ΤΟ MAIN RIFF TOY EASTERN FRONT ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ RIFF ΠΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ THRASH ΜΠΑΝΤΑ. ΤΟ ΕΙΠΑ. ΞΑΛΑΦΡΩΣΑ. ΠΟΡΕΥΤΕΙΤΕ ΜΕ ΑΥΤΟ.
Εντάξει, εντάξει, μπήκα ασάλιωτα, αλλά ρε μαλάκες μου τι γαμημένη ριφφάρα είναι αυτή; Πυρσός στο χέρι, μαχαίρι στα δόντια και ένα «τράβα γαμήσου ρε μαλάκα» αν σου πουν «Υπερβάλλεις μωρέ».
Ας τα πάρουμε όλα από την αρχή όμως.
Υπάρχουν δίσκοι που «παίζουν» σε μια σκηνή και άλλοι που, χωρίς να το γνωρίζουν την ώρα που δημιουργούνται, γίνονται οι ίδιοι μέρος της ιστορίας της. Το Summon the Dead των Flames ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφορημένο το 1988, σε μια εποχή κατά την οποία το thrash είχε ήδη κατακτήσει το underground της Ευρώπης και της Αμερικής, το ντεμπούτο αυτό αποτελεί μία από τις πρώτες ολοκληρωμένες ελληνικές καταθέσεις στο είδος και ένα από τα ντοκουμέντα που αποδεικνύουν ότι η γέννηση του ελληνικού metal δεν ήταν μια υπόθεση απομονωμένη από όσα συνέβαιναν στο εξωτερικό. Αντίθετα, οι Flames είχαν καταλάβει πολύ νωρίς ότι η νέα γλώσσα του metal δεν ανήκε αποκλειστικά στο San Francisco, στο Los Angeles ή στη Γερμανία και ότι μπορούσε να αποκτήσει δική της μορφή ακόμη και σε μια χώρα όπου οι υποδομές για μια τέτοια μουσική ήταν ελάχιστες.
Η χρονική στιγμή έχει ιδιαίτερη σημασία. Το 1988 το thrash είχε ήδη περάσει από την πρώτη, σχεδόν πρωτόγονη φάση του και βρισκόταν σε μια περίοδο εντυπωσιακής ωρίμανσης. Ο καλύτερος δίσκος του γαλαξία Bonded By Blood έμαθε σε κάθε έμβυο όν τί πάει να πει θρας, οι Slayer είχαν μετατρέψει την ταχύτητα σε σχεδόν ακραία μορφή σύνθεσης, οι Megadeth είχαν αποδείξει ότι η τεχνική πολυπλοκότητα μπορούσε να συνυπάρξει με την επιθετικότητα, ενώ από την Ευρώπη οι Kreator, Sodom και Destruction είχαν δημιουργήσει μια διαφορετική, πιο ωμή και σκοτεινή εκδοχή του ιδιώματος με τα λατρεμένα μας ταπερ-ο-κουρέματα, τα σφαιρόζωνα με τα φυσίγγια για αγριογούρουνα και τόση άτεχνη όσο έπρεπε. Οι Flames δεν είχαν βέβαια στη διάθεσή τους ούτε την παραγωγική υποδομή ούτε τις δυνατότητες προώθησης των μεγάλων ονομάτων αυτών των σκηνών, είχαν όμως κάτι εξίσου σημαντικό: την αίσθηση ότι αυτή η μουσική μπορούσε να γίνει δική τους.
