Μάιος του 1995. Βρισκόμουν στο Γυμνάσιο στην ώρα των μαθηματικών (δε θυμάμαι ποιο μάθημα, αλλά σίγουρα υπερβαρετό). Είχα στην τσάντα μου μία κόπια cd του νέου δίσκου των Deicide και ήμουν τόσο του κερατά περήφανος, που το έδειχνα σε όλους σχεδόν τους συμμαθητές μου. Μέχρι που κάποιος κατέστρεψε το όλο σκηνικό χαρακτηρίζοντας το «ωραίο gothic εξώφυλλο». Αυτό ήτανε…. Αποβολή και για τους δύο την επόμενη μέρα. Ελάτε τώρα…”gothic” ένα από τα ωραιότερα death metal εξώφυλλα; Τέλος πάντων, ο συγκεκριμένος συμμαθητής είναι ακόμα φίλος μου και από την επόμενη κιόλας μέρα κατάλαβε το λάθος του όταν άκουσε το δίσκο πρωί πρωί στο σπίτι του.

Το “Once Upon The Cross” είναι το τρίτο άλμπουμ των Deicide. Κυκλοφόρησε στις 18 Απριλίου του 1995 από τη Roadrunner Records. Μπορεί να μην είναι αριστούργημα, αλλά ενώ είναι ένας στιβαρός δίσκος, με το πρόβλημά του να είναι ότι πάντα θα συγκρίνεται με τους 2 προκατόχους του. Τα “Deicide” και “Legion” θεωρήθηκαν κλασσικά από την πρώτη στιγμή και ως από τα πιο εμπορικά του είδους – καθώς μόνο οι Cannibal Corpse μπορούν να τα συναγωνιστούν σε πωλήσεις- υποθέτω ότι το “Legion” δεν ήταν ποτέ εύκολο να κερδίσει τους φαν των Deicide.

Μουσικά, το “Once Upon The Cross” είναι ένα άλμπουμ με βάση τις κιθάρες και με τα ντραμς να σφυροκοπούν. Όμως αυτό το σφυροκόπημα θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο γρήγορο! Κι αυτό διότι η ταχύτητα των τραγουδιών στο άλμπουμ είναι μικρότερη από την ταχύτητα που οι Deicede τα παίζουν live. Αυτό συμβαίνει γιατί στην αρχή η διάρκεια του δίσκου όπως τον είχαν ηχογραφήσει ήταν μόλις 22 λεπτά –καθόλου επαρκής διάρκεια για άλμπουμ- έτσι αναγκάστηκαν να παίξουν τα τραγούδια πιο αργά για να φτάσουν κοντά στο στόχο των 30 λεπτών. Ο Steve Asheim σχολίασε σχετικά: «Ακούγοντας πάλι το “Once upon…” μου φαίνεται πολύ αργό. Ζωντανά παίζουμε τα κομμάτια πολύ πιο γρήγορα. Στην πραγματικότητα πάντα παίζαμε τα τραγούδια γρηγορότερα απ’ ότι στο δίσκο. Όταν μπήκαμε στο στούντιο το ΄94 και ηχογράφησα τα ντραμς στην ταχύτητα που τα έπαιζα στις πρόβες είχαμε μόλις 22 λεπτά με τα ίδια τραγούδια, ήταν απλά πολύ γρήγορα. 22 λεπτά δεν αρκούν για ένα άλμπουμ, έτσι επαναηχογράφησα τα τραγούδια σε ένα πιο κοντρολαρισμένο ρυθμό και παρόλα αυτά καταλήξαμε μόλις με 30 λεπτά. Αυτό ήταν όλο.»

Ο ήχος ήταν ο μάλλον τυπικός προερχόμενος από τα Morrisound Studios, σίγουρα πιο γυαλισμένος και όχι όσο ωμός όσο οι δύο πρώτοι και πιο κοντά στον heavy metal ήχο. Ο Benton χρησιμοποιεί τις διπλές κραυγές σοφά μαζί με τα επιθετικά του χαμηλά growls και δίνει σούπερ ώθηση στα τραγούδια, τα οποία είναι καλογραμμένα με προκλητικούς στίχους και μικρή διάρκεια (κανένα κομμάτι δεν ξεπερνά τα 4 λεπτά). Οι αντιχριστιανικοί του στίχοι είναι γεμάτοι μίσος, αλλά αν και ο Benton δεν είναι (ούτε πιστεύω ότι έχει αλλάξει καθόλου) ποιητής ή κάτι παρόμοιο οι στίχοι του δεν είναι (τόσο) αφελείς όπως των μετέπειτα στα 00’ς κυκλοφοριών. Καθώς το μπάσο ακολουθεί κατά νότα την κιθάρα, πρέπει να συγκεντρωθείς πολύ για να το ξεχωρίσεις, ειλικρινά μερικές φορές αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει. Τα ντράμς του Asheim είναι «σφιχτά» και οι κιθάρες των αδερφών Hoffman δυνατές, ενώ τα riff, αν και δεν προσθέτουν κάτι στην απλή δομή των τραγουδιών του Benton εντούτοις το αποτέλεσμα είναι σχεδόν εντυπωσιακό. Πιθανόν επειδή μερικά από τα τραγούδια έχουν πιασάρικα ρεφραίν όπως το “When Satan Rules His World” & “They Are the Children of the Underworld” που σου κολλάνε στο μυαλό. Στην πραγματικότητα τα riff είναι πολύ απλά αλλά ταιριαστά. Φαίνεται ότι μερικές φορές παίζοντας power chords και τραβώντας συνεχώς το τρέμολο αρκεί ώστε να δημιουργήσει κανείς ανατριχιαστική ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με τα Slayerικά σόλο.

Τα αγαπημένα μου κομμάτια είναι: “Christ Denied”, “When Satan Rules His World” & “They Are the Children of the Underworld”.

*Τα samples στην αρχή του εναρκτήριου τραγουδιού «Once Upon the Cross» και στο «Trick or Betrayed» πάρθηκαν από την ταινία του Martin Scorsese “The Last Temptation of Christ” (1988).