17.1 C
Athens

Death: Only Death Is Real

Published:

Last Updated on 13:06 by Giorgos Tsekas

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός πως οι Death (παράλληλα με άλλα συγκροτήματα, όπως οι Possessed) επηρέασαν τον ακραίο ήχο, οδηγώντας τον σε νέα μονοπάτια και δημιουργώντας μια σχολή ακραίας μουσικής που μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να ανθίζει. Ως γνωστόν, η παρουσία των Death στα μουσικά τεκταινόμενα ξεκίνησε το 1984 και έσβησε το 2001, όταν έφυγε από τη ζωή ο Chuck Schuldiner αφήνοντας πίσω του συντρίμμια.

Η παρουσία των Death αναγεννήθηκε το 2012 μέσω του μάνατζερ τους Eric Greif, ο οποίος σύστησε στο κοινό μία εξαιρετική tribute μπάντα στους Death, με το όνομα Death To All, που πλέον ονομάζονται Death (DTA Tours), αποτελούμενη από πρώην μέλη του συγκροτήματος του Chuck Schuldiner με σκοπό να δοθούν συναυλίες, αρχικά με φιλανθρωπικό σκοπό. Εν καιρώ η ζήτηση γιγαντώθηκε, έχοντας ως αποτέλεσμα την οργάνωση συναυλιών σε παγκόσμια κλίμακα για να ικανοποιηθεί η δίψα των απανταχού οπαδών του συγκροτήματος, το οποίο αυτή τη στιγμή έχει στο δυναμικό του μουσικούς τεράστιου μουσικού βεληνεκούς, όπως οι Gene Hoglan, Steve DiGiorgio, Bobby Koelble και Max Phelps. Όπως ήταν βέβαια φυσικό, η «επανένωση» αυτή ξέσπασε θύελλα συζητήσεων για το εάν οι Death (εν προκειμένω οι Death  DTA Tours) θα έπρεπε να κάνουν ή όχι περιοδεία χωρίς τον Chuck Schuldiner να βρίσκεται ανάμεσά τους. Και είναι κάπως λογικό όταν ένα συγκρότημα με όνομα βαρύ σαν ιστορία κάποτε αποτέλεσε το «πνευματικό παιδί» μιας απίστευτα εμβληματικής παρουσίας στον ακραίο χώρο. Παρόλα αυτά, πως μπορείς όμως να αρνηθείς να δεις ζωντανά 4 μουσικούς που έχουν χαράξει εξαιρετική πορεία στην ακραία μουσική και εγγυημένα ξέρεις πως θα δώσουν το 100% των δυνάμεων τους για να παρουσιάσουν άρτια το υλικό ενός συγκροτήματος που το πονούν όσο εγώ και εσύ; Δεν ξέρω αν οι die – hard οπαδοί των Death αρκεστούν με τον ερχομό αυτών ονομάτων, ωστόσο δυο στάσεις της εν λόγω περιοδείας περιλαμβάνουν και την Ελλάδα, όπου το συγκρότημα θα εμφανιστεί την Παρασκευή 1 Απριλίου 2016 στο Fuzz Live Music Club και το Σάββατο 2 Απριλίου 2016 στο Principal Club Theater / Μύλος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ένα μικρό ζέσταμα πριν τον ερχομό τους στην χώρα μας.