Οι ίδιοι οι Flames έχουν περιγράψει την Ελλάδα των αρχών και των μέσων της δεκαετίας του ’80 ως ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον για μια μπάντα που ήθελε να παίξει ακραίο metal. Ο Chris έχει αναφερθεί στην κοινωνική περιθωριοποίηση του metal, στην έλλειψη κατάλληλων υποδομών και στη διαφορά που υπήρχε σε σχέση με χώρες όπως η Γερμανία, όπου η metal κουλτούρα είχε ήδη αποκτήσει πολύ πιο σταθερή θέση. Παράλληλα, η μπάντα ξεκίνησε μέσα από ένα σχεδόν οικογενειακό και DIY περιβάλλον, με πρόβες σε υπόγεια και με μουσικούς που προσπαθούσαν να βρουν τον δικό τους τρόπο να μεταφέρουν στην πράξη έναν ήχο που μόλις γεννιόταν. Αυτή η συνθήκη είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε το Summon the Dead, γιατί ο δίσκος δεν δημιουργήθηκε μέσα σε μια ήδη διαμορφωμένη ελληνική thrash σκηνή, αλλά σε μεγάλο βαθμό, συνέβαλε στη δημιουργία της.
Από αυτή την άποψη, το Summon the Dead είναι περισσότερο άλμπουμ μετάβασης παρά απλώς ένα ακόμη βήμα στη δισκογραφία των Flames. Η ίδια η μπάντα καταγράφει το 1988 ως την περίοδο κατά την οποία ξεκινά μια νέα εποχή, με αλλαγή στον ήχο, μεγαλύτερη επιθετικότητα και σαφέστερη στροφή προς το καθαρό thrash. Η διεθνής κυκλοφορία μέσω της γαλλικής Black Dragon Records ήταν ακόμη πιο σημαντική, καθώς έκανε τους Flames την πρώτη ελληνική metal μπάντα που απέκτησε διεθνή κυκλοφορία από ξένη εταιρεία και βοήθησε να μεταφερθεί η ελληνική σκηνή έξω από τα σύνορα της χώρας (αν κάνω λάθος, διορθώστε με, τα λάθη είν’ για τς ανθρώποι). Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι ο ίδιος ο Chris έχει χαρακτηρίσει το άλμπουμ ως το έργο με το οποίο οι Flames «συστήθηκαν» ουσιαστικά ως thrash μπάντα και μπήκαν ισότιμα στην ευρύτερη οικογένεια του είδους.
Μουσικά, το Summon the Dead βρίσκεται ακριβώς πάνω στη γραμμή που χωρίζει το speed metal από το ώριμο thrash. Δεν έχει ακόμη την απόλυτη ακρίβεια και τη δομική πολυπλοκότητα που θα χαρακτήριζε ορισμένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά άλμπουμ της περιόδου, αλλά έχει ήδη εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τη λογική του παραδοσιακού heavy metal. Τα riffs είναι πιο κοφτερά, τα drums πιο επιθετικά και οι κιθάρες λειτουργούν περισσότερο ως ρυθμική μηχανή παρά ως απλή συνοδεία. Οι δύο κιθαρίστες, Chris R.B. Lee και Athan Skitsos, δημιουργούν έναν ήχο που στηρίζεται στην πυκνότητα και στην εναλλαγή των riff, ενώ η παρουσία του Andy Kirk στο μπάσο και του George “Skinbeater” στα drums δίνει στη μουσική την απαραίτητη ρυθμική βάση. Η σύνθεση της συγκεκριμένης περιόδου καταγράφεται και στις επίσημες αρχειακές πληροφορίες των Flames.
Το ενδιαφέρον είναι ότι οι Flames δεν ακούγονται σαν συγκρότημα που προσπαθεί να αντιγράψει μία μόνο σχολή. Οι επιρροές του αμερικανικού thrash είναι εμφανείς, ιδιαίτερα στη λογική του riffing και στη χρήση της ταχύτητας, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει μια ευρωπαϊκή αγριάδα που παραπέμπει περισσότερο στη γερμανική σχολή. Οι Kreator και οι Sodom, οι οποίοι είχαν ήδη μετατρέψει το thrash σε πολύ πιο επιθετική και σκοτεινή μορφή, αποτελούν προφανή σημεία αναφοράς, ενώ η αμερικανική πλευρά του ήχου μπορεί να ανιχνευθεί στη λογική των Exodus, Slayer και Dark Angel. Σύγχρονες αναδρομικές αποτιμήσεις του δίσκου έχουν ακριβώς αυτή την ανάγνωση, περιγράφοντας το Summon the Dead ως μια πιο ώριμη και επιθετική thrash προσέγγιση σε σχέση με τις προηγούμενες δουλειές των Flames και εντοπίζοντας σε αυτήν τη συνύπαρξη αμερικανικών και ευρωπαϊκών επιρροών.
