Είδος: Post Metal/Ambient
Χώρα: Γαλλία
Εταιρία: Debemur Morti
Έτος: 2014

Τι νιώθεις όταν ακούς μια σπουδαία νέα κυκλοφορία από ένα σχετικά underground συγκρότημα; Δεν είναι κάτι που σε κάνει να θες να πρήξεις τους πάντες στην παρέα σου για το πόσο γαμηστερός και υποτιμημένος είναι ο δίσκος; Στο invader μια παρέα είμαστε όλοι, με κοινό την αγάπη μας για την μουσική. Το hyperion είναι μία από τις κορυφαίες post metal κυκλοφορίες του 2014, έτσι λοιπόν και εγώ θέλω να μοιραστώ την χαρά μου με την παρέα μου.

Η ειρωνεία της υπόθεσης ποια είναι; Ότι ο συγκεκριμένος δίσκος μόνο χαρούμενος δεν είναι. Το αντίθετο μάλιστα. Ακούγεται σαν μια πάρα πολύ ειλικρινής εξωτερίκευση των σκοτεινότερων, πιο ενδόμυχων και επώδυνων σκέψεων των δημιουργών του. Δεν απευθύνεται στους πολλούς. Σίγουρα δεν απευθύνεται σε αυτούς που κατεβάζουν δίσκους με το κιλό, για να τους ακούσουν μια φορά στα πεταχτά (στην καλύτερη των περιπτώσεων). Το hyperion είναι από τους δίσκους που πρέπει να ακούσεις χωρίς περισπασμούς και μάλιστα αρκετές φορές.

Το circumpolaris που ανοίγει τον δίσκο σε βάζει κατευθείαν στο κλίμα. Τεράστια doomy riff, επικαλυμμένα με μελαγχολικές μελωδίες, κιθάρες που παραπέμπουν (ακουστικά τουλάχιστον) σε YOB, ambient πλήκτρα που παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο στην αισθητική του ήχου των DIRGE και ένας τραγουδιστής που σαφέστατα κάτι τον έχει πειράξει πολύ.

Θα θελα πάρα πολύ να έχω και τους στίχους του δίσκου στα χέρια μου, αλλά δυστυχώς όσο και αν έψαξα στο διαδίκτυο δεν κατάφερα να τους βρω πουθενά. Παρόλα αυτά, ο τρόπος που τραγουδάει ο Marc T., άλλοτε με καθαρά και άλλοτε με οργισμένα σαν τον Hulk φωνητικά, σου δίνουν να καταλάβεις ότι δεν τραγουδάει για κάτι ευχάριστο. Όσο για τα γυναικεία φωνητικά που ακούγονται στο Venus claws καθώς και την γενικότερη αρρώστια που αποπνέει το κομμάτι, θα έλεγα πως (καλώς)έρπουν στο δρόμο που χάραξε ο Thomas Gabriel Fischer. To hyperion under glass… δεν ξέρω αν είναι η κορυφαία στιγμή του δίσκου αλλά είναι σίγουρα το αγαπημένο μου. Με αυτήν την μεθυστική μπασογραμμή που σε κάνει να κολλάς και -όπως θα ‘λεγε και ο αείμνηστος Peter Steele- σε χτυπάει με μια βαριοπούλα με γούνινη επένδυση. Το remanentie που κλείνει τον δίσκο, είναι σαν το τσιγαριλίκι μετά από μία τεράστια κραιπάλη με ποτά… χρειάζεται για το “σβήσιμο”. Και ένα τσιγαριλίκι (ή πολλά όπως φαίνεται) είναι η μόνη προφανής εξήγηση για την επιλογή της μπάντας να τραβήξει τόσο πολύ σε διάρκεια (16:27) ένα τραγούδι που ουσιαστικά είναι η επανάληψη μιας μελωδίας με spacey ψυχεδελικά περάσματα στο background.

Πέρα από την πλάκα όμως, όλα τα τραγούδια είναι αρκετά μεγάλα σε διάρκεια. Έτσι δίνεται ο χώρος και ο χρόνος στους DIRGE να δομήσουν τα κομμάτια τους βάση των διδαχών της post rock φιλοσοφίας. Με θέματα που σταδιακά, και με την προσθήκη πολλαπλών layers, εξελίσσονται σε κάτι διαφορετικό και οδηγούνται προς την κορύφωση.

Θα παρατήρησες ότι ενώ η κριτική αφορά ένα post metal album, πουθενά δεν αναφέρθηκε το όνομα των τιτανομέγιστων NEUROSIS, και αυτό γιατί οι DIRGE, σε αντίθεση με πολλές μπάντες του χώρου, μπορεί να έχουν επηρεαστεί από αυτούς αλλά δεν τους κοπιάρουν και προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι δικό τους.

Σε όσους ακούσουν και γουστάρουν την συγκεκριμένη κυκλοφορία, τους συνιστώ να ρίξουν μια “αυτιά” και στο «Elysian magnetic fields», που είναι ο προάγγελος της μουσικής κατεύθυνσης του «Hyperion».

5/6