Οι Death δημιουργήθηκαν το 1983 στο Ορλάντο της Φλόριντα από τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Chuck Schuldiner, τον επίσης κιθαρίστα Rick Rozz και τον Barney ‘Kam’ Lee στα τύμπανα, έχοντας αρχικά το όνομα Mantas. Ο Schuldiner ξεκίνησε να συνθέτει τραγούδια τα οποία κυκλοφόρησαν ως demo και rehearsal tapes, τα οποία, μαζί με το demo “Death By Metal” άρχισαν να κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι, χτίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σταδιακά το legacy τους. To 1984 o Schuldiner διέλυσε τους Mantas και με συνοπτικές διαδικασίες, δημιούργησε εκ θεμελίων τους Death, διατηρώντας ωστόσο τους Rick Rozz και Kam Lee στο δυναμικό του, κυκλοφορώντας σύντομα το demo “Reign of Terror”. Το 1985 κυκλοφορεί το demo tape “Infernal Death”, ενώ ο Rick Rozz και ο Kam Lee αποφασίζουν – έκαστος για τους δικούς του λόγους – να φύγουν από το συγκρότημα. Ο Schuldiner μετακομίζει στο San Francisco Bay Area, όπου ενώνει τις δυνάμεις του με τον ντράμερ των DRI Eric Brecht, και μαζί ηχογραφούν το demo “Back from the Dead”. Παρόλα αυτά ο Chuck δεν ήταν ευχαριστημένος με τους Death ως ύπαρξη, οπότε γυρνά πίσω στη Φλόριντα, χωρίς να έχει μπάντα. Το 1986, ο Schuldiner προσκλήθηκε από τους Καναδούς thrashers Slaughter να παίζει στο άλμπουμ τους. Ο Chuck δέχτηκε, οπότε μετακόμισε προς τον Καναδά. Ωστόσο, αυτό κράτησε μόνο δύο εβδομάδες, επιστρέφοντας άρον άρον στην Αμερική. Επέστρεψε στη Φλόριντα, για να γυρίσει πλέον πίσω στο Bay Area του Σαν Φρανσίσκο και πάλι, όπου γνώρισε τον 17χρονο τότε ντράμερ Chris Reifert. Μαζί έγραψαν το demo “Mutilation” που άνοιξε τις πόρτες για το συμβόλαιο με την Combat Records, μέσω της οποίας έκοψαν επιτέλους το πρώτο τους LP.

Το 1897 λοιπόν κυκλοφορούν την ταφόπλακα “Scream Bloody Gore”, το οποίο για ένα τεράστιο ποσοστό των οπαδών του ακραίου ήχου θεωρείται ευαγγέλιο, ανάγοντας με συνοπτικές διαδικασίες των Schuldiner στον θρόνο του «Πατέρα του Extreme Metal». Και δικαιολογημένα μάλιστα. Το “Scream Bloody Gore” χαρακτηρίζεται από λυσσασμένες κιθάρες και τύμπανα, που σε συνδυασμό με τα θανατηφόρα φωνητικά του Schuldiner σου ξεριζώνουν την καρδιά και την πετούν για μεζεδάκι στον Κέρβερο. Το καλό με τον συγκεκριμένο δίσκο όμως είναι ότι το συναίσθημα που βγάζει (παρά τα gore θέματα και τους ακρωτηριασμούς των στίχων) είναι καθαρή ΚΑΥΛΑ για ένα είδος που ουσιαστικά γεννιόταν εκείνη την περίοδο. Δεν προϋπήρχαν ωκεανοί ανάλογων δίσκων ούτε θάλασσες συγκροτημάτων για να διαλέξεις αυτό που σου κάθεται καλύτερα. Οπότε, εν ολίγοις, με το “Scream Bloody Gore”  παίρνεις δυο πράγματα: ΩΜΗ ΒΙΑ ΚΑΙ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ.

Fun Fact: Ο Schuldiner είχε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα έναν δεύτερο κιθαρίστα, τον John Hand, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε στον δίσκο (αν και η φωτογραφία του ήταν μέσα).

Ο Schuldiner γύρισε πίσω στην Φλόριντα, μαλώνοντας με τον Reifert ο οποίος είχε επιλέξει να μείνει στην Καλιφόρνια. Έτσι, ο Schuldiner συνεργάστηκε ξανά με τον παλιό του φίλο Rick Rozz και δύο μέλη της μπάντας του Rozz (τους Massacre), τον Terry Butler και τον Bill Andrews. Αυτό το lineup ηχογραφεί το 1988 το “Leprosy” και κάνει εκτενείς περιοδείες για την υποστήριξη του δίσκου, μέχρι που αποχωρεί ο Rick Rozz το 1989. Ο δεύτερος δίσκος των Death έχει εμφανώς πολύ καλύτερη παραγωγή από τον προκάτοχό του, ενώ η τονικότητα είναι διαφορετική, δίνοντας άλλο χαρακτήρα στις συνθέσεις. Σαφέστατα, ο συγκεκριμένος δίσκος έχει αγαπηθεί από χιλιάδες κόσμου, γεγονός που μάλιστα αποδεικνύεται και από τις διασκευές που έχουν κάνει σε κομμάτια του “Leprosy” δεκάδες συγκροτήματα. Είναι επίσης δίσκος που άσκησε μεγάλη επιρροή όχι μόνο στην εξέλιξη του death metal ήχου αλλά γενικότερα της μουσικής βιομηχανίας.

