William J Tsamis
(13 Μαρτίου, 1961 – 13 Μαΐου 2021)

Αποχαιρετισμός

Υπάρχει μια μικρή στιγμή στην ζωή του κάθε ανθρώπου. Στιγμή που έχει κομβικό χαρακτήρα. Που ορίζει και χαρακτηρίζει τον ίδιο και την μετέπειτα πορεία του. Στιγμή κατά την οποία του δίνονται τα κλειδιά για πόρτες που θα καλεστεί να ανοίξει κατά την διάρκεια της διαδρομής που έρχεται.

Ο καθένας από εμάς, τίποτα από τα παραπάνω δεν θα καταλάβει με πλήρη συνείδηση όσο διαρκεί αυτή η στιγμή. Μονάχα θα νιώσει μια παράξενη ζεστασιά να του γεμίζει τα σωθικά. Έναν πλήρη συντονισμό του εσωτερικού του γίγνεσθαι με την εμπειρία που βιώνει. Για την ώρα, όλο αυτό θα το αντιληφθεί ως κάτι αόριστο και ενστικτώδες, μα η στιγμή θα γίνει σφραγίδα και πυξίδα μαζί. Και όσο η διαδρομή συνεχίζεται ο καθένας θα ανατρέχει όχι μόνο σε αυτό το πολύ συγκεκριμένο χρονικό σημείο μα και στα Δώρα που του προσφέρονται ακριβώς τότε… Δώρα που έχουν να κάνουν με το κλωθογύρισμα στου καθένα το νήμα. Γιατί μαζί με τα κλειδιά, δόθηκαν και οι απαντήσεις. Μόνο που τα ερωτήματα έρχονται μετά, στο κάθε βήμα, στο κάθε πέταγμα και το κάθε σύρσιμο, στο κάθε μπροστά ή πίσω.

Ρίχνω το βλέμμα στον καθρέφτη της Ψυχής μου. Τώρα πλέον γνωρίζω καλά πως η δική μου τέτοια στιγμή ήταν όταν άκουσα για πρώτη φορά τις πρώτες -και τις επόμενες- νότες του «Deliver Us» των Warlord του William J Tsamis, να πλουμίζουν τον αέρα.

Πασχίζω να βρω τις λέξεις για να πω ότι εσύ μου δίδαξες πως το κάθε τι είναι μπορετό, αρκεί φτιάξεις κομματάκι, κομματάκι το Όραμα σου. Να το φυλακίσεις στο χαρτί και το μολύβι, να το κάνεις δικό σου, να ταυτιστείς με αυτό, να του φερθείς με στοργή, γιγαντώνοντας το και κάνοντας το σκοπό της ύπαρξής σου.

Στέκομαι και σε αποχαιρετώ, μα μου είναι αδύνατον να σε αποχωριστώ. Γιατί το Δώρο σου, το Όραμα σου, γίνηκε ανάσα που θα με συντροφεύει ως τα στερνά μου.

Κοιτάζω από την ακτή την φουρτουνιασμένη θάλασσα, αυτή που την περνούν μονάχα οι θαρραλέοι. Κλείνω τα μάτια και αφήνω την ευλογία του Δώρου σου να με πλημμυρίσει για μια ακόμα φορά. Κάθε κομμάτι του «Είναι», του «Εμένα» και του «Εγώ» μου, βρίσκεται παραδομένο σε τούτη την Ευλογία. Την Ευλογία της Μουσικής σου.

Ετούτη η στιγμή… Η στιγμή που ξεκινά και ξετυλίγεται μπροστά μου το «Deliver Us» των Warlord του William J Tsamis… Είναι η στιγμή που ουσιαστικά όλα παίρνουν το δρόμο τους. Ανοίγω με χαρά και λαχτάρα τα χέρια για να δεχτώ το πολύτιμο Δώρο. Νιώθω εκείνη την παράξενη ζεστασιά να με κυριεύει. Και το πεπρωμένο έχει ήδη γραφτεί, γιατί η σφραγίδα έγινε πυξίδα. Και αλίμονο, μπορεί κάποιο αόρατο μάτι μυστικό, που κοιτάζει ίσια μπροστά στο χρόνο να γνωρίζει το τέλος. Μα εγώ είμαι ακόμα στην διαδρομή. Αυτή, την ίδια που βαδίζω ακόμα και τούτη την ώρα που σε αποχαιρετώ.

