20.9 C
Athens

Death – Leprosy

Published:

Last Updated on 18:11 by Giorgos Tsekas

“Leprosy will take control and bring you to your death!”

Είδος: Death Metal
Χώρα: Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Εταιρεία: Combat Records
Έτος: 1988

Δεν υπάρχει νόημα στο να συνθέσουμε μια τεράστια εισαγωγή σχετικά με τους Death. Όλοι γνωρίζουν ποιοι είναι και τι έχουν κάνει, ώστε να αποτελούν πλέον μέρος του αθάνατο μεταλλικού πάνθεον. Η σφοδρή παρουσία των Death και η συνδρομή τους στη γέννηση του death metal ύφους (και γενικά του metal), είναι αδιαμφισβήτητες και αναντίρρητες. Οι Death γεννήθηκαν το 1983 στο Ορλάντο της Φλόριντα. Και οι Death και ο Chuck Schuldiner κατάφεραν να εξελιχθούν στους πιο σημαντικούς φορείς του ακραίου ήχου. Ο Chuck δικαιολογημένα θεωρείται ο «πατέρας της Death Metal» και ο πρώτος του δίσκος με τους Death, το “Scream Bloody Gore”, υποτίθεται ότι είναι η πρώτη death metal κυκλοφορία. Έβερ.

Το “Leprosy” είναι ο δεύτερος δίσκος των Death και κυκλοφόρησε στις 12 Αυγούστου του 1988, μέσω της Combat Records. Είναι ο δίσκος όπου ο drummer Bill Andrews έκανε την πρώτη του εμφάνιση, ενώ ήταν ο κιθαρίστας Rick Rozz εμφανίστηκε πρώτη και τελευταία φορά στο lineup. Οι συνθέσεις ανήκουν στον Chuck Schuldiner και τον Rick Rozz, εκτός αν αναφέρεται κάπου διαφορετικά. Επίσης, οι στίχοι γράφτηκαν από τον Chuck.

Το “Leprosy”  θεωρείται ένας από τους πλέον σημαίνοντες και πιο σημαντικούς δίσκους στην ιστορία του death metal. Μάλιστα, το γερμανικό περιοδικό “Rock Hard” κατέταξε το “Leprosy” ως τον νούμερο ένα πιο σημαίνοντα δίσκο, ανάμεσα σε συνολικά 25 άλλους (δίσκους).

Συγκρίνοντας το “Leprosy” με τον προκάτοχό του και ντεμπούτο δίσκο των Death “Scream Bloody Gore”, είναι ουσιαστικά διαφορετικό σε όλους τους τομείς, ακόμη και αν μεσολάβησε μόνο ενάμισης χρόνος μεταξύ τους. Πρώτα απ ‘όλα, είναι πολύ πιο βελτιωμένο και ολοκληρωμένο από το «SBG». Τα πάντα έχουν κάνει ένα βήμα παραπέρα και έχουν εξελιχθεί σε κάτι μεγαλύτερο. Οι συνθέσεις, η ατμόσφαιρα, οι στίχοι, οι προσεγγίσεις… όλα είναι βελτιωμένα. Οπότε, πράγματι, οι διαφορές είναι πολύπλευρες και πολυπρισματικές.

Οι συνθέσεις δεν είναι τόσο πολύ διαφορετικές από το ντεμπούτο τους, αν και υπάρχουν πολλά περισσότερα μελωδικά περάσματα, τα οποία και καθιέρωσαν το στυλ των Death. Επιπλέον, υπάρχουν περισσότερες εμπνευσμένες γέφυρες και φανταστικά breaks που προσθέτουν ποικιλία στις συνθέσεις τους. Είναι ξεκάθαρο πως αυτός ο δίσκος είναι προϊόν μιας πιο προσεγμένης δουλειάς και το πάθος του Chuck είναι πολύ πιο εμφανές. Το “Leprosy” βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ του προηγουμένως πρώιμου Death Metal και του επερχόμενου τεχνικού progressive death metal, που οι Death επέλεξαν να υπηρετήσουν αργότερα, μέχρι και την τελευταία τους κυκλοφορία. Υπάρχουν πολλές γρήγορες μα άπταιστες αλλαγές στο tempo σε κάποια κομμάτια, αλλά η καλή δομή που επικεντρώνεται σε κάθε λεπτομέρεια, σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να γραφτεί ένας death metal δίσκος. Το έντονα άρτια εκτελεσμένα riffs προκαλούν καρδιακά. Η αφιλτράριστη ωμή βία γίνεται συνώνυμο των συνθέσεών τους και προκαλεί ένα ωστικό κύμα που εξαφανίζει τα πάντα.

