Η συντριπτική πλειοψηφία των metal ακροατών, έχει συνήθως κάποια μικρή αδυναμία σε ένα συγκεκριμένο ιδίωμα. Το δικό μου ευαίσθητο σημείο λέγεται San Francisco Bay Area Thrash, για το οποίο κάποια στιγμή θα μιλήσω εκτενώς. Το στυλ της Bay Area αποτέλεσε ένα πραγματικά μεγάλο φαινόμενο μέσα στον “κόσμο” του Thrash, γεννώντας κυκλοφορίες που έχουν στιγματίσει όχι μόνο την παγκόσμια μουσική, αλλά και τα μουσικά βιώματα δεκάδων χιλιάδων ακροατών με το πέρασμα των χρόνων. Ανάμεσα σε συγκροτήματα όπως οι Death Angel, Attitude Adjustment, Lȧȧz Rockit, Forbidden, Defiance, Ulysses Siren, μεταξύ δεκάδων άλλων, ξεπετάχτηκαν οι Heathen με ένα ντεμπούτο που μέχρι και σήμερα κάθε άκουσμα μου προκαλεί ταραχή, σαν να το ακούω για πρώτη φορά.

Οι Heathen πρακτικά αλλά και δισκογραφικά ήταν ενεργοί το διάστημα 1984 – 1993 και ξανά από το 2001 και έπειτα. Η ιστορία τους ξεκινά το 1984, όταν ο Lee Altus και ο Carl Sacco των Metal Church δημιουργούν τους Heathen και παρά το γεγονός ότι μέχρι και το 1985 δεν είχαν μπασίστα, έκαναν την πρώτη τους ζωντανή εμφάνιση τον Απρίλιο του 1985 με τον Sam Kress στα φωνητικά και τον Jim Sanguinetti στις κιθάρες (ο οποίος αργότερα θα φύγει για να προατεθεί στους Mordred). Προς τα τέλη της ίδιας χρονιάς, αποφασίζουν ότι εν τέλει ο Kress ήταν καλύτερος ως στιχουργός παρά ως τραγουδιστής, συνεπώς ζητούν από τον David Godfrey των Blind Illusion να πάρει την θέση του, ενώ παράλληλα ο Doug Piercy (που συμμετείχε στα demo των Anvil Chorus και των Attitude Adjustment την ίδια χρονιά) αντικαθιστά επίσημα τον Sanguinetti.

Με την προσθήκη του Eric Wong στο μπάσο στις αρχές του 1986, οι Heathen κάνουν την πρώτη ολοκληρωμένη πια εμφάνισή τους τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, παίζοντας ένα αρκετά επιθετικό αλλά κατά κόρον τεχνικό Thrash, με N.W.O.B.H.M. στοιχεία ιδιαίτερα στο κομμάτι των φωνητικών, με αρκετά ακουστικά περάσματα και ορχηστρικό σχήμα κύκλου (intro – outro). Εύκολα δηλαδή μπορούσε να καταλάβει κανείς ότι οι Heathen ήταν αρκετά διαφορετικοί από την τάση της εποχής.

Το 1986 κυκλοφορούν το demo “Pray For Death”, το οποίο τους εξασφαλίζει ένα συμβόλαιο με την Combat Records. Ο Eric Wong αποχωρεί και ο Mike “Vaz” Jastremski των Griffin παίρνει την θέση του. Με αυτό το line-up οι Heathen μπαίνουν να ηχογραφήσουν τον πρώτο τους full length δίσκο.

Την Πρωτομαγιά του 1987 πράγματι οι Heathen κυκλοφορούν το “Breaking The Silence”, έναν δίσκο με επτά δικές τους συνθέσεις και μια λαμπρή διασκευή στο “Set Me Free” από τον δεύτερο δίσκο των Sweet, “Sweet Funny Adams” του 1974 (διασκευάρα επίσης από τους Saxon το 1984 στο “Crusader”). Η συγκεκριμένη διασκευή αποτέλεσε το δόλωμα που τράβηξε μεγάλη μερίδα ακροατών σχεδόν άμεσα με το εκτενές airplay που κέρδισαν οι Heathen αλλά και με το video clip που κυκλοφόρησαν προωθώντας το κομμάτι αντίστοιχα κερδίζοντας τηλεοπτικό χρόνο στο Headbanger’s Ball του MTV.