Αυτό που διαφοροποιεί, ωστόσο, τους Flames είναι ότι οι επιρροές αυτές δεν μετατρέπονται σε άσκηση μίμησης. Ο Chris Kirk έχει εξηγήσει ότι οι Flames δεν ξεκίνησαν με τη λογική να αντιγράψουν συγκεκριμένα συγκροτήματα. Το thrash τους ενδιέφερε ακριβώς επειδή ήταν πιο απαιτητικό και τεχνικά πιο δύσκολο από το απλό heavy metal, ενώ η ανάγκη να «σπάσουν» τους περιορισμούς του παραδοσιακού ήχου ταίριαζε και με τον χαρακτήρα της ίδιας της μπάντας. Στο Summon the Dead αυτή η διάθεση είναι αισθητή: ακόμη και όταν ένα riff θυμίζει ξεκάθαρα τις διεθνείς επιρροές του συγκροτήματος, η συνολική του παρουσία έχει κάτι ακατέργαστο και τοπικό, σαν να έχει περάσει μέσα από την εμπειρία μιας σκηνής που προσπαθεί να δημιουργήσει τις δικές της συνθήκες ύπαρξης.
Το “Eastern Front” είναι το ιδανικό άνοιγμα γι’ αυτή την ιστορία. Από την πρώτη στιγμή, οι Flames δημιουργούν μια αίσθηση πολεμικής έντασης, χρησιμοποιώντας μια μελωδική εισαγωγή που παραπέμπει στο γερμανικό παραδοσιακό τραγούδι “Hänschen Klein” πριν η μπάντα εισέλθει σε ένα από τα πιο επιθετικά σημεία του άλμπουμ. Η επιλογή είναι σχεδόν σουρεαλιστική: ένα παιδικό, ευρωπαϊκό μουσικό μοτίβο μετατρέπεται σε προθάλαμο ενός τραγουδιού για τον πόλεμο, τη σφαγή και την καταστροφή. Η αντίθεση λειτουργεί μουσικά και αισθητικά, επειδή αποκαλύπτει από νωρίς μια πλευρά των Flames που θα εμφανίζεται και αλλού στο άλμπουμ: την επιθυμία να χρησιμοποιούν γνώριμες μελωδικές ή πολιτισμικές αναφορές και να τις τοποθετούν μέσα σε ένα περιβάλλον απόλυτης thrash επιθετικότητας.
Το ίδιο παιχνίδι με τις αναγνωρίσιμες μελωδίες εμφανίζεται στο “Kill for Mummy”, όπου οι Flames ενσωματώνουν μελωδικό υλικό από το “Kalinka”, το γνωστό ρωσικό τραγούδι του Ivan Larionov. Η επιλογή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα ακόμη χιουμοριστικό εύρημα. Είναι μέρος της ευρύτερης αισθητικής του άλμπουμ, όπου το σοβαρό και το παράλογο συνυπάρχουν χωρίς να ζητούν άδεια το ένα από το άλλο. Το thrash metal των Flames δεν είναι αποκλειστικά σκοτεινό και πολεμικό· έχει και μια έντονη αίσθηση μαύρου χιούμορ, κάτι που γίνεται ακόμη πιο σαφές στο “Alcohol and Beer”.