Προχωρώ μπροστά στο Σκοτάδι μα τώρα ξέρω πως το Δώρο σου είναι το Φως. Το Δώρο της Μουσικής σου. Και επιστρέφω πάντοτε σε αυτή κρατώντας σφιχτά τα ερωτήματα. Ζητώντας και εγώ, με αγωνία, τις απαντήσεις. Είναι τότε που ψάχνω να βρω λίγη από τη Σοφία της δικής σου Ψυχής. Και αλήθεια, ποιος τότε μπορεί, ποιος τότε τολμά να μιλήσει για θάνατο;

Πόσα ευχαριστώ μπορώ να σου πω για όλες εκείνες τις φορές που έχω γυρίσει κυνηγημένος από την Κόλαση των άλλων, βρίσκοντας παρηγοριά στο δικό σου Φως; Το Φως της Μουσικής σου; Πόσες φορές δεν έχω κινήσει για τις δικές μου Μάχες αφήνοντας την δική σου Μυστική Τέχνη, να μου γεμίσει την ύπαρξη; Η Ασπίδα και το Ξίφος σου είναι εκεί, όπλα μου πλέον, στους μεγάλους Θριάμβους και τις μεγάλες ήττες μου.

Γενναιόδωρα μου δίδαξες πως τα πάντα κερδίζονται. Και μπορώ πλέον να είμαι σίγουρος πως ακόμα και το Δώρο σου κερδήθηκε και αυτό, έγινε κτήμα μου και πλέον με ορίζει.
Αλήθεια, δεν χωρά ο θάνατος σε τίποτα από όλα αυτά…

Η σπορά ήταν γόνιμη και τα άνθη της φάνηκαν σιγά σιγά. Τα αναγεννησιακά σου ιντερλούδιο και επίλογοι, με έκαναν να αναγνωρίσω τη θαλπωρή του Κλασσικού. Και όταν χρόνια μετά άκουσα τον μάγιστρο των Σκορπιών να βάζει φωτιά σε ουρανό και ανέμους, ήξερα… Μου είχες δείξει εσύ. Η μέθεξη του Ουράνιου Τόξου, μου φάνηκε γνώριμη, βλέπεις με είχες πάρει από το χέρι και μου την είχες περιγράψει. Και όταν ένωσα το Εικοσιένα και το Δώδεκα, είχα μια παράξενη λάμψη στα μάτια, είχα ακούσει την μουσική σου αφήγηση. Και ήξερα. Ακόμα και όταν βάδισα στα χνάρια του Ατσαλιού του Επικού Χαμού, είχα γνώση. Μου είχες μιλήσει εσύ για το μοίρασμα του δισκοπότηρου.

Είναι γιομάτο το φεγγάρι και μου είναι αδύνατο να μιλώ για θάνατο ύστερα από όλα τούτα… Βλέπεις μου άνοιξες τις πόρτες μιας Μυσταγωγίας, λυρικής και άφταστης. Μου δίδαξες την απόλυτη ενσάρκωση του Έπους με κάθε νότα και γραφτό σου. Μου άνοιξες την χούφτα και μου έβαλες μέσα την ασημένια πένα. Ήμουν φτωχός και με κάλεσες να κερδίσω μονάχος, έναν Πλούτο αλλιώτικο. Τον Πλούτο της ψυχής. «Τώρα μας λες πως είσαι πλούσιος, λοιπόν δείξε μας τι έχεις…». Ψελλίζω από τότε στους ανθρώπους…

Κρατώ από τότε την Ασπίδα και το Ξίφος με το W ψηλά. Και μάχομαι το κάλπικο και το ψέμα. Γιατί μου έδειξες τον δρόμο της Αλήθειας να βαδίζω. Και όταν με σπάνε σε κομμάτια, γυρεύω πάλι να σηκωθώ ξανά, να πιάσω τα σκορπισμένα όπλα μου και να πετάξω και πάλι. Με το βλέμμα στραμμένο στην Εδέμ που μου έδειξες, και αξιώθηκα να βρεθώ γιατί αξιώθηκα να ακούσω το κάλεσμα σου. Ναι είδα, να άκουσα και τουλάχιστον ξέρω πως πως το Αληθινό υπάρχει. Το έμαθα από σένα.

Δεν θρηνώ για το Μεγάλο σου Ταξίδι. Θρηνώ για την πλάση που γέμισε με αρπακτικά, που μιλάνε και καλά για αλήθειες.

Θρηνώ για τους κόλακες και τους υποκριτές που σφετερίζονται το Βασίλειο σου.

Θρηνώ γιατί πήρες μαζί σου την προσμονή και την λαχτάρα για έναν καινούριο μικρό Παράδεισο σαν αυτόν που μας έδινες πότε πότε.

Ποιος θρήνος όμως μπορεί να καθίσει δίπλα στην ανυπέρβλητη Χαρά της επαφής με την Μεγαλοσύνη της Κληρονομιάς σου;

Σε Ευχαριστώ William J Tsamis, σε ευχαριστώ.

Με την Αλήθεια και την Ευγνωμοσύνη ετούτου του κειμένου, θέλω να αποχαιρετίσω και τον Φίλο μου, Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, που έφυγε και εκείνος για το μεγάλο ταξίδι.