Tο “Breaking The Silence” κατά την δική μου άποψη είναι ο δίσκος που κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο ισχυρότερους μουσικούς κόσμους την περίοδο εκείνη. Από την μια πλευρά είχαμε το σχετικά φρέσκο, μα καθόλα επιθετικό και απίστευτα δυναμικό Thrash που μεταφράστηκε δισκογραφικά ποικιλοτρόπως, ενώ από την άλλη πλευρά ήδη δέσποζε ολοκληρωμένο το N.W.O.B.H.M. με αμέτρητες μπάντες και αντίστοιχες κυκλοφορίες. Οι Heathen “άρπαξαν” τα καλύτερα σημεία των δύο κόσμων και τα ένωσαν σε μια μίξη που απέδωσε έναν από τους πιο εμβληματικούς underground δίσκους του είδους.

Πιστεύω πως συνδύασαν την τεχνική αρτιότητα και ευφυΐα συγκροτημάτων όπως οι Metal Church με την άνεση και την εύκολη προσβασιμότητα που είχαν για παράδειγμα οι Metallica, μπολιάζοντας όμως τις συνθέσεις τους με αρκετό από το μυστηριώδες σκοτάδι που έφερνε η Μεγάλη Βρετανία. Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από δυναμικές κιθάρες που προσφέρουν σωρεία από ταχύτατα riffs και solos, ισχυρές μα απαιτητικές μελωδίες, πολύ tremolo/double picking με σχετικά καθαρό χαρακτήρα, χωρίς υπερβολικές παραμορφώσεις δηλαδή, και τύμπανα που στηρίζουν κάθε σύνθεση με τα διπλά kicks να δίνουν ένταση και ορμή.

Φυσικά ο White στα φωνητικά δείχνει μια εντελώς διαφορετική όψη του νομίσματος σε σχέση με ό,τι κυκλοφορούσε τότε, έχοντας κατά βάση καθαρά, υψίφωνα και σχεδόν οπερατικά φωνητικά (εντυπωσιακά ευρεία η έκτασή του) και σε σημεία τόσο γρέζι όσο χρειάζεται για να αποδώσει έναν θεατρικό χαρακτήρα στην – για μένα – κατά βάση σκοτεινή / απόκοσμη ατμόσφαιρα που έχτισαν. Αφαιρετικά θα μπορούσαμε να πούμε πως το δίδυμο Altus – Piercy βρισκόταν ανάμεσα στους King/Hanneman και John Sykes / Robb Weir.

Από άποψη παραγωγής, αυτή είναι αρκετά καθαρή αν και σε σημεία οι κιθάρες είναι πιο μπροστά από τα φωνητικά και τα τύμπανα, ωστόσο δεν θεωρώ πως αφαίρεσε πόντους από την συνολική αίγλη του δίσκου. Κατά γενική ομολογία το “Breaking The Silence” βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ μελωδίας και μετάλλου, με πιασάρικα ρεφρέν, γρήγορους ρυθμούς και στιγμές power thrash που άνετα έντυναν μουσικά κάποιο ρεπορτάζ για τη βία στα γήπεδα.

Πολλά κομμάτια ξεχωρίζουν στον δίσκο, όπως το “Open The Gate” με την δυσοίωνη ατμόσφαιρά του ή το πολυεπίπεδο “World’s End”, ωστόσο θεωρώ το “Death By Hanging” από τα καλύτερα και πλέον χαρακτηριστικά Thrash κομμάτια όλων των εποχών. Εξαιρετική εισαγωγή, σε έναν υπέροχο δίσκο, με ένα ρεφρέν που άμα κολλήσει στο μυαλό σου, κάνει μήνες να βγει. Μέχρι το τέλος του 1987, το “Breaking The Silence” είχε πουλήσει 100,000 αντίτυπα.