Εδώ η μπάντα αφήνει στην άκρη το πολεμικό και το μεταφυσικό στοιχείο και παραδίδεται σε μια σχεδόν παιγνιώδη εκδοχή του thrash. Η χρήση τμήματος του γερμανικού drinking song “Bier Her” αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι οι Flames δεν ενδιαφέρονταν για την απόλυτα σοβαροφανή εικόνα που συχνά συνόδευε το metal της εποχής. Το κομμάτι είναι σύντομο, γρήγορο και άμεσο, με riff που λειτουργεί σχεδόν σαν σύνθημα, και ακριβώς αυτή η απλότητα το κάνει αποτελεσματικό. Εκεί που άλλα συγκροτήματα της περιόδου προσπαθούν να αποδείξουν πόσα riffs μπορούν να χωρέσουν σε ένα τραγούδι, οι Flames καταλαβαίνουν ότι μερικές φορές ένα δυνατό riff και ένα καλό ρεφρέν αρκούν για να μείνει ένα τραγούδι στο μυαλό.
Στο “Summon the Dead” η μπάντα επιστρέφει στην πιο καθαρή thrash ταυτότητά της. Η κιθάρα γίνεται πιο κοφτή και η ρυθμική αγωγή πιο επιθετική, ενώ η φωνή του Alex βρίσκεται ανάμεσα στο παραδοσιακό metal scream και στην πιο τραχιά έκφραση που θα γινόταν όλο και συχνότερη στο ακραίο metal. Είναι χαρακτηριστικό ότι το άλμπουμ δεν διαθέτει μία ενιαία φωνητική αισθητική με τη σύγχρονη έννοια. Ο Alex δεν προσπαθεί να ακούγεται σαν ένας συγκεκριμένος τραγουδιστής της διεθνούς σκηνής, αλλά χρησιμοποιεί τη φωνή περισσότερο ως μέρος της συνολικής επίθεσης των κιθαρών. Το αποτέλεσμα είναι λιγότερο «καθαρό» από το κλασικό heavy, χωρίς όμως να φτάνει ακόμη στα ακραία φωνητικά που θα επικρατούσαν στο death.
Αυτός ο ενδιάμεσος χαρακτήρας είναι που κάνει το Summon the Dead μουσικά τόσο ενδιαφέρον. Ο δίσκος βρίσκεται σε μια περίοδο κατά την οποία το thrash έχει ήδη αποκτήσει τη δική του γλώσσα, αλλά τα όριά του δεν έχουν ακόμη κλειδώσει. Η μπάντα μπορεί να περάσει από ένα σχεδόν speed metal riff σε ένα βαρύτερο groove, από μια μελωδική κιθαριστική φράση σε ένα χαοτικό solo, χωρίς να χρειάζεται να δικαιολογήσει τη μετάβαση. Η μουσική είναι περισσότερο βασισμένη στην ενέργεια παρά στην απόλυτη δομική ισορροπία, και αυτό της προσδίδει μια αίσθηση αυθορμητισμού που συχνά λείπει από πιο καλογυαλισμένες παραγωγές της ίδιας περιόδου.
Το “Legend II (The Demon’s Mind)” είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της πιο φιλόδοξης πλευράς. Με διάρκεια πάνω από επτά λεπτά, ξεχωρίζει αισθητά από τα σύντομα και επιθετικά κομμάτια που περιβάλλουν το άλμπουμ. Εδώ οι Flames έχουν περισσότερο χώρο να αναπτύξουν τις ιδέες τους και να κινηθούν ανάμεσα σε διαφορετικές ταχύτητες και διαθέσεις, δημιουργώντας μια σύνθεση που πλησιάζει περισσότερο τη λογική του progressive heavy/thrash χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την επιθετικότητά της. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην τεχνική επίδειξη, αλλά στην προσπάθεια να δημιουργηθεί μια μεγαλύτερη αφηγηματική καμπύλη, κάτι που δείχνει ότι οι Flames δεν έβλεπαν το thrash μόνο ως αγώνα ταχύτητας.
