μπάντα επέλεξε να αποκτήσει πλήρη καλλιτεχνικό και οικονομικό έλεγχο της δουλειάς της, απομακρυνόμενη από τη λογική των μεγάλων labels. Ο Neil Fallon έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι αυτή η ανεξαρτησία επέτρεψε στους Clutch να λειτουργούν χωρίς πίεση και χωρίς να χρειάζεται να ακολουθούν εμπορικές επιταγές.
Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που εξηγεί γιατί οι Clutch κατάφεραν να γεράσουν τόσο δημιουργικά. Κάθε δίσκος τους έχει διαφορετικό χαρακτήρα, αλλά όλοι διατηρούν έναν άμεσα αναγνωρίσιμο πυρήνα: groove, blues επιρροές, βαριά riffs, σαρκαστικούς στίχους και την αίσθηση μιας μπάντας που παίζει ακριβώς αυτό που θέλει.
Πάμε να κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στους δίσκους τους λίγο πριν την επέλασή τους από την χώρα μας.
Transnational Speedway League: Anthems, Anecdotes and Undeniable Truths (1993)
Το ντεμπούτο των Clutch είναι ένα ωμό, βρώμικο και επιθετικό κράμα hardcore, funk metal και noise rock. Ο δίσκος αποτυπώνει τη νεανική ενέργεια της μπάντας και τη σύνδεσή της με την underground σκηνή των αρχών των ‘90s, θυμίζοντας σε σημεία Rage Against the Machine, Helmet και Black Sabbath ταυτόχρονα. Παρότι ακόμη ακατέργαστοι, οι Clutch δείχνουν ήδη τη μοναδική τους ικανότητα να χτίζουν groove-heavy συνθέσεις.
Clutch (1995)
Ο αυτοτιτλοφορούμενος δεύτερος δίσκος θεωρείται από πολλούς η πραγματική γέννηση του χαρακτηριστικού ήχου τους. Εδώ οι hardcore επιρροές περιορίζονται και η μπάντα στρέφεται σε πιο riff-oriented heavy rock κατευθύνσεις. Τραγούδια όπως τα “Big News I”, “Escape from the Prison Planet” και “Spacegrass” εξελίχθηκαν σε κλασικά κομμάτια του stoner rock. Ο δίσκος θεωρείται πλέον ένα από τα σημαντικότερα albums της αμερικανικής heavy rock σκηνής των ‘90s.
The Elephant Riders (1998)
Με το The Elephant Riders, οι Clutch γίνονται πιο psychedelic, πιο bluesy και πιο experimental. Η μπάντα διευρύνει σημαντικά το songwriting της, εισάγοντας southern rock και desert rock στοιχεία, ενώ ο Neil Fallon αρχίζει να αναπτύσσει πλήρως το αφηγηματικό στιχουργικό του ύφος. Πρόκειται για έναν δίσκο που αποδεικνύει ότι οι Clutch δεν ψήνονται να κλειστούν σε στεγανά, αλλά η δημιουργικότητα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του dna τους.
Jam Room (1999)
Το Jam Room έχει πιο χαλαρό, jam-oriented χαρακτήρα και συχνά θεωρείται ο πιο «πειραματικός» δίσκος τους. Η παραγωγή είναι πιο οργανική και η μπάντα δίνει έμφαση στον αυτοσχεδιασμό, στο blues feeling και στις live δυναμικές. Παρότι δεν απέκτησε την αποδοχή άλλων κυκλοφοριών τους, ο δίσκος παραμένει ιδιαίτερα αγαπητός στους παλιούς fans.
Pure Rock Fury (2001)
Ο τίτλος του δίσκου αποτυπώνει απόλυτα το περιεχόμενό του. Οι Clutch επιστρέφουν σε πιο άμεσο και επιθετικό heavy rock ήχο, παντρεύοντας stoner riffs, southern groove και blues επιρροές. Το album διαθέτει πιο «σφιχτή» δομή και θεωρείται μία από τις πιο δυναμικές κυκλοφορίες της μπάντας.
Blast Tyrant (2004)
Για πολλούς, το αριστούργημα των Clutch. Το Blast Tyrant θεωρείται η απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στο stoner rock, το southern groove και το blues heavy rock. Με παραγωγή του Machine, ο ήχος γίνεται τεράστιος, ενώ τα “The Regulator”, “Profits of Doom” και “Cypress Grove” συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα τραγούδια της καριέρας τους. Ο δίσκος καθιέρωσε οριστικά τους Clutch ως κορυφαία δύναμη του αμερικανικού heavy rock.
Robot Hive/Exodus (2005)
Ένας από τους πιο ιδιαίτερους και groovy δίσκους τους. Οι funk, soul και blues επιρροές βγαίνουν περισσότερο στην επιφάνεια, ενώ η παρουσία του Mick Schauer στα πλήκτρα προσθέτει νέα διάσταση στον ήχο της μπάντας. Οι Clutch δείχνουν πιο χαλαροί αλλά ταυτόχρονα πιο ώριμοι συνθετικά.
