F.O.B. – …and foes have become our masters

Published:

Last Updated on 15:33 by Lilliana Tseka

Είδος: Melodic Death / Metalcore
Χώρα: Τσεχία
Εταιρία: MetalGate
Έτος: 2015

Είσαι αρχισυντάκτης σε metal περιοδικό και γουστάρεις να ταλαιπωρήσεις το συντάκτη σου;;; Δώσε του να κάνει review σε αυτό: F.O.B. – “…and foes have become our masters”. Το παρόν απευθύνεται σε όσους βαριούνται αυτή τη στιγμή, στους αυτοκαταστροφικούς, στους 3 fans των F.O.B. στην Ελλάδα (εάν ξέχασα κάποιον, ζητάω συγγνώμη) και στους σκληροπυρηνικούς μεταλλοπατέρες που ακούν και τις μεγαλύτερες σαβούρες προκειμένου να εντυπωσιάσουν με τις γνώσεις τους στα meeting μεταλλοπατέρων. Εάν δεν ανήκεις τουλάχιστον σε μία από τις πιο πάνω κατηγορίες, πάτησε Αlt F4.

Οκ, ίσως υπερβάλλω λιγάκι, η αλήθεια είναι όμως ότι ήδη από το πρώτο άκουσμα του άλμπουμ ΒΑΡΕΘΗΚΑ! Το ένστικτο της επιβίωσης με ώθησε να κάνω βρώμικες σκέψεις όπως να πασάρω το ριβιού σε κάποιο άλλο θύμα. Θυμήθηκα όμως την κουβέντα που μου είπε ο αρχιμηχανικός την πρώτη μέρα στο γραφείο: “Για να φτιάχνεις καλά σπίτια, πρέπει πρώτα να μάθεις να φτιάχνεις καλούς καφέδες….”, οπότε σκέφτηκα ότι, ως νέο αίμα στο Invader, πρωτού αξιωθώ να γράψω τίποτα για τους Slayer, οι δοκιμασίες που θα πρέπει να περάσω θα είναι σκληρές…

Στο δεύτερο άκουσμα του άλμπουμ βαρέθηκα ξανά. Πανικοβλήθηκα στην ιδέα ότι θα έπρεπε να “θάψω” τη νέα δουλειά των παιδιών (και μάλιστα το 6ο full-length τους!!!), οπότε απευθύνθηκα στο συντάκτη Κλέαρχο για να ακούσω μια δεύτερη γνώμη. Αφού με έβρισε για τα 38 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα που σπατάλησε, μου είπε να ετοιμάσω το φτυάρι. Καθώς, όμως, είναι φημισμένος κακός του χώρου αποφάσισα να μην τον ακούσω και να συγκεντρωθώ απόλυτα στο έργο μου, να το αποκωδικοποιήσω και να ζυγιάσω τα κακά και τα καλά του εφόσον τα εντοπίσω…

Λοιπόν, τι θα συναντήσεις; Σε γενικές γραμμές, distorted κιθάρες με γρήγορα αλλά και κοφτά riffs, αρμονικές, συμπαθητικά αλλά ανέμπνευστα κιθαριστικά solos, γρήγορα double bass drum patterns, beatdowns, τραχιά, brutal φωνητικά, αλλά και καθαρά συνήθως στα refrain. Οι στίχοι, ποιητικοί και καταθλιπτικοί, εκφράζουν πόνο, προβληματισμό, υπαρξιακή αναζήτηση αλλά και διαπιστώσεις που ίσως σου φανούν χρήσιμες για τη ζωή του τύπου “suffering builds character” ή “those who love too much lose everything, those who love with irony last”. Ταιριάζουν απόλυτα με τη μουσική και σε καταβάλλουν καθώς δημιουργούν ένα αίσθημα απαισιοδοξίας.