Η στήριξη που έλαβαν οι Heathen και από την μεταλλική κοινότητα της περιοχής (που βρισκόταν εν εξάλλω, να τα λέμε και αυτά) αλλά και από τον Τύπο που εκθείασε το ντεμπούτο τους, τους έδωσε την δυνατότητα να πραγματοποιήσουν μια εκτενή περιοδεία στην Αμερική. Ο Carl Sacco αντικαταστάθηκε από τον Darren Minter στα τύμπανα λίγο πριν ξεκινήσουν τις εμφανίσεις τους, κάπου μέσα στον Ιανουάριο του 1988.

Μετά την προαναφερόμενη περιοδεία, ήρθαν τα πάνω κάτω για τους Καλιφορνέζους. Για σύντομο χρονικό διάστημα τα φωνητικά ανέλαβε το είδωλο Paul Baloff των Exodus, με τον οποίο ηχογράφησαν ένα demo τον Οκτώβριο του 1988. Παρόλα αυτά, το χάσμα μεταξύ των μελών μεγάλωνε, με αποτέλεσμα όλα τα μέλη της μπάντας να αποχωρήσουν εκτός από τον Lee Altus προτάσσοντας προσωπικές αλλά και μουσικές διαφορές. Οι Heathen προσπάθησαν να κάνουν μια επανεκκίνηση με τον Manny Bravo στο μπάσο, τον Rick Weaver των The Disspossessed και τον David Wayne (Metal Church) στα φωνητικά, ωστόσο εντός λίγο ημερών, ο White έκανε μια υποχώρηση και επέστρεψε στην θέση του.

Ο Wayne έκανε ένα ακόμα τζαμάρισμα στα τέλη του 1988, αλλά δεν ηχογράφησε ποτέ τίποτε με τους Heathen. Ο Bravo αποχώρησε επίσης από το συγκρότημα λίγο αργότερα και αντικαταστάθηκε από τον μπασίστα των Blind Illusion, Vern McEllroy.

Μερικούς μήνες μετά, τον Μάρτιο του 1989, με σκοπό την κυκλοφορία ενός δεύτερου δίσκου, ηχογραφήθηκε εν μέρει ένα demo με τίτλο “Fear of the Unknown”, αλλά λόγω μικρής χρηματοδότησης, δεν προχώρησε ποτέ και αφέθηκε. Περιείχε πολλά από τα κομμάτια που κυκλοφόρησαν αργότερα στον δεύτερό τους δίσκο.

Έχοντας εντάξει τον Marc Biedermann των Blind Illusion στο μπάσο, οι Heathen κυκλοφορούν το “Victims of Deception” το 1991 μέσω της Roadrunner Records. Πολύ πιο περίπλοκο από τον προκάτοχό του, το “Victims” εισήγαγε πολλά σπασίματα στους ρυθμούς, πολυσύνθετα riffs, εναλλαγές στα κουρδίσματα, μεγαλύτερα σε διάρκεια τραγούδια, ενώ εμφανής ήταν η αλλαγή συνθετικής πλεύσης με τα NWOBHM στοιχεία να εξαφανίζονται, με αποτέλεσμα πλέον οι Heathen να φλερτάρουν ανοιχτά με το technical progressive.

Παρά την ποιοτική μεταβολή στο είδος των συνθέσεων, οι Heathen παρέμειναν ταχύτατοι, με μια ορμή που μπορούσε να διαλύσει τα πάντα στο διάβα της, έντονες μελωδίες, φανταστικά δομημένα riffs και κλιμακώσεις σε κάθε κομμάτι. Ενορχηστρωτικά και από άποψη δεσίματος, μιλάμε για ένα διαμάντι. Τίποτα δεν μοιάζει να μένει απ’ έξω, τίποτε δεν περισσεύει, όλα είναι όπως θα έπρεπε να είναι.

