Ιδρυθέντες εν έτη  1972, οι Cirith Ungol δεν κατάφεραν ποτέ να κερδίσουν τη δημοτικότητα που τους άξιζε. Η δεκαετία των 90’s ήταν εχθρική για το πατροπαράδοτο αν θες μέταλ, και οι υπερασπιστές του heaviness αποφάσισαν να απομακρυνθούν από το μουσικό στερέωμα μόλις το 1992, αντί να επιδιώξουν με κάθε μέσο και κάθε κόστος την  εμπορική επιτυχία που θα τους κρατούσε ζωντανούς. Η συσπείρωση των βασιλιάδων του σκότους άργησε λίγο, καθώς η μπάντα ενώνεται ξανά εν έτη 2016, κυκλοφορώντας το single «Witch’s Game» το 2018, ενώ το πέμπτο άλμπουμ τους, με τίτλο Forever Black έρχετε μέσα στο ίδιος έτος από τη Metal Blade Records. Το συγκρότημα ξαναχτυπά με νέο EP –Half Past Human, με τέσσερα κομμάτια που ξυπνούν μνήμες  από το παρελθόν.

Είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον ντράμερ και το ιδρυτικό μέλος της μπάντας, τον μοναδικό Robert Garven, που μοιράστηκε μαζί μας, με τη ευγενή συμμετοχή φυσικά του Greg, ιστορίες του συγκροτήματος από την πρώιμη περίοδο, καθώς και τα μελλοντικά σχέδια της μπάντας.

Γεια σου Robert, είμαι ενθουσιασμένη που μου δίνεται η ευκαιρία να τα πούμε. Στην Ελλάδα (όπως ήδη γνωρίζεις) είστε θρύλοι και είναι πραγματικά τιμή μου που μου δίνεται η δυνατότητα να κάνω αυτήν τη συνέντευξη μαζί σου! Ευχαριστώ εκ των προτέρων! Ελπίζω να είσαι καλά …

Γειά σου! Επίτρεψέ μου να ξεκινήσω λέγοντας ότι απολαύσαμε πραγματικά τις εμφανίσεις μας στην Ελλάδα (και τις δύο φορές)! Τα άτομα που συναντήσαμε και οι φίλοι που κάναμε είναι απίστευτα. Ο Μανώλης (Καραζέρης- συντονιστής του Up The Hammers Fest), ο οποίος είναι καλός μας φίλος πλέον, μας έκανε περιήγηση σε διάφορες περιοχές και έτσι καταφέραμε να ταξιδέψουμε λίγο εδώ και εκεί. Αγαπάμε πραγματικά τους Έλληνες φαν και όχι μόνο.

Σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ! Ελπίζουμε να σας δούμε ξανά σύντομα στη χώρα μας.

Έχουν περάσει σχεδόν τρία χρόνια από την κυκλοφορία του Forever Black που σφράγισε την ένδοξη επιστροφή σας, 40 χρόνια μετά το ντεμπούτο άλμπουμ της μπάντας. Στα μέσα του 2021, κυκλοφορήσατε το νέο σας EP, Half Past Human, που περισσότερο μας ταξιδεύει στο παρελθόν, παρά μας οδηγεί στο μέλλον. Θα μπορούσες να μας διαφωτίσεις για το πώς έπεσε η ιδέα στο τραπέζι να κυκλοφορήσετε αυτά τα 4 κρυμμένα διαμάντια της μπάντας; Δύο από τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν κατά τη διάρκεια του Forever Black, αν δεν κάνω λάθος…

Αυτή είναι μια πολύ εύκολη ερώτηση. Για τόσο καιρό, πολλοί θαυμαστές και φίλοι μας, ήθελαν να επανακυκλοφορήσουμε παλιό μας υλικό και το κάναμε, γιατί ξέρεις, μεγαλώνουμε και είναι σημαντικό για εμάς από τότε που επανενωθήκαμε να βγάλουμε ταυτοχρόνως και νέο υλικό. Είναι πραγματικά ευτυχές το ότι ολοκληρώσαμε το Forever Black. Επιδιώκαμε εξ αρχής να κινηθούμε σ’ αυτήν την κατεύθυνση, αν και πολλοί φαν ζητούσαν έντονα παλαιότερο υλικό. Ο Jarvis, manager της μπάντας και μπασίστας (επίσης μπασίστας στους Night Demon), πρότεινε να κάνουμε ένα EP έτσι ώστε να μπορέσουμε να κυκλοφορήσουμε ορισμένα από τα παλαιότερα κομμάτια της μπάντας, χωρίς ωστόσο να μπούμε στη διαδικασία να κυκλοφορήσουμε ολόκληρο άλμπουμ. Επιπλέον, η Πανδημία ήταν τόσο αναπάντεχη και εκτροχίασε τα πράγματα, επομένως δε θα μπορούσαμε να βγούμε σε περιοδεία και να παίξουμε, οπότε σκεφτήκαμε ότι αντί να βγάλουμε ένα άλμπουμ, το EP θα ήταν το καλύτερο δυνατό μέσο για να ικανοποιήσουμε το κοινό μας αυτά τα τέσσερα κομμάτια.