Εκτενέστερο κείμενο για το “Leprosy” υπάρχει εδώ: https://metalinvader.net/death-leprosy/

Μετά από μια περιοδεία στο Μεξικό με τον Paul Masvidal, μπαίνει στο συγκρότημα ο James Murphy, με τον οποίο οι Death ηχογραφούν το “Spiritual Healing”. Τρίτος δίσκος λοιπόν για τους Death και πάλι κάποια πράγματα αλλάζουν. Χαρακτηριστικότερη αλλαγή είναι η αποφυγή πλέον των στίχων με gore και horror περιεχόμενο και στροφή σε πιο κοινωνικά θέματα, όπως οι εκτρώσεις, η παρακμή των δομών της κοινωνίας και η χειραγώγηση μέσω τηλεοπτικών προγραμμάτων. Παράλληλα, αλλαγές σημειώνονται στις συνθέσεις των κομματιών, με την αύξηση των μελωδικών σημείων.

Το 1990, την παραμονή της Ευρωπαϊκής περιοδείας για την προώθηση του “Spiritual Healing”, ο Schuldiner αποφασίζει να μη συμμετάσχει στην περιοδεία κρίνοντας πως δεν έχει οργανωθεί καλά. Η μπάντα ήταν δεσμευμένη με συμβόλαιο με την εταιρεία, οπότε οι Andrews και Butler πήγαν στην περιοδεία στην Ευρώπη προσλαμβάνοντας τους roadies Walter Trachsler (κιθάρα) και  Louie Carrisalez (φωνητικά) για να αντικαταστήσουν τον Schuldiner, ο οποίος όπως ήταν φυσικό έβγαλε αφρούς, κινήθηκε νομικά, με αποτέλεσμα οι  Butler και Andrews να απολυθούν από το συγκρότημα. Έκτοτε ο Schuldiner αποφάσισε να συνεργάζεται με session μουσικούς αποκλειστικά. Ο Schuldiner προσέλαβε τον DiGiorgio και τους Sean Reinert και Paul Masvidal από τους Cynic.

Το 1991 οι Death κυκλοφορούν το “Human”, το οποίο χαρακτηρίζεται από μια ριζική στροφή του συγκροτήματος σε πιο progressive στοιχεία, με μια προσέγγιση πιο τεχνική, συγκριτικά με τους προηγούμενους δίσκους. Οι στίχοι χαρακτηρίζονται από εσωστρέφεια και μια θέαση των πραγμάτων από καθαρά προσωπική οπτική γωνία. Αυτή η «δομή» θα διατηρηθεί σε όλους τους δίσκους που θα ακολουθήσουν. Το “Human” μάλιστα αποτελεί μέχρι και σήμερα τον δίσκο με τις περισσότερες πωλήσεις για τους Death. Ο DiGiorgio αποχωρεί από τους Death αμέσως μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων εξαιτίας υποχρεώσεων που είχε με τους Sadus (ενώ αργότερα θα επανέλθει στο “Individual Thought Patterns”) και προσλαμβάνεται ο Skott Carino, ο οποίος θα κάνει περιοδεία με τους Death το 1991 και 1992.

Το 1993, οι Reinert και Masvidal άφησαν τους Death για τους Cynic. Ο Schuldiner, ανίκανος να τους πείσει να γυρίσουν, τους αντικαθιστά με τον ντράμερ Gene Hoglan των Dark Angel και τον κιθαρίστα Andy LaRocque των King Diamond για το “Individual Thought Patterns”. Ο πέμπτος δίσκος των Death βαδίζει στα μονοπάτια που χαράκτηκαν με την προηγούμενη κυκλοφορία· πολλά τεχνικά / progressive στοιχεία, τα οποία εξελίσσονται για να «κουμπώσουν» ακόμα καλύτερα με την λογική του συγκροτήματος, ενώ κάνουν την εμφάνισή τους μερικά στοιχεία που παραλληλίζονται με την free jazz μουσική. Μιας και ο LaRocque είχε υποχρεώσεις με τους King Diamond, ο Schuldiner προσέλαβε τον μέχρι τότε άγνωστο Ralph Santolla για τις περιοδείες των Death.

Το 1994 οι Death αποχωρούν από την Relativity Records και εντάσσονται στο δυναμικό της Roadrunner Records, με την οποία κυκλοφορούν το “Symbolic”, κατά το οποίο Santolla και DiGiorgio αντικαθιστώνται από τους Kelly Conlon και Bobby Koelble.