Ο White ίσως είναι ο μόνος που αυτή τη φορά κάνει κάπως τη διαφορά, εντάσσοντας περισσότερα βραχνά / τραχιά περάσματα, χωρίς βέβαια να αφήνει πίσω του τα οπερατικά μεν εκ βαθέων δυναμικά δε φωνητικά του. Άκρως ενδιαφέρουσα είναι η πλοκή των στίχων, οι οποίοι κατά βάση εφαρμόζουν στην επιρροή που ασκεί η Εκκλησία και γενικά κάθε είδους θρησκεία στη ζωή των ανθρώπων, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Ειδικότερα, ο δίσκος ανοίγει με ένα κομμάτι από μια ομιλία του Ευαγγελιστή Jim Jones (με τον οποίο ασχολήθηκαν οι Manowar και οι Toxik) ο οποίος ήταν ο ιδρυτής και ο ηγέτης του Ναού του Λαού (People’s Temple), περισσότερο γνωστού για την τελετουργική δολοφονία/αυτοκτονία σέχτας το 1978, άνω των 900 μελών του στην Τζόουνσταουν της Γουιάνα, καθώς και τη δολοφονία πέντε ατόμων σε ένα κοντινό διάδρομο προσγείωσης. Πάνω από 200 παιδιά δολοφονήθηκαν στην Τζόουνσταουν, σχεδόν όλα από δηλητηρίαση με κυάνιο που είχαν ρίξει στο αναψυκτικό Kool Aid.

Επίσης ο δίσκος περιλαμβάνει και μια διασκευή στο “Kill The King” των Rainbow. Δικαίως από άποψη εξέλιξης αλλά και επιρροής στους αντίστοιχους κύκλους, το “Victims of Deception” θεωρείται ως ένας από τους πιο τεχνικούς δίσκους της περιόδου και μεγάλο κομμάτι του technical / progressive thrash κινήματος που έλαμψε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αρχές ’90, με πολλούς – ανάμεσά τους και εγώ – να το βάζουν ανάμεσα στην επιρροή που άσκησαν οι Dark Angel με το “Time Does Not Heal”, τους Coroner με το “Mental Vortex” ή το “Control And Resistance” των Watchtower.

Στην επανέκδοση ως digipack το 2006 από την Metal Mind Productions, υπάρχουν δυο bonus tracks, μια διασκευή στο “Hellbound” των Tygers of Pan Tang και ένα νέο κομμάτι, το “Timeless Call of Prophecy”. Μπορεί από καθαρά εμπορικό πρίσμα η επιτυχία να μην ήταν η αναμενόμενη, ωστόσο ο δίσκος έδωσε το εισιτήριο στους Heathen να περιοδεύσουν στην Ευρώπη με τους Sacred Reich και τους Sepultura (βγαλμένο από όνειρο το lineup). Στην περιοδεία αυτή, ο Randy Laire αντικατέστησε τον Biedermann, ωστόσο δυστυχώς έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα τον Ιούνιο του 1991, με τον Jason Viebrooks να αναλαμβάνει προσωρινά χρέη μπασίστα. Λίγο αργότερα αποχωρεί και ο D. Piercy και αντικαθίσταται από τον Ira Black.

Οι Heathen σκόπευαν να ηχογραφήσουν ένα ΕΡ διασκευών στην μνήμη του Laire αλλά και του προσφάτως αδικοχαμένου αδερφού του White, ωστόσο αυτό ποτέ δεν έγινε. Μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα με τον Jason Vie Brooks στο μπάσο και τον Thaen Rasmussen στην κιθάρα, οι Heathen διαλύθηκαν επίσημα το 1992. Σύμφωνα με τον Dave White, όλοι τους ήθελαν να ξεχάσουν την συγκεκριμένη περίοδο. Ο Doug Piercy, ο Lee Altus και ο Darren Minter μετακόμισαν στη Γερμανία. Ο Doug άρχισε να ασχολείται με αγωνιστικά αυτοκίνητα, ενώ οι άλλοι δύο μπήκαν στο συγκρότημα Die Krupps.