Όσον αφορά τις κιθάρες, είναι πλέον διπλές, συμπληρώνοντας η μια την άλλη, παρόλα αυτά η ανωτερότητα του Chuck είναι ολοφάνερη, όπως και η βελτίωση του σε σχέση με το “Scream Bloody Gore”. Η απόδοση του Chuck στην κιθάρα και το μπάσο αλλά και στα φωνητικά είναι εξαιρετική. Μπορεί να υπάρξει κάποια σύγχυση λόγω των πολλών τρέμολο riffs, ωστόσο δε μας καίγεται καρφί… Αυτός ο εξαιρετικά βάναυσος και κτηνώδης ήχος έγινε το σήμα κατατεθέν των Death και συμβόλισε την επανάσταση στην ακραία μουσική γενικότερα.

Σχετικά με τα τύμπανα, αν επισκεφθείτε διαδικτυακά φόρουμ ή ιστοσελίδες όπου οι μουσικοί και λάτρεις της μοιράζοντας τις απόψεις τους σχετικά με τα συγκροτήματα και τους δίσκους τους, τότε θα δείτε ότι το 90% από αυτούς εκτοξεύουν λίτρα χολής προς τον δύσμοιρο Bill Andrews, λέγοντας ότι είναι ανίκανος ή κουλός ή μιλούν για το κατά πόσο λάθος ήταν η απόφαση να προστεθεί ο Andrews στο lineup των Death εκείνη την περίοδο. Εντάξει. Ηρεμήστε λίγο. Χαλαρώστε όλοι εσείς οι μεγαλειώδεις τυμπανιστές που γίνατε ξαφνικά ειδικοί μέσα σε μια νύχτα μόνο και μόνο επειδή μια φορά το δημοτικό χτυπήσατε ένα snare, ή μια κατσαρόλα καθώς λέγατε τα κάλαντα στη γειτονιά. Συμφωνώ με την άποψη ότι υπάρχουν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, αλλά αρνούμαι να γίνω μέρος μιας τόσο μειωτικής κουβέντας προς το πρόσωπο του Andrews. Είναι που αν βρισκόσασταν τότε στη θέση του, θα το κάνατε καλύτερα. Γελάω.

Η ατμόσφαιρα που δημιουργείται είναι σάπια, σκοτεινή και ζοφερή. Μας δημιουργεί τον πόθο για την εξόντωση της ανθρωπότητας ή μια ωραία συνάθροιση με αγαπημένους φίλους και κυρίως πιάτο ένα καννιβαλιστικό μπον φιλέ με κονιάκ και θυμάρι.  Οι στίχοι είναι πιο ώριμοι από πριν, αλλά δεν έχουν ακόμα χαρακτηριστεί από την ουμανιστική τροπή που πήραν μετά ούτε έχουν ψυχολογική / κοινωνική διάσταση ακόμα. Εξακολουθούν να διατηρούν την ατμόσφαιρα τρόμου και τα φρικιαστικά, εφιαλτικά και νοσηρά θέματα.

Η παραγωγή του δίσκου είναι νέα, βελτιωμένη, καθαρότερη και πιο γυαλισμένη, σε αντίθεση με το “Scream Bloody Gore”. Τώρα μπορούμε πραγματικά να ακούσουμε τι παίζεται χωρίς να αποσπάται η προσοχή μας από τον κακό ήχο ή την κακή μίξη. Η παραγωγή είναι επιτέλους ανάλογη του βάρους των συνθέσεων. Και οι lead και οι ρυθμικές κιθάρες είναι πεντακάθαρες, το οποίο είναι και χαρακτηριστικό του μπάσου. Η σωστή  διαδικασία ανάμειξης και η σωστή χρήση του βάθους και της θέρμης στις συνθέσεις δημιούργησαν ένα δίσκο που είναι τόσο σφιχτός όσο το οπλισμένο σκυρόδεμα, με αποτέλεσμα την οικοδόμηση μια κληρονομιά που θα αντέξει στο χρόνο.

