Είδος: Death Metal
Χώρα: Φινλανδία
Εταιρεία: 20 Buck Spin
Έτος: 2018

Το δεύτερο άλμπουμ των Ghastly τραβάει την προσοχή αρχικά από το κομψό, μπλε εξώφυλλό του, που πλέον δίνει μια πιο ακριβή πρώτη εντύπωση για τη μουσική που κρύβεται από πίσω σε σχέση με το stoner / doom εξώφυλλο που είχαν στο ντεμπούτο τους το 2015. Αυτά τα στοιχεία δείχνουν το πώς η μπάντα δεν ακολουθεί τη συμβατική παλέτα του death metal και βασικά, το να τους αναφέρει κανείς έτσι ίσως δε δίνει τη σωστή εικόνα για τη Φινλανδική μπάντα.

Το “Death Velour” κυκλοφόρησε μερικούς μήνες πριν και έχει σχεδόν την ίδια διάρκεια με τον προηγούμενό τους δίσκο (τριάντα επτά λεπτά) με ένα λιγότερο κομμάτι, και αυτό ίσως οφείλεται στο εννιάλεπτο “Scarlet Woman” και ένα δύο κομμάτια έξι και επτά λεπτών. Η μουσική των Ghastly είναι ένα παχύ ρευστό, που ταλαντώνεται ανάμεσα σε κρύες μελωδίες και όμορφα riffs και μερικά πιο επιθετικά μέρη, διατηρώντας πάντα μια σκοτεινή ατμόσφαιρα που δε θυμίζει και πολύ άλλες death metal μπάντες, κάτι που για μένα είναι καλό.

Ο δίσκος ξεκινά με μια εισαγωγή που θα ταίριαζε και σε θρίλερ, και γρήγορα τραβάει τον ακροατή με το “Death by Meditation”, που είναι ένα σύντομο κομμάτι βασισμένο στη μουσική προσέγγιση της μπάντας στο δίσκο και γενικώς είναι αρκετά καλό. Μου αρέσει το πώς οι Ghastly ελίσσονται για να αποφύγουν τη βαρεμάρα με μικρές συναρπαστικές αλλαγές στα κομμάτια τους αλλά και στην εναλλαγή των ρυθμών, όπως στο τέλος του “Whispers in the Aether” (που έχει τις αγαπημένες μου κιθαρογραμμές εδώ), ή την έξτρα μελωδία προς το τέλος του πολύ ωραίου “Violence for the Hell of It”. Όσο πιο πολύ ακούς, τόσο πιο ψυχαγωγικό είναι το “Death Velour”.

Δεν αναπτύσσουν μανιώδεις ταχύτητες πουθενά στο άλμπουμ, το οποίο δεν είναι και το πιο βαρύ του είδους που υπάρχει γενικά. Αντιθέτως, μεσαίας ταχύτητας κομμάτια δίνουν έμφαση στην ποικιλία της κιθάρας όπως θα έλεγε κανείς «με το σωστό τρόπο του να βάζεις μελωδία στο death metal», ενώ και τα φωνητικά δεν είναι τυπικά growls. Ο τραγουδιστής έχει μια πιο ψηλή φωνή και βγάζει περισσότερο φωνές παρά growls. Μόνο στο “Velvet Blue”, ένα κομμάτι με ελαφρώς πιο βαριά υπόσταση στην αρχή, υπάρχουν φωνητικά που θα θύμιζαν λίγο growls. Και μη φοβάστε για καθαρά φωνητικά γιατί δεν υπάρχουν πουθενά.
Ενώ και το τελευταίο κομμάτι αναφέρθηκε και πιο πριν, το τελευταίο του μέρος που κλείνει το δίσκο κρατάει τρία-τέσσερα λεπτά που θα μπορούσαν να παραλειφθούν, και σκέφτηκα μήπως η μπάντα πιέστηκε να φτάσει σε κάποιο συγκεκριμένο σύνολο διάρκειας. Αυτό είναι και το μόνο αρνητικό που βρήκα στο “Death Velour”, που κατά τ’ άλλα είναι ενδιαφέρον και καλύτερο από το ντεμπούτο της μπάντας. Δεν είναι τρομακτικά καλό αλλά μπορεί να μπει κάτω από το δέρμα του ακροατή και θα έπρεπε να εκτιμηθεί ως ένας καλός death metal δίσκος.

4/6