Η επανένωση των Heathen έγινε για πραγματικά πολύ καλό σκοπό, με τους David White, Lee Altus, Ira Black, Mike «Yaz» Jastremski, και Darren Minter, αφού αποφάσισαν να συμμετάσχουν στο Thrash Of The Titans το 2001, ένα φιλανθρωπικό show με σκοπό τη συλλογή χρημάτων ώστε να καλυφθούν τα έξοδα της αγωγής για τον καρκίνο του λάρυγγα του Chuck Billy και του εγκεφαλικού καρκίνου του Chuck Schuldiner αντίστοιχα.

Η ουσιαστική επάνοδος των Heathen ήρθε με την κυκλοφορία του ΕΡ “Recovered” από την Relentless Metal Records, το οποίο περιελάμβανε τέσσερις διασκευές σε Queen, Thin Lizzy, Tygers of Pan Tang και Sweet Savage με σκοπό να αναδείξουν τα συγκροτήματα που επηρέασαν τον ήχο τους, τέσσερα demo κομμάτια από τον δίσκο “Victims of Deception” και ένα νέο κομμάτι, το “In Memory Of…”. Οι Heathen αποφάσισαν να συνεχίσουν να δουλεύουν και να γράψουν καινούριο υλικό παρά τα χρόνια που έχουν περάσει.

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του δεύτερου ολοκληρωμένου τους δίσκου, οι Heathen επανέρχονται στην μουσική επικαιρότητα, κυκλοφορώντας το “Evolution of Chaos” το 2010. Εδώ συμμετέχει για πρώτη φορά ο κιθαρίστας Kragen Lum, ο οποίος θα εμφανιστεί και στον επόμενο δίσκο, ενώ παράλληλα θα είναι η μοναδική εμφάνιση του Jon Torres στο μπάσο. Αρχικά είχε προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει στις 20 Ιουλίου του 2009, αλλά χρειάστηκε περισσότερος χρόνος για την ολοκλήρωση της διαδικασίας της μίξης, οπότε άργησε αρκετά να φτάσει στα μαγαζιά.

Ο δίσκος, τιμώντας την παρακαταθήκη του συγκροτήματος, φυσικά ανοίγει με ένα ιδιαίτερο ορχηστρικό intro με ανατολίτικα στοιχεία για να σκάσει ξαφνικά το πλέον χαρακτηριστικό κομμάτι του δίσκου “Dying Season”. Παρά τα 18 χρόνια που χωρίζουν αυτήν την κυκλοφορία από την προηγούμενη, το “Evolution of Chaos” μοιάζει να είναι η λογική συνέχεια του “Victims of Deception”, με πληθώρα ιδεών, αλλεπάλληλα riff και solo, μελωδικά σπασίματα στους τσίτα ρυθμούς, τύμπανα που στηρίζουν σαν ραχοκοκαλιά το όλο πόνημα και έναν David White να τα δίνει όλα με λίγο περισσότερο γρέζι απ’ ό,τι συνήθως.

Όπως θα περίμενε κανείς, οι συνθέσεις έχουν την τάση να είναι μεγάλες με κλιμάκωση και κρεσέντο, χωρίς φυσικά να παραλείπονται σημεία που οι ρυθμοί πέφτουν ώστε η τελική κορύφωση να είναι ακόμα εντονότερη.

Ο δίσκος ανεβαίνει ακόμα περισσότερο στα δικά μου μάτια και εύχομαι και στους υπολοίπους, γιατί βγήκε σε μια περίοδο που η αναβίωση του Thrash ήταν πλέον παγκόσμιο φαινόμενο παράλληλα με τις συνεχείς πολλών παλιών συγκροτημάτων που τις περισσότερες φορές ήταν – δυστυχώς – αποκαρδιωτικές. Υπάρχουν κάποιες στιγμές σε κομμάτια όπως το “Control By Chaos” που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως υπερβολικά φιλόδοξα με τις κιθάρες να εκτοξεύουν διακόσια riff το δευτερόλεπτο, ωστόσο εμένα δεν με ενόχλησε καθόλου.

