Πριν από μια δεκαετία τριγυρνούσα στο γραφείο του Ανδρέα Στασινόπουλου, πρώην αρχισυντάκτη μας και ενός από τους καλύτερους φίλους μου, και έψαχνα για κάποιο γαμάτο άλμπουμ να τσιμπήσω, ότι θα περίσσευε από τους παλιότερους συντάκτες – και με σχεδόν 15 χρόνια γράφοντας για το Metal Invader – από τις στοίβες με τα cd. Ξέρετε υπήρχε μια ιεραρχία και όταν οι εταιρίες μας έστελναν τα πακέτα τους με το κιλό, οι παλαιότεροι συντάκτες πήγαιναν πρώτοι να διαλέξουν και το πράγμα ήταν σαν μια επιλογή στον δεύτερο ή τρίτο  γύρο των NBA drafts όταν έφτανα εκεί. Τώρα που το σκέφτομαι ήταν εκείνη την εποχή που η Soundforge (η εταιρία διανομής που κρατούσαν τα παιδιά από το περιοδικό) έκλεινε και οι κατασχέσεις ήταν πολύ κοντά αυτή, έτσι οι αρουραίοι που πάντα εγκαταλείπουν το πλοίο πριν αυτό βουλιάξει έλειπαν, οπότε μάλλον δεν ήμουν τυχερός και περισσότερο πιο πιστός, για να βρω από το πουθενά ένα τόσο σπουδαίο άλμπουμ στον σωρό. Έτσι, η έκδοση που έχω στην κατοχή μου είναι μια κόπια της έκδοσης της Displeased Records του 2009, το οποίο περιλαμβάνει επίσης το Transgressive Science Demo ’86, (που περιέχει τα “Nosferatu”, “Satans Wrath”, “Torture Chamber” και “Fate At Pains End”), το Mordirivial Disemanation Demo ’87 (που περιέχει τα “Degeneration”, “Nosferatu”, “Purveyor Of Fear” και “Pyrophoric Seizure”), το Rehearsal/Demo ’89 (που περιέχει τα “Archangel” –διασκευή σε Death– “Mordirivial Disemanation” και “Viral Exogence” και το Nosferatu Demo ’84 (που έχει το κομμάτι “Nosferatu”). Αλλά θα επικεντρωθώ στο δίσκο του 1990. Υποθέτω ότι δεν είναι τόσοι πολλοί που θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι μια τυπική thrash μπάντα της σειράς στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα από τα καλύτερα Death Metal άλμπουμ των 90’s στις ΗΠΑ. Όχι φίλοι μου δεν υπερβάλλω, καθώς οι Hellwitch κατάφεραν να δημιουργήσουν μόλις ένα αριστούργημα, αν μπορείς να το πεις αυτό τόσο εύκολα, και αυτό αρκετό για να γίνει το εισιτήριό τους για μια θέση στο πάνθεον του είδους. Η πρώτη demo κασέτα τους το 1984 ήταν μάλλον φτωχή, αλλά από το αμέσως επόμενο «Transgressive Sentience», υπήρξε μια αξιοσημείωτη και ευδιάκριτη πρόοδος τόσο στην σύνθεση των κομματιών όσο και στο παίξιμό τους. Τα νέα τραγούδια είχαν πιο μεγάλη ένταση, καλύτερες αρμονίες, γαμάτα riffs, βασικά τόνους από riffs και σίγουρα καλύτερο ήχο. Οι Hellwitch κατάγονταν από το Gainesville της Florida και είχαν έναν από τους πιο πρωτότυπους ήχους των πρώιμων συγκροτημάτων του Death Metal. Με βάση τις τεχνικές δεξιότητές τους, που εργάζονταν πάνω σε αυτές για σχεδόν 5 χρόνια, έπαιζαν αρκετά γρήγορα και είχαν μια νοσηρότητα στον ήχο τους. Μαζί με τους Atheist, τους  Pestilence και τους Death ήταν οι πρωτοπόροι του λεγόμενου Progressive Death και μάλλον αν είχαν διαφορετικό τραγουδιστή από τον Pat Ranieri (ήταν και κιθαρίστας), δεν λέω «καλύτερο», καθώς είμαι προσεκτικός και χρησιμοποιώ αντί αυτού την λέξη «διαφορετικό», μπορεί να είχαν διαφορετική καριέρα. Όμως, καθώς το κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1990 από την Wild Rags, υποθέτω ότι αν το έκοβε η  Combat, ή η Earache ή η Roadrunner θα έκανε τεράστια επιτυχία, πάντα με βάση τον ακραίο μεταλλικό ήχο και τα στάνταρ του, ακόμη και με μια γάτα πίσω από το μικρόφωνο, οπότε ας ξεχάσουμε το σενάριο με τον διαφορετικό τραγουδιστή. Το «Syzigial Miscreancy» ηχογραφήθηκε στα Morrisound Studios από τον Scott Burns. Οι περισσότεροι από εσάς θα αναγνωρίσουν τον ζεστό και αναλογικό ήχο των διάσημων στούντιο που χαρακτήρισαν όλη αυτή την εποχή. Ακόμα οι Hellwitch πέτυχαν να αποδώσουν-αποτυπώσουν τη δική του τρέλα, μέσα σε λιγότερο από 30 λεπτά. Ο τρελός ήχος, τα φρενήρη riffs, οι χαοτικοί ρυθμοί, τα γρήγορα και βίαια τύμπανα, η βίαιη αύρα και η υπερβολικά περίπλοκη, αλλά ουσιαστικά thrash δομή των τραγουδιών, μοιράζονται την ίδια ιδέα πίσω από αυτό το άλμπουμ:  “κάνετε ένα βήμα πέρα ​​από τα όριά σας”. Μερικές φορές έχεις την αίσθηση πως αυτό εξωφρενικό παίξιμο έχει σκοπό ή καλύτερα αυτοσκοπό απλά να εντυπωσιάσει τον ακροατή. Αλλά ακόμα και αν αυτό είναι αλήθεια, δεν σημαίνει πως επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα, και στην πραγματικότητα οποιοδήποτε άλλη ενορχήστρωση θα είχε μάλλον ένα τυπικό αποτέλεσμα. Οι επιρροές τους συμπεριλαμβάνουν τους Malevolent Creation, τους Nasty Savage, τους Dark Angel, τους Slayer, σίγουρα τους Sadus και ίσως τους Voivod αν σκεφτείς πόσο διαταραγμένο και sci-fi είναι αυτό το άλμπουμ. Παρά το γεγονός ότι όλα είναι σε  μια υπερβολική κατάσταση, οι Hellwitch έχουν αυτά τα εντυπωσιακά και αξέχαστα ψηλά φωνητικά και ένα εκπληκτικά αξιομνημόνευτο tech-thrash riffing που κολλάει στο μυαλό σου. Οι στίχοι είναι καλογραμμένοι και ενδιαφέροντες, καθώς η μπάντα χρησιμοποιεί μια πληθώρα εκκεντρικών λέξεων για να αναδείξει το πλούσιο λεξιλόγιό της – όπως και οι Carcass – που σίγουρα θα σας κάνει να χρησιμοποιήσετε το σκονισμένο λεξικό της Οξφόρδης που είχατε στα γυμνασιακά σας χρόνια αν θέλετε να ακολουθήσετε τους στίχους τους.