From Beale Street to Oblivion (2007)
Το album που ανέδειξε όσο ποτέ άλλοτε την αγάπη της μπάντας για το blues και την αμερικανική southern rock παράδοση. Τα “Electric Worry” και “One Eye Dollar” εξελίχθηκαν σε απόλυτα live classics, ενώ συνολικά ο δίσκος συνδυάζει heavy rock δύναμη και roots αμερικανική αισθητική με μοναδικό τρόπο.
Strange Cousins from the West (2009)
Ο πρώτος δίσκος μέσω της δικής τους εταιρείας, Weathermaker Music. Το Strange Cousins from the West έχει πιο «βρόμικο» και οργανικό ήχο, με έντονη live αίσθηση. Οι Clutch ακούγονται απόλυτα απελευθερωμένοι δημιουργικά, αποδεικνύοντας ότι μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα χωρίς να χάσουν τίποτα από τη δυναμική τους.
Earth Rocker (2013)
Μετά από αρκετά χρόνια πιο blues-oriented κατεύθυνσης, οι Clutch επιστρέφουν με έναν από τους πιο επιθετικούς και riff-heavy δίσκους τους. Το Earth Rocker είναι γεμάτο ενέργεια, ταχύτητα και heavy rock ύμνους, θυμίζοντας σε αρκετά σημεία την ένταση των πρώτων χρόνων τους. Ο δίσκος θεωρήθηκε μεγάλη καλλιτεχνική επιστροφή και γνώρισε σημαντική εμπορική επιτυχία.
Psychic Warfare (2015)
Επηρεασμένο θεματολογικά από τον συγγραφέα Philip K. Dick, το Psychic Warfare συνδυάζει science fiction αισθητική, groove rock και blues heavy riffs. Οι συνθέσεις είναι πιο πολυεπίπεδες και ατμοσφαιρικές, ενώ η μπάντα δείχνει να εξελίσσει ακόμη περισσότερο το songwriting της χωρίς να χάνει τη χαρακτηριστική αμεσότητά της.
Book of Bad Decisions (2018)
Ένας δίσκος με έντονο classic rock feeling και εξαιρετική παραγωγή. Οι Clutch πειραματίζονται περισσότερο με το groove, το funk και τις blues επιρροές τους, δημιουργώντας ένα album που ακούγεται ταυτόχρονα κλασικό και σύγχρονο. Η μπάντα δείχνει σε εξαιρετική δημιουργική κατάσταση, αποφεύγοντας κάθε επανάληψη.
Sunrise on Slaughter Beach (2022)
Ο πιο πρόσφατος δίσκος τους παρουσιάζει μια πιο χαλαρή, ώριμη και ατμοσφαιρική πλευρά των Clutch. Παρότι διατηρούν το χαρακτηριστικό groove και τη heavy rock ενέργεια, οι συνθέσεις αποκτούν μεγαλύτερη blues και southern rock διάσταση. Ο δίσκος αποπνέει αυτοπεποίθηση και την αίσθηση μιας μπάντας που δεν έχει τίποτα να αποδείξει πλέον.
Η σημασία των Clutch στο σύγχρονο heavy rock
Οι Clutch αποτελούν μία από τις ελάχιστες μπάντες που κατάφεραν να επιβιώσουν για περισσότερες από τρεις δεκαετίες χωρίς να εξαρτηθούν ποτέ από τρεντ, ρετρονοσταλγία ή media hype. Παρέμειναν πάντοτε μια εργατική live μπάντα που έχτισε το κοινό της μέσα από περιοδείες, συνέπεια και αδιάκοπη δημιουργικότητα.
Η επιρροή τους είναι τεράστια στη σύγχρονη stoner, sludge και heavy rock σκηνή. Συγκροτήματα όπως οι Mastodon, Baroness, Red Fang και 1000mods έχουν κατά καιρούς αναφέρει τους Clutch ως σημαντική επιρροή, κυρίως λόγω του τρόπου με τον οποίο κατάφεραν να παντρέψουν groove, blues, punk ενέργεια και heavy rock.
Ωστόσο, ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της πορείας τους να είναι η αυθεντικότητα. Οι Clutch δεν προσπάθησαν ποτέ να μοιάσουν «μεγάλοι», ούτε να υιοθετήσουν συγκεκριμένη εικόνα. Η μουσική τους βασίζεται αποκλειστικά στη χημεία τεσσάρων μουσικών που παίζουν μαζί από τα σχολικά τους χρόνια και συνεχίζουν να λειτουργούν με την ίδια σχεδόν φιλοσοφία.
Γι’ αυτό και κάθε live τους εξακολουθεί να μοιάζει με εμπειρία καθαρού rock ’n’ roll. Χωρίς υπερβολές, χωρίς περιττή σκηνοθεσία, χωρίς φίλτρα. Μόνο riffs, groove, ιδρώτας και μια μπάντα που εδώ και τριάντα χρόνια αποδεικνύει γιατί θεωρείται μία από τις σημαντικότερες heavy rock δυνάμεις της εποχής της. Τους απολαμβάνουμε 21 Μαΐου στην Θεσσαλονίκη και 23 Μαΐου στην Αθήνα! Είστε έτοιμοι;

English