Ίσα ίσα, η δυναμικότητά τους με κάνει να πωρώνομαι περισσότερο. Στα θετικά επίσης στοιχεία του συγκεκριμένου δίσκου και ως ένα σημείο συγκινητικό μπορώ να πω, είναι οι φιλικές συμμετοχές στο ρόστερ: Ο Steve DiGiorgio παίζει άταστο μπάσο στο “No Stone Unturned” και sitar στο intro, ο Gary Holt ανέλαβε τις lead κιθάρες στο “Control by Chaos”, ο Rob Dykes συνέβαλε με γενικότερα backup φωνητικά ενώ ο Adam Harrington ανέλαβε την αφήγηση στο “A Hero’s Welcome”.

Η πολυ-αναμενόμενη επιστροφή τους, τους πρόσφερε μια θέση στο πλάι των Exodus, Kreator και Testament στο Thrash Damnation στο Tokyo της Ιαπωνίας, ενώ το 2011 γυρίζουν την Ευρώπη με τους Sepultura, Exodus, Destruction και Morbid Saint. Το 2012 υπογράφουν με την Nuclear Blast και μεταξύ άλλων, επισκέπτονται και τη χώρα μας με ένα lineup φωτιά (Exodus, Obituary, Morgoth/Αθήνα – Homo Iratus/Θεσσαλονίκη).

I

Τον Ιανουάριο του 2019 οι Heathen ξεκινούν να δουλεύουν επίσημα για τον τέταρτό τους δίσκο, που έμελλε να φέρει τον τίτλο “Empire of the Blind”. Τον Ιούνιο παρουσίασαν ως single του νέο δίσκου το κομμάτι “The Blight”, ενώ η επίσημη κυκλοφορία έγινε τον Σεπτέμβριο του επόμενου έτους. Είναι ο πρώτος δίσκος των Heathen μετά από 11 χρόνια, με τους Jason Mirza και Jim DeMaria σε μπάσο και ντραμς αντίστοιχα. Αν και η ηχογράφηση δεν είχε ξεκινήσει επίσημα μέχρι το 2019, οι Heathen άρχισαν να δουλεύουν πάνω στο “Empire of the Blind” με το που υπέγραψαν στην Nuclear Blast το 2012.

Στα επόμενα επτά χρόνια που ακολούθησαν απ’ την υπογραφή του συμβολαίου, το συγκρότημα δοκιμάστηκε από αλλαγές στο lineup, τα project που είχε ο κάθε μουσικός εκτός της μπάντας και κυριότερα, ο κιθαρίστας Kragen Lum έπαιρνε τη θέση του Gary Holt στους Exodus κάθε φορά που ο Holt περιόδευε με τους Slayer.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στον ραδιοφωνικό σταθμό KMUW, ο Lum δήλωσε τα παρακάτω: «Ως το 2014 είχα το ήμισυ του δίσκου εντελώς έτοιμο με φωνητικά και [ενορχήστρωση]. Συνέχισα να γράφω τα επόμενα χρόνια, αλλά ήμουν τόσο πολύ απασχολημένος που δεν προλάβαινα να τελειώσω σωστά τα τραγούδια. Ήμουν σε περιοδεία με τους Exodus αρκετά από το 2015 έως το 2019. Όποτε είχαμε αρκετές μέρες κενές, προσπαθούσα να βγάλω δουλειά, αλλά πραγματικά μόλις πέρυσι βρήκα αρκετό χρόνο για να τελειώσω τη συγγραφή και εν τέλει είχα περισσότερο από αρκετό υλικό για ένα άλμπουμ. Υπάρχει και τραγούδι που δεν ηχογραφήσαμε καν.”