Τί με χάλασε; Κατα κύριο λόγο, η χωρίς ουσία πολυπλοκότητα της δομής αρκετών κομματιών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να σε κάνει να χάνεις γρήγορα το ενδιαφέρον σου, να σου δημιουργεί το απόλυτο χάος στο κεφάλι (από αυτή την άποψη το artwork είναι εύστοχο και πετυχημένο!) και τελικά να μη σου μένει τίποτα για να θυμάσαι στο τέλος της ακρόασης. Εκεί που ακούς μια ενδιαφέρουσα μελωδία και λες “να το, τώρα, τώρα έρχεται το καλό”, αντί να έρθει η κορύφωση, ακολουθεί συνήθως κάτι εντελώς μονότονο χωρίς ιδιαίτερη φαντασία και εσύ μένεις σύξυλος. Κάτι σαν την ανάφτρα τη γυναίκα που αφού σου δείξει λίγο μπούτι και σου κλείσει και το μάτι, μόλις σε δει να τρίβεις με ικανοποίηση τα χέρια σου γι’αυτό που πιστεύεις ότι θα ακολουθήσει, σου λέει καληνύχτα και φεύγει.Εκτός από το σκωτσέζικο ντους, μια επιπλέον αίσθηση που μου έδωσε κάποιες στιγμές ήταν ότι “χμμμ ενδιαφέρον αυτό, αλλά κάτι παρόμοιο το έχω κάπου ξανακούσει”. Η έλλειψη πρωτοτυπίας, λοιπόν, είναι άλλο ένα θέμα που ίσως ενοχλήσει κάποιους, αν και για να λέμε την αλήθεια ο μεταλλάς ο γνήσιος καταβάθος γουστάρει να ακούει όλο τα ίδια και τα ίδια και στην πραγματικότητα δε μασάει. Τέλος, τα καθαρά φωνητικά κάνουν τον τραγουδιστή των Bullet for my Valentine να ακούγεται πολύ σκληρός άντρας, οπότε εάν οι F.O.B. επιθυμούν να συνεχίσουν να φιλοξενούνται σε metal περιοδικά και όχι στη super katerina θα πρέπει να κάνουν κάτι με τα καθαρά τους, γιατί έρχονται σε έντονη αντίθεση με τον κατά τα άλλα σκληρό τους ήχο. Μια καλή ιδέα θα ήταν ο υπεύθυνος της μίξης του άλμπουμ αντί να ψηλώνει την ένταση της καθαρής φωνής σε σχέση με τα υπόλοιπα όργανα, να κάνει ακριβώς το αντίθετο, στο βαθμό που αν είναι δυνατόν αυτή να καλύπτεται πλήρως από αυτά.

Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά από άποψη τεχνικής δεν υστερούν. Ξέρουν και μπορούν να παίξουν. Και τελικά το λάθος τους για ‘μένα είναι ότι τις όποιες ωραίες τους ιδέες δεν τις προβάλλουν έξυπνα ώστε να σου εντυπωθούν άμεσα. Γιατί, τελικά αν ακούσεις και ξανακούσεις και ξανακούσεις το άλμπουμ τα αρνητικά που περιέγραψα παραπάνω παύουν να φαίνονται και τόσο τρομερά. Με την επανάληψη η πολυπλοκότητα της δομής τακτοποιείται στο κεφάλι σου, οι άστοχες εναλλαγές δε σε ενοχλούν πια και έτσι μπορείς να απομονώσεις και να κρατήσεις τα καλά σημεία. Και τα καθαρά φωνητικά, νταξ απευθύνονται περισσότερο σε μελαγχολικές έφηβες, αλλά αν το δεις πιο ανοικτόμυαλα δίνουν μια μελωδικότητα στα κομμάτια. Εγώ πάντως πλέον βρήκα και αγαπημένο κομμάτι, το σκοτεινό του δίσκου, “In the name of the Good we spread Evil” (δεν έχει καθόλου καθαρά φωνητικά), και αν πρόκειται να γίνουν κάποια hits ποντάρω σίγουρα στο “Sons of Oblivion” και στο “Debts of Imperfection”. Είναι τελικά η δύναμη της συνήθειας που με έκανε στο τέλος να το δώ με πιο θετικό μάτι ή μήπως είναι ένα από αυτά τα άλμπουμ που χρειάζονται κάποιο χρόνο να ωριμάσουν μέσα σου για να τα εκτιμήσεις; Αυτό καλύτερα να το κρίνεις μόνος σου. Εξάλλου δεν έχω την απάντηση…

2,5/6

Exit mobile version