Η ίδια λογική εμφανίζεται διαφορετικά στο “Avenger”, όπου οι κιθάρες έχουν μεγαλύτερο βάρος και η σύνθεση στηρίζεται περισσότερο στην ανάπτυξη ενός βασικού riff παρά στην αδιάκοπη εναλλαγή ιδεών. Οι κιθαριστικές γραμμές και τα solos είναι σαφώς επηρεασμένα από την αισθητική του αμερικανικού thrash της εποχής, ιδιαίτερα από εκείνη τη σχολή όπου το solo δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι μελωδικό ή θεματικά συνδεδεμένο με το βασικό riff, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως στιγμιαία έκρηξη αδρεναλίνης. Αυτή η πλευρά των Flames έχει συχνά υποτιμηθεί, επειδή το Summon the Dead είναι περισσότερο γνωστό για την ακατέργαστη ενέργειά του παρά για τις κιθαριστικές λεπτομέρειες, όμως ακριβώς αυτές οι λεπτομέρειες αποκαλύπτουν πόσο καλά παρακολουθούσε η μπάντα την εξέλιξη του είδους διεθνώς.
Η παραγωγή αποτελεί, φυσικά, ξεχωριστό κεφάλαιο. Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Tracks Recording Studio της Αθήνας και παραγωγοί ήταν οι ίδιοι οι Flames. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες μέσα στις οποίες λειτουργούσε το ελληνικό metal στα μέσα των ’80s. Σε μεταγενέστερη συνέντευξή του, ο Chris Kirk έχει επισημάνει ότι οι Flames αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες σε κάθε ηχογράφηση, από την έλλειψη κατάλληλου τεχνικού εξοπλισμού μέχρι την απουσία ηχοληπτών με εμπειρία στη συγκεκριμένη μουσική. Το Summon the Dead επομένως δεν πρέπει να κρίνεται με τα ίδια κριτήρια με ένα άλμπουμ που είχε στη διάθεσή του τις παραγωγικές δυνατότητες μιας μεγάλης ευρωπαϊκής ή αμερικανικής εταιρείας. Η τραχύτητα του ήχου είναι μέρος της ιστορίας του.
Και, παρά τους περιορισμούς, ο δίσκος έχει αξιοσημείωτη σαφήνεια. Οι κιθάρες βρίσκονται στο προσκήνιο, τα riffs έχουν αρκετό διαχωρισμό ώστε να ακούγονται οι αλλαγές και τα drums διατηρούν μια ζωντανή, σχεδόν συναυλιακή αίσθηση. Δεν υπάρχει η υπερβολική συμπίεση ή η γυαλισμένη παραγωγή που θα γινόταν συχνότερη στο metal των επόμενων χρόνων. Αντίθετα, υπάρχει η αίσθηση μιας μπάντας που έχει μπει στο studio και προσπαθεί να αποτυπώσει όσο πιο άμεσα γίνεται αυτό που παίζει ζωντανά.
Και αυτή η σχέση με τη σκηνή είναι απαραίτητη για την κατανόηση του δίσκου. Οι Flames δεν λειτουργούσαν σε κενό. Ήταν μέρος μιας Αθήνας όπου το metal αποκτούσε σταδιακά τη δική του κοινότητα, με συναυλίες, clubs, fanzines, δισκοπωλεία και ένα κοινό που αναζητούσε οτιδήποτε μπορούσε να του δώσει πρόσβαση στη διεθνή σκηνή. Οι αναδρομές στην εποχή περιγράφουν τους Flames ως σχεδόν πανταχού παρόντες στο δεύτερο μισό των ’80s, σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλες διεθνείς metal συναυλίες στην Ελλάδα αποτελούσαν σημαντικά γεγονότα για μια ολόκληρη γενιά. Η μπάντα δεν ήταν απλώς ένα συγκρότημα που κυκλοφόρησε έναν δίσκο· ήταν μέρος της εμπειρίας του ελληνικού metal.