Ο δίσκος, από την δική μου σκοπιά, είναι και δεν είναι Heathen. Και τι εννοώ. Ως ένα σημείο πράγματι και σε αυτόν τον δίσκο οι Heathen επιδεικνύουν τον χαρακτήρα που είχαν ως τώρα προβάλλει, με περίπλοκες μακριές συνθέσεις και ενορχήστρωση, αλλά παράλληλα, ακριβώς επειδή η σύνθεση των μελών έχει αλλάξει και την σύνθεση των κομματιών έχει αναλάβει πλέον αποκλειστικά ο Kragen Lum, αυτό φαίνεται και έχει πράγματι αντίκτυπο στο συνολικό αποτέλεσμα. Επίσης, σε αυτόν τον δίσκο συναντάμε έναν εμφανώς αλλαγμένο David White, τον οποίο αν δεν είσαι εξοικειωμένος χρόνια ώστε να πιάνεις τα χρώματα της φωνής τους, δεν θα τον καταλάβεις. Δεν εννοώ ότι δεν έχει σωστές τοποθετήσεις, ούτε ότι δεν πατάει σωστά, απλά ακούμε μια διαφορετική προσέγγιση: χαμηλότερες συχνότητες και λιγότερα υψίφωνα και γυρίσματα. Και πραγματικά μου λείπουν. Ίσως φταίει το πέρασμα του χρόνου και χωρίς να το λάβω υπόψη είχα μη ρεαλιστικές προσδοκίες. Ίσως να ήταν κατ’ επιλογήν έτσι γραμμένα. Ειλικρινά δεν μπορώ να γνωρίζω. Ο δίσκος στο σύνολό του μου άφησε μια γεύση διαφορετική απ’ ό,τι συνήθως. Σαν να είναι ένα side project. Δεν ξέρω, μπορεί να είμαι και υπερβολική. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι την επόμενη φορά που θα τους δούμε ζωντανά δεν θα γίνει κακός χαμός!

Αν και δεν κατάφεραν να σπάσουν τα δεσμά του underground και να έχουν μεγάλη εμπορική επιτυχία, όπως αρκετοί συντοπίτες τους, λογίζονται ως ένα από τα συγκροτήματα που ανέδειξαν την Bay Area σκηνή και ως ένα σημείο ταυτίστηκαν με τον ήχο της περιοχής. Θεωρώ πως ο κυριότερος λόγος για τον οποίο οι Heathen δεν κατάφεραν να γνωρίσουν μεγάλη επιτυχία ήταν γιατί δεν είχαν τόσο δυνατό το αίσθημα της ‘κλωτσοπατινάδας’ που λέμε.

Συγκρίνοντάς τους με δίσκους – οδοστρωτήρες, όπως το “Kill ‘Em All” των Metallica (1983) και το “Bonded By Blood” των Exodus (1985), αλλά και με θεωρητικά ταυτόχρονες κυκλοφορίες, όπως το “Ultra Violence” των Death Angel (1987) και μετέπειτα το “Eternal Nightmare” των Vio-Lence (1988), οι Heathen ήταν πάντα πιο τεχνικοί – σχεδόν prog – στον ήχο τους και άρα λιγότερο εκρηκτικοί και χουλιγκάνικοι. Δεν πειράζει. Μας πήραν τα μυαλά και χωρίς αυτά.

*Trivia: Η ιστορία του David White / Godfrey: Ο David γεννήθηκε ως White παίρνοντας το όνομά του από τον βιολογικό του πατέρα, αλλά χρησιμοποίησε το επώνυμο του πατριού του, Godfrey, στο σχολείο κυρίως για ευκολία. Όταν ενηλικιώθηκε, άρχισε να χρησιμοποιεί το White, αλλά τα υπόλοιπα μέλη των Heathen τον έπεισαν να xρησιμοποιήσει το Godfrey στο άλμπουμ “Breaking the Silence”, για να μην νομίζει ο κόσμος ότι άλλαξαν τραγουδιστή.