Τώρα, ας ρίξουμε μια βαθύτερη ματιά σε μερικά από τα κομμάτια. Ένα από τα πιο αγαπημένα και κατ ‘επέκταση διασκευασμένα κομμάτια των Death είναι το “Pull The Plug”, που ξεκινά με το mid-tempo riff και έχει ένα ρεφρέν που σου κολλάει στο μυαλό, θαρρείς και έχεις εφαρμόσει την ισχυρότερη κόλλα στον κόσμο. Οι άρρωστοι κιθάρες εξαπολύουν πανούκλα προς κάθε πιθανή κατεύθυνση. Υποθέτω πως το “Pull The Plug” ήταν η πρώτη προσπάθεια των Death να συνθέσoυν κάτι πιο σύνθετο και περίπλοκο από ό,τι είχαν συνηθίσει. Το “Open Casket” έχει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά intro που έγραψαν οι Death. Χέρι-χέρι με τις συνεχείς αλλαγές στο ρυθμό, το κομμάτι έχει θαυμάσια εξέλιξη και δημιουργεί μια ατμόσφαιρα γεμάτη σήψη με τα doom-που-γίνονται-υπερηχητικά σόλο και τα εξαίσια φωνητικά. Το”Primitive Ways” είναι πιο γρήγορο, πιο τεχνικό και  πιο brutal ταυτόχρονα. Το “Choke On It” είναι το ιδανικό κομμάτι για να σφραγίσει αυτόν τον δίσκο. Είναι ένας συνδυασμός του παρελθόντος και του παρόντος στη σύνθεσή του, ενώ κοιτά στο μέλλον ατενίζοντας το prog. Σε γενικές γραμμές, όλα τα κομμάτια είναι ακραία και ανελέητα. Είναι στο χέρι σας να επιλέξετε το αγαπημένο σας.

 Πολλά συγκροτήματα όλα αυτά τα χρόνια έχουν διασκευάσει κομμάτια από το “Leprosy”, ανάμεσά τους οι Akercocke, Callenish Circle, Zyklon, Mokoma, , Revocation, Insidious Disease, Neurosis Inc, Obduktion, Psychotic Gardening, Illdisposed, Anthropomorphia, Igzordium και πολλοί άλλοι …

Το “Leprosy” υπογράφει το μανιφέστο που κυκλοφόρησε το “Scream Bloody Gore”, δηλώνοντας πως «Είμαστε οι Death και είμαστε εδώ για να καταστρέψουμε τα μυαλά σας». Οι Death σαν συγκρότημα και ο Chuck Schuldiner ως άτομο έγιναν το σχολείο για κάθε επίδοξο μουσικό της metal, μιας και η λάμψη τους δεν εφαρμόζει αποκλειστικά στο είδος του death metal. Το “Leprosy”  είναι ένα μνημειώδες άλμπουμ που θα μείνει αξέχαστο. Αυτή η ηχητική ωμότητα δεν πρόκειται ποτέ να παραμεριστεί.

Το 2008 η Century Media κυκλοφόρησε ένα remastered digipak, που περιέχει τα “Open Casket”, “Choke On It”, “Left To Die”, “Pull The Plug” και “Forgotten Past” ως bonus live κομμάτια. Το 2014, η Relapse Records επανακυκλοφόρησε το “Leprosy” σε τριπλό CD, που περιέχει 50 λεπτά ακυκλοφόρητων demos του “Leprosy” και υλικό από πρόβες, σε ένα ανάγλυφο πακέτο με ένα βιβλιαράκι 24 σελίδων με ακυκλοφόρητες εικόνες, καθώς και ολοκαίνουργιες σημειώσεις.

Highlights: Forgotten Past, Pull The Plug, Choke on it.

Related articles

spot_img

Recent articles

spot_img