Το Nespithe δεν είναι ένα εύκολο άλμπουμ. Η καλτ αύρα που το περιρρέει και τα 25 χρόνια απόστασης από της κυκλοφορία του κάνουν ακόμα πιο θολά τα πράγματα. Δεν χρειάζονται παραπάνω από 28 δευτερόλεπτα για να σου μπουν αρνητικές σκέψεις όσων αφορά την ποιότητά του, τότε που τα βοθρέ -στα όρια του ρεψίματος- φωνητικά του Antti Boman κάνουν την εμφάνισή τους και σκίζουν τα ηχεία σου. Η ειδοποιός διαφορά είναι πως αφενός τα κιθαριστικά τεχνάσματα και το progressive παίξιμο σε υπνωτίζει και αφήνεσαι στο μελωδικό -και με πολλά κοψίματα- ηχοτόπιο που δημιουργεί και αφενός ήδη σε ελάχιστο χρόνο συνειδητοποιείς πως αυτά τα φωνητικά είναι τα πλέον ταιριαστά με αυτόν τον ιδιαίτερο και τεχνικά άρτιο ήχο. Το βασικό είναι να μπορείς να ξεχωρίζεις το σπουδαίο ή το σημαντικό με την δικιά σου αντίληψη και μετά από προσωπική αναζήτηση και σκέψη. Να μην σε ενδιαφέρει η κρίση των άλλων ή του περίγυρου ή να κρίνεις με βάση τον δημιουργό ή σε σχέση με την αναφορά και όχι με αυτό καθεαυτό το οποιοδήποτε δημιούργημα. Αν θεωρείς τα φωνητικά γκροτέσκα, καλό θα ήταν να μην περιμένεις από κάποιον να σου πει πως είναι ο ορισμός του ακραίου και του μίσους, που είναι. Το δυνατό σημείο του δίσκου βέβαια είναι οι κιθάρες. Είναι τόσο αρρωστημένα εύστοχες που ούτε η φτωχή lo-fi παραγωγή μπορεί να τις θάψει και σε αυτό βοηθά η απουσία υπερφορτωμένης παραμόρφωσης. Γενικά υπάρχει μια οικονομία χρήσης, στο τρέμολο επίσης, και η φιλοσοφία του μοιάζει να είναι η δημιουργία τραγουδιών χωρίς πολλά επαναλαμβανόμενα μέρη, με γενναίο πλήθος αλλαγών που όμως έχουν μια φυσικότητα ώστε υπάρχει αρμονία και φυσική ροή, καθώς και το πάντρεμα του ρυθμικού μέρους με τις (σχεδόν άτονες) κιθάρες. To κοπάνημα των ντραμς είναι ανελέητο και ακατάπαυστο. Ο δε Mikko Virnes δείχνει να βρίσκεται σε ρόλο οδηγού (όχι απλά να σιγοντάρει αλλά) και να αλληλοϋποστηρίζει τα ξέφρενα σόλο του Aki Hytönen. Δεν γουστάρω παρθενογεννέσεις, μου ακούγεται σχεδόν γελοίος ο όρος, και όσοι ψάχνεται ομοιότητες για να έχετε κάποιον μπούσουλα, θα έλεγα πως οι Demilich έχουν μια κοινή συνισταμένη με τους Carcass της πρώτης περιόδου, τους Gorguts (στην προαναφερθείσα ατονικότητα των κιθάρων), τους Atheist των 90’s -ειδικά στην σχεδόν jazz προσέγγιση- και μια αισθητική Autopsy μπολιασμένη με μια τρομακτική αχλή Lovecraftιανής ρίζας. Οι τίτλοι των 11 συνθέσεων αποτελούν από μόνοι τους σημείο αναφοράς και δείγμα είτε ιδιοφυίας είτε παράνοιας ή απλά εκκεντρικότητας. Από τον τίτλο κιόλας που είναι αναγραμματισμός του ‘The Spine’ ενώ ξέχωρα από τους τίτλους-σιδηρόδρομους των 13 και 22 λέξεων και ο τίτλος του κομματιού instrumental «Erecshyrinol» είναι αναγραμματισμός του «No Lyrics Here». Το Nespithe είναι το μοναδικό άλμπουμ που ηχογράφησαν οι Φινλανδοί. Αρχικά κόπηκε από την Necropolis Records το 1993 ενώ επανεκδόθηκε το 1996 για την ευρωπαϊκή αγορά από την Repulse Records και το 2003 από την Century Media. Βρίσκεται εύκολα σε μια πιο πρόσφατη κοπή του από το 2009 και σε CD και σε βινύλιο από την Xtreem Music. Να σημειωθεί πως αυτή η τελευταία έκδοση, σε αντίθεση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες από Necropolis Records και Century Media, έχε την συγκατάθεση και έγκριση του συγκροτήματος.

Διεστραμμένο, αντισυμβατικό και απρόσιτο για τις μάζες, με τον χρόνο πότε σύμμαχο και πότε ανελέητο εχθρό του, έχει μια ποιότητα που το κάνει γοητευτικό για όποιον/α ψάχνει παράξενα και δύσπεπτα διαμαντάκια για την δισκοθήκη του.