Μετά από αυτό, ο Schuldiner και η Roadrunner δεν επεδίωξαν την κυκλοφορία κάποιου νέου δίσκου, οπότε ο Schuldiner αφοσιώθηκε στους Control Denied. Μόνο μετά την σύναψη συμβολαίου με την Nuclear Blast αποφάσισε ο Schuldiner να γράψει νέο υλικό για τον νέο (και τελευταίο, όπως αποδείχτηκε) δίσκο των Death, το “The Sound of Perseverance” που κυκλοφόρησε το 1998. Οι Richard Christy, Shannon Hamm και Scott Clendenin αποτέλεσαν τις νέες προσθήκες στο lineup του συγκροτήματος. Το “The Sound of Perseverance” θεωρείται από πολλούς ο πιο progressive δίσκος των Death, ειδικά αν αναλογιστούμε το πώς έπαιζαν στους πρώτους δίσκους.

Το Μάιο του 1999 ο Schuldiner άρχισε να παραπονιέται για ισχυρούς πόνους στο πάνω μέρος του λαιμού του. Μετά από διάφορες φυσιοθεραπείες και μαγνητικές εξετάσεις, αποδείχτηκε πως ένα από τα νεύρα του είχε εμφανίσει όγκο. Στα 32α του γενέθλια ο Chuck Schuldiner διεγνώσθη με γλοίωμα υψηλού επιπέδου (ένα είδος κακοήθη καρκίνου του εγκεφάλου που εισβάλλει στο νευρικό σύστημα) και ξεκίνησε άμεσα τις χημειοθεραπείες. Τον Οκτώβριο του 1999 η οικογένεια του Schuldiner ανακοίνωσε πως ο κίνδυνος αποτράπηκε και πως ο Chuck ξεκίνησε την αποθεραπεία. Τον επόμενο Ιανουάριο είχε προγραμματιστεί η εγχείρηση αφαίρεσης του εναπομείναντα όγκου η οποία στέφθηκε με επιτυχία. Παράλληλα όμως, λόγω των υπέρογκων νοσοκομειακών νοσηλειών και τον εγχειρήσεων, η οικογένεια του Schuldiner άρχισε να έχει μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Οργανώθηκαν πολλοί έρανοι, δημοπρασίες, και συναυλίες για την κάλυψη των δαπανών. Δύο χρόνια μετά την αρχική διάγνωση του, τον Μάιο 2001, ο καρκίνος επέστρεψε και ο Schuldiner αρρώστησε και πάλι, ωστόσο τα χρήματα που απαιτούνταν για την νέα επέμβαση ήταν πάρα πολλά.  Η οικογένεια του έκανε έκκληση για βοήθεια μέσω ενός δελτίου τύπου, στο οποίο ανταποκρίθηκαν πολλοί καλλιτέχνες, βάζοντας σε δημοπρασία προσωπικά τους αντικείμενα. Ο Chuck συνέχισε τις χημειοθεραπείες, ωστόσο τον εξασθένησαν πολύ, με αποτέλεσμα να αρρωστήσει από πνευμονία και να εκπνεύσει στις 13 Δεκεμβρίου 2001.

Δεν ξέρω αν πρέπει να πω κάτι παραπάνω για να εξάρω ή να επαινέσω την μουσική κληρονομιά που άφησαν πίσω τους οι Death. Σίγουρα, αναμφίβολα, ο χαμός του Chuck Schuldiner προκάλεσε μεγάλο πλήγμα σε οικογένεια, οπαδούς του συγκροτήματος αλλά και τη μουσική βιομηχανία στο σύνολό της.  Ωστόσο, η προσπάθεια που γίνεται από τα μέλη που σήμερα αποτελούν τους σύγχρονους Death αξίζουν την προσοχή μας, όχι γιατί έχουν να προσφέρουν κάτι ανώτερο, αλλά γιατί τιμούν κατ’ αυτόν τον τρόπο τον άνθρωπο που έδωσε εξαρχής νόημα και πνοή στο τέρας που λέγεται DEATH. Αφήνουμε τις μικρότητες στην άκρη, φοράμε το χαμόγελό μας και τιμούμε τα λάιβ των Death DTA, υψώνοντας τις γροθιές μας στο όνομα του Chuck.

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016 στο Fuzz Live Music Club

Σάββατο 2 Απριλίου 2016 στο Principal Club Theater / Μύλος.

Related articles

spot_img

Recent articles

spot_img