Το “Legions of Death” και το “Slaughterhouse” επιστρέφουν στην πιο άμεση πλευρά του άλμπουμ, με μικρότερες διάρκειες και riffing που λειτουργεί περισσότερο σαν χτύπημα παρά σαν ανάπτυξη. Το “Slaughterhouse”, μάλιστα, με τη μικρή του διάρκεια, λειτουργεί σχεδόν σαν interlude βίαιης ενέργειας πριν από το σύντομο instrumental “Ballad of a Skinbeating Maniac”. Η συγκεκριμένη αλληλουχία δείχνει ότι οι Flames καταλάβαιναν και τη σημασία της ροής του βινυλίου: το Summon the Dead δεν είναι απλώς μια συλλογή τραγουδιών, αλλά ένα έργο που έχει σχεδιαστεί ώστε να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικές εντάσεις.
Αυτός ο συνδυασμός ωμότητας, χιούμορ, επιθετικότητας και σχετικής συνθετικής ελευθερίας εξηγεί γιατί το Summon the Dead εξακολουθεί να ξεχωρίζει μέσα στην ελληνική δισκογραφία της δεκαετίας του ’80. Είναι ο δίσκος μιας μπάντας που συμμετείχε στην ίδια τη διαδικασία μέσα από την οποία το thrash γινόταν παγκόσμια γλώσσα. Η ιστορική του αξία δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι ήταν μία από τις πρώτες ελληνικές thrash κυκλοφορίες με διεθνή απήχηση. Βρίσκεται στο ότι καταγράφει μια στιγμή κατά την οποία το ελληνικό metal έπαψε να είναι απλώς θεατής. Η Black Dragon Records πήρε το άλμπουμ και το κυκλοφόρησε εκτός Ελλάδας, ενώ η μπάντα βρέθηκε πλέον σε ένα πολύ μεγαλύτερο δίκτυο ακροατών και μουσικών. Η ίδια η ιστορία των Flames χαρακτηρίζει αυτή την περίοδο ως αφετηρία μιας ιδιαίτερα επιτυχημένης εποχής, ενώ η διεθνής κυκλοφορία θεωρείται κομβικό βήμα για την εξωστρέφεια της ελληνικής σκηνής.
Τελικά, το Summon the Dead είναι ένας δίσκος που έχει περισσότερο νόημα όταν ακούγεται όχι ως ένα απομονωμένο αντικείμενο αλλά ως κομμάτι μιας συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής. Το 1988 το thrash είχε ήδη γίνει διεθνής γλώσσα, αλλά δεν είχε ακόμη χάσει την underground αίσθησή του. Οι Flames πήραν αυτή τη γλώσσα και την έφεραν στην Αθήνα, μέσα σε μια μουσική πραγματικότητα που δεν τους παρείχε σχεδόν τίποτα έτοιμο. Έφτιαξαν τον ήχο τους με τα μέσα που είχαν, ηχογράφησαν στο Tracks, έδωσαν στον δίσκο την ωμή αγριάδα που οι ίδιοι θεωρούν χαρακτηριστική του και τελικά κατάφεραν να τον βγάλουν έξω από τη χώρα.
Γι’ αυτό και το Summon the Dead δεν χρειάζεται σήμερα να αντιμετωπιστεί ως ένα «χαμένο ελληνικό διαμάντι» μόνο και μόνο επειδή προέρχεται από την Ελλάδα. Μια τέτοια ανάγνωση, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, τελικά το περιορίζει. Ο δίσκος αξίζει να αντιμετωπιστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: μια αυθεντική thrash metal κυκλοφορία του 1988, με όλες τις αδυναμίες, τις υπερβολές, τις ατέλειες και τις φιλοδοξίες που συνοδεύουν μια μπάντα η οποία βρίσκεται ακριβώς στη στιγμή της μετάβασης από το underground στο επόμενο επίπεδο. Οι Flames δεν είχαν την πολυτέλεια να περιμένουν να ωριμάσει η σκηνή γύρω τους. Έπρεπε να ωριμάσουν μαζί της.

English