H διαμορφωμένη εκ των προτέρων γνώμη για κάτι, δίχως έρευνα, είναι κακός σύμβουλος για να σχολιάσει ή να εκφέρει κάποιος την άποψή του για ένα θέμα και μάλιστα όταν πρόκειται για την μουσική, την σπουδαιοτέρα των τεχνών. Έτσι η προκατάληψη που είχα απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια διασκευής κλασσικών κομματιών (δικαιολογημένα θα έλεγα, καθώς όλες οι απόπειρες που έγιναν μέχρι τώρα θεωρώ πως ήταν τραγικά αποτυχημένες) δεν μ’άφηνε ν’ακούσω πραγματικά τον δίσκο, γιατί ήμουν ήδη αρνητικά προκατειλημμένος και με οδήγησε στην απόφαση να μην ασχοληθώ καθόλου .»Μα δεν υπάρχει κανένας από τα παιδιά που να ακούει κλασσική μουσική, είσαι ο μόνος»!!!! μου απάντησε ο αρχισυντάκτης Γιώργος Τσέκας όταν του μετέφερα τις σκέψεις μου και επέμενε να προσπαθήσω να γράψω κάτι. Άφησα πίσω λοιπόν τις προκαταλήψεις μου και αφοσιώθηκα αμερόληπτα για αρκετό χρονικό διάστημα με την ακρόαση του “Headbanger’s Symphony” του γερόλυκου Wolf Hoffman. Tο να επιχειρήσεις να διασκευάσεις αθάνατα κλασσικά μουσικά έργα είναι σαν να ακροβατείς πάνω σε τεντωμένη κλωστή. Ο Hoffman επιχειρεί ξανά το ακατόρθωτο (η πρώτη του προσπάθεια χωρίς να κινείται στα επίπεδα των υπόλοιπων ανάλογων μετριότατων προσπαθειών όπως προανέφερα, πάραυτα δεν με έπεισε) με κίνδυνο να φανεί ανεπαρκής απέναντι στο μεγαλείο των ανυπέρβλητων μουσικοσυνθετών μιας άλλης εποχής. Στο “Headbamgers Symphony” μπορείς εύκολα να διακρίνεις τις ομοιότητες του Heavy Metal με την κλασσική μουσική και πόσο τέλεια μπορούν να εναρμονιστούν τα δύο είδη μεταξύ τους. Ο Hoffman καταφέρνει να αποδώσει αυτούσια νότες κλασσικές που πλέχτηκαν με τέτοιο τρόπο από τους μεγάλους συνθέτες του είδους, ώστε να δομηθούν έργα που είναι »καταδικασμένα» αιώνια να αναδύουν ανεκτίμητα συναισθηματικά πλούτη, χρησιμοποιώντας κιθάρα αντί βιολί ή πιάνο σαν κυρίαρχο μουσικό μέσο. Ο πόθος του δεν είναι για να πάρει κάτι, για να κλέψει, αλλά επιθυμεί να μυρίσει το πρωτόγνωρο μύρο των κλασσικών αριστουργημάτων, συλλογίζεται τούτο το θαύμα της μουσικής, μπαίνει μέσα, το κάνει κτήμα του και αφήνει αριστοτεχνικά τις μεταλλικές του πινελιές να σπρώχνουν με δύναμη και να παρασέρνουν όποιον βρουν στο διάβα του προς το άπειρο, εκεί όπου η χαρά και η λύπη αποκτούν θεϊκή ουσία και έχουν την ίδια σημασία. Οι παράλληλες μουσικές μελωδίες πίσω από τις κιθάρες έχουν καθοριστικό ρόλο και η συνήχησή τους είναι τόσο αρμονική και ευχάριστη που δημιουργεί το αίσθημα της γαλήνης, προκειμένου να βρεθεί ο ακροατής σε συμφωνία με τον πραγματικό κόσμο. Εδώ χάνεις τον εαυτό σου και η μέθη της μουσικής σε βρίσκει ενωμένο με την φύση. Με απλά λόγια, το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό γιατί κάθε κομμάτι διατηρεί την δική του ξεχωριστή οντότητα σε σχέση με το αντίστοιχο κλασσικό όμοιό του, δίχως όμως να αλλοιώνει την βασική δομή της πρωταρχικής ιδέας. Είμαι βέβαιος πως οι μεγάλοι αυτοί συνθέτες θα ένιωθαν περήφανοι ακούγοντας αυτόν τον δίσκο και θα επιδίδονταν σε ένα ξέφρενο headbanging (έτσι και αλλιώς η κόμμωσή τους ταιριάζει με την αισθητική των μεταλλάδων)!

5,5/6

Προτείνω να ακούσετε τα διασκευαζόμενα κομμάτια παράλληλα με τα αυθεντικά:

“Symphony No 9:Scherzo” /BEETHOVEN

“Sonata Νo.8 Op.13 :Pathetique” /BEETHOVEN

“Night on bald mountain” /MUSSORGSKY MODEST

“Je crois entendre encore” /G.BIZET

“Double cello concerto in G minor” /VIVALDI

“Adagio” /ALBINONI

“Symphony No 40” /MOZART

“Swan lake” /TCHAIKOVSKY

“Madame butterfly” /PUCCINI

“Meditation” /JULES MASSENET

“Air on the G string” /BACH