Sony Music,2015,Finland,Post Punk,Reviews,Grave Pleasures

Είδος: Post-Punk
Χώρα: Φινλανδία
Εταιρία: Sony Music
Χρονιά: 2015

The King is dead, long live the King. Μπορεί ο Goatspeed, ιδρυτικό μέλος των Beastmilk, να αποχώρησε φέτος από τη μπάντα, δίνοντας τη θέση του στον Juho Vanhanen των Oranssi Pazuzu, και αναγκάζοντας ουσιαστικά τα άλλα μέλη να αλλάξουν το όνομα σε Grave Pleasures, αλλά κακά τα ψέμματα, η νέα έκφανση της μπάντας είναι εξαιρετικά συγγενής με την προηγούμενη. Τι σημαίνει αυτό; Άλλος ένας δίσκος post-punk παιγμένου από μεταλλάδες, γεγονός το οποίο ίσως να μην είναι τόσο εμφανώς κραυγαλέο εδώ όπως στο best-selling ντεμπούτο του 2013, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια. Η απήχηση των Beastmilk άλλωστε δε μπορούσε παρά να απαιτήσει δισκογραφική συνέχεια. Και μιλάμε για μια απήχηση η οποία θύμισε την σχετική εμπορική επιτυχία των 90’s, όσον αφορά το μπόλιασμα του metal με στοιχεία της goth/post-punk σκηνής. Τότε βέβαια η επιρροές προέρχονταν κυρίως από τις πιο ατμοσφαιρικές (ας πούμε dark-wave) πτυχές της γενικότερης σκοτεινής σκηνής, ενώ οι Beastmilk/Grave Pleasures αντλούν πρωτίστως από το κυρίως ειπείν post-punk, καταλήγοντας σε ένα πιο ανάλαφρο αλλά και δυναμικό αποτέλεσμα.

Το “Dreamcrash” ξεκινάει με death-rock διαθέσεις, τόσο κιθαριστικά όσο και φωνητικά (παρόλο που η υπερβολή του Kvohst είναι παρούσα), φέρνοντας στο νου τα πρώτα βήματα των Christian Death, δίχως όμως την έμφυτη σκοτεινιά της παρέας του Rozz Williams. Το rhythm section εδώ σηκώνει το δομικό βάρος της μουσικής, με τα κιθαριστικά riffs να λειτουργούν ως διακοσμητικές πινελιές με διάθεση αυτονομίας. Τα φωνητικά είναι για άλλη μια φορά στην πρώτη γραμμή, με τις μελωδίες τους να αποτελούν τη δεύτερη κινητήρια δύναμη των κομματιών. Ο Kvohst όπως προανέφερα πάσχει από μια ελαφρά τάση ερμηνευτικής υπερβολής σε πολλά σημεία, όταν ο δραματικός λυρισμός του τεντώνεται· ένα φάουλ το οποίο δεν είναι αποκλειστικά δικό του, αλλά έχει τη βάση του στις επιρροές από τις οποίες αντλεί. Κακά τα ψέμματα, στο post-punk η φωνητική υπερβολή ήταν μια μάστιγα, εκτός τρανταχτών και χαρισματικών περιπτώσεων. Η ποικιλία όμως που φέρνει στο τραπέζι ο Βρετανός γέρνει τελικά την πλάστιγγα θετικά – ακόμη και Brett Anderson στιγμές υπάρχουν εδώ μέσα (“Girl In A Vortex”).

Αν πρέπει να επιλέξω μια μπάντα η οποία είναι η κατ’ εξοχήν επιρροή αυτού του δίσκου, αυτή είναι οι The Cult των 2 πρώτων δίσκων. Ο τρόπος με τον οποίο φίλτραραν το gothic/post-punk τους μέσα από ένα πιο hard rock φωτεινό πρίσμα είναι εδώ: σημεία μοναχικών μπασογραμμών που έχουν τη διάθεση να γεμίσουν venues, διαδεχόμενα από προσπάθειες για σχεδόν θριαμβικά στη δυναμική τους ρεφρέν. Σε κάποιους ίσως θυμίσει και Theatre of Hate, μείον την αποκαλυπτική ατμόσφαιρα. Όλα καλά μέχρι εδώ (η παραγωγή είναι αναμενόμενα καλή). Συνθετικά όμως τα πράγματα είναι διφορούμενα. Υπάρχει μια προσπάθεια συγγραφής ευκολοάκουστων κομματιών, η οποία καταλήγει σε πολύ αναμενόμενες δομές, γεγονός που θα ήταν αποδεκτό αν η έμπνευση έρεε άφθονη. Πέρα όμως από 3-4 κομμάτια-διαμάντια, το σκηνικό παρακμάζει. Μέτρια ρεφρέν που πασχίζουν να κορυφώσουν με άσφαιρη ένταση, και μια διάχυτη ανεπάρκεια στην επιτυχημένη σύμπτυξη του καλοδιάθετα χορευτικού με την μελαγχολία του post-punk. Και το “Climax” έπασχε ως ένα βαθμό από αυτά, αλλά κατάφερνε μέσω της ορμής να μας κάνει να τα παρακάμψουμε, κάτι που δύσκολα γίνεται εδώ.

Στην τελική το “Dreamcrash” δεν έχει το στοιχείο της έκπληξης που συνόδευε το ντεμπούτο των Beastmilk, ούτε τη συνθετική του δύναμη. Ο δίσκος είναι ευκολοάκουστος, λιγότερο μεταλλικός, αλλά το περιεχόμενό του δεν έχει βάθος. Αξίζει να ακουστεί για την συνολική παρουσία του Kvohst, για κάποια χιτάκια που θυμίζουν το “Climax”, και για νοσταλγούς του “Dreamtime” των The Cult, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα είναι αρκετά κατώτερο των προσδοκιών.

3/6