Είδος: Heavy/Doom/Thrash Metal
Χώρα: Η.Π.Α.
Εταιρία: Paragon Records
Έτος: 2019, 2012

Παίζει εδώ και καιρό ασταμάτητα. Και κάπου εδώ κολλάει αυτό που έγραφε κάποτε ένας φίλος φανζινάς ότι «είναι τόσο έπος που δεν μπορώ να σταματήσω να το ακούω ώστε να γράψω για αυτό». Οι Ghost Tower από την Nebraska των ΗΠΑ υπάρχουν εδώ και κάποια χρονάκια στην πιάτσα. Παίζουν ένα εξαιρετικό δείγμα Heavy, Epic, Prog, και Doom Metal. Το πρώτο τους «Ghost Tower» demo, βγήκε το 2008 και ακολούθησε το ντεμπούτο, «Curse Of The Black Blood», στην Evil Coven το 2010.

Αν και υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα δείγματα γραφής σε αυτές τις ηχογραφήσεις, αν κάποιος ξεκινήσει να ασχολείται με την μπάντα με χρονολογική σειρά, ειλικρινά δεν μπορεί να προβλέψει αυτό που έρχεται μετά. Και αναφέρομαι φυσικά στο δεύτερο πόνημα τους, «Head Of The Night» το οποίο η μπάντα βγάζει σε ανεξάρτητη παραγωγή, σε CD, το 2012. 6 χρόνια μετά, τον Σεπτέμβρη του 2018 θα επανακυκλοφορήσει από την Paragon Records.

Έχουμε εδώ ένα πραγματικό έπος. Σκιώδες riffing το οποίο είναι φτιαγμένο με μια λογική που πολλές φορές, παραπέμπει σε πρώιμους Fates. Καλπάζοντα μα και Doom σημεία. Ταξιδιάρικα, σχεδόν μυστικιστικά ιντερλούδια και μια φωνή που παίρνει στις πλάτες της τα πάντα. Σκαρφαλώνει επάνω στα σχεδόν ανορθόδοξα riff και φτιάχνει δίνες εκφραστικής μελωδίας κατευθείαν μέσα από την ομίχλη. Είναι τόσο καταλυτική η αντίθεση που δημιουργείται με τις απλωτές και σχεδόν υπνωτικές -πολλές φορές- φωνητικές μελωδίες, που σαν κανονικά φίδια τυλίγουν το πέτρινο τείχος των επικών μα σχεδόν τεχνοκρατικών riffs. Αυτή η αντίθεση είναι το πιο δυνατό feature του δίσκου για μένα.

Είναι τόσο πανέξυπνο το riffing τους μα ταυτόχρονα ισοπεδωτικό. Ακούγονται επικοί και ταυτόχρονα τόσο νοσηροί, τα lead parts συμπληρώνουν δε με τον καλύτερο τρόπο αυτό το έπος. Και όλα αυτά κάτω από ένα σχεδόν τεχνικά σπαστικό rhythm section που σε κρατάει συνέχεια μα συνέχεια στην τσίτα, με αποτέλεσμα τα αργά υπνωτικά σημεία του δίσκου να ακούγονται λυτρωτικά.

Νομίζω πως με τις παραπάνω περιγραφές έγινε αντιληπτό το πως εννοώ τον όρο Prog στην περίπτωση αυτής της εξαίρετης μπάντας. Δεν χρειάζεται να ξαναγράψω εξάλλου πως για μένα Prog είναι κατά βάση η παράτολμη και περιπετειώδης λογική στην σύνθεση, με σκοπό πάντα την έκφραση. Και όχι μια αποστειρωμένη κατάσταση απλής εκτελεστικής τεχνικής όπως δυστυχώς συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις. Prog λοιπόν, μυστικιστικό και υπέροχο, όπως τότε στα πρώτα Fates χρόνια. Ο συνθέτης εδώ έχει πιάσει το νόημα και το αποδεικνύει σχεδόν με κάθε του riff.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα πραγματικό έπος, το ηχητικό στίγμα του οποίου αναδεικνύεται και από την εντελώς ομιχλώδη -δεν μπορώ να βρω πιο κατάλληλη λέξη- παραγωγή. Μιλώντας για παραγωγή αν σας φανεί οικείο το όλο ηχητικό σκηνικό ίσως θα θέλετε να το ψάξετε λίγο παραπάνω. Αυτό έκανα και εγώ… Ξεκινώντας να αναρωτιέμαι «ρε γαμώτο αυτόν τον ήχο κάπου τον έχω ακούσει πρόσφατα…». Ξεκίνησα λοιπόν να ψάχνω.

Λοιπόν ο αξιότιμος κύριος ο οποίος βρίσκεται πίσω από τους Ghost Tower ως βασικός συνθέτης, κιθαρίστας, μπασίστας και πληκτράς δεν είναι άλλος από τον Matt Prestone. Ο οποίος έχει διανύσει και κάποια χιλιομετράκια στους θεούληδες Borrowed Time. Ο Prestone λοιπόν έχει δώσει το μαγικό ηχητικό του στίγμα το οποίο έρχεται κατευθείαν από το Ghost Tower σύμπαν και σε μια άλλη μπάνταρα: τους Demon Bitch από το Michigan των ΗΠΑ.. Από την θέση της κονσόλας λοιπόν αυτή τη φορά, έκανε την παραγωγή και προίκισε το «Hellfriends» των Demon Bitch με αυτό το τόσο ιδιαίτερο ηχητικό στίγμα που ακούμε και στους Ghost Tower. Βάλτε τα άλμπουμ να παίξουν δίπλα δίπλα και θα καταλάβετε.

Δεν έχω τίποτα άλλο να προσθέσω πέρα από το ότι μιλάμε για μια πραγμαιτκή δισκάρα. Με την παρούσα επανακυκλοφορία μπορούν να το ακούσουν περισσότερα ζευγάρια αυτιά.

HAIL to GHOST TOWER!