Σίγουρα είναι κρίμα που δεν σας δίνετε η ευκαιρία να παίξετε live  ωστόσο

Ξέρεις… όλη η υφήλιος το περνά, και παρόλο που τα πράγματα εδώ τείνουν να επανέλθουν πίσω σε φυσιολογικά επίπεδα, κάπου αλλού άνθρωποι υποφέρουν ακόμα. Είναι σαν τον καιρό κατά μία έννοια, σε μερικές χώρες το πολεμούν ακόμα. Ελπίζουμε ότι αυτό θα τελειώσει σύντομα, ώστε να μπορούμε να παίξουμε περισσότερο και να επισκεφτούμε τους φίλους μας σε όλο τον κόσμο.

Και ‘μεις μαζί σας!

Το EP σας κυκλοφόρησε για άλλη μια φορά από τη Metal Blade. Η σχέση σας με τον Brian (Slagel) ανάγεται στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όταν εκείνος ακόμη δούλευε στο Oz Records στο Λος Άντζελες, πολύ πριν ιδρύσει τη δική του δισκογραφική. Πες μας αν θες περισσότερα για τη σχέση σας με αυτόν τον άνθρωπο και πόσο σημαντικό είναι να συνεργάζεστε με κάποιον στα χέρια του οποίου ξέρετε ότι μπορείτε να εμπιστευτείτε τη μουσική σας.

Λοιπόν, ο  Brian και η Metal Blade είναι απίστευτοι! Ναι, τον γνωρίσαμε όταν ετοιμαζόμασταν να βγάλουμε το πρώτο μας άλμπουμ. Δούλευε στο Oz Records, όπως ανέφερες. Εμείς προωθούσαμε το υλικό μας, προσπαθώντας να το δώσουμε σε διάφορες δισκογραφικές εταιρείες και εκείνος μας έφερε σε επαφή με την εταιρεία που τελικά καταλήξαμε να κυκλοφορήσουμε το Frost and Fire. Πάντα έλεγε ότι το όνειρό του ήταν να ξεκινήσει τη δική του δισκογραφική εταιρεία, αυτός ήταν ο στόχος του. Όχι μόνο ο Brian, αλλά και όλοι όσοι εργάζονται στη Metal Blade στις Η.Π.Α. και στο εξωτερικό έχουν κάνει πραγματικά τεράστια δουλειά, προωθώντας τη μέταλ σκηνή σε όλο τον κόσμο, και είναι πραγματικά υπέροχο να δουλεύεις με αυτά τα παιδιά! Δεν είναι κρυφό, όλοι ξέρουν ότι πάντα ήμουν θυμωμένος με τις δισκογραφικές, αλλά δεν θα μπορούσα να είμαι περισσότερο  ικανοποιημένος, και από τότε που επανενωθήκαμε όλη η συνεργασία μας με την Metal Blade ήταν τόσο ευχάριστη. Πιστεύω ότι δεν θα μπορούσαμε να είμαστε σε καλύτερη εταιρεία. Μας καταλαβαίνουν πραγματικά, και μέχρι σήμερα νομίζω ότι είναι η κυρίαρχη δύναμη στην προώθηση του heavy metal σε όλο τον κόσμο.

Το εναρκτήριο κομμάτι του EP, «Route 666», στη συντομότερη έκδοσή του βρίσκεται στο «The Orange Album» και στο «Brutish Manchild», που εκτυπώθηκε για τη σειρά Flexi του περιοδικού Decibel τον Μάιο του 2020. Πες μας λίγα λόγια για τη διαδρομή της μπάντας τα πρώτα χρόνια …. Πόσο εύκολο ήταν το 1971 να χαράξει κανείς τη δική του πορεία στη μέταλ σκηνή;

Παλεύαμε όπως και όλοι οι άλλοι στη μουσική βιομηχανία, αλλά τότε ήμασταν πολύ νεότεροι. Ήταν 1976, οπότε ήμουν περίπου 19 ετών όταν τα τραγούδια μας είχαν αρχικά ηχογραφηθεί για το Orange Album. Δουλέψαμε πολύ πάνω στα κομμάτια μας για το νέο δίσκο, προσπαθήσαμε να τα κάνουμε πιο heavy κατά μία έννοια. Τότε, είχαμε τρομερή ενέργεια, μπορεί να μην είχαμε μόλις ξεκινήσει (αφού ήμασταν ήδη μαζί για μερικά χρόνια), αλλά προσπαθούσαμε να βρούμε το δικό μας στυλ και ήχο και νομίζω ότι σ’ αυτές τις επανεκδόσεις το πετύχαμε αυτό. Γνωρίζω ότι πολλοί ήθελαν να ακούσουν  τις original εκδόσεις και το κατανοώ, υπήρξαν  διαμαρτυρίες για το ότι δεν βγάζουμε παλιά κομμάτια, ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που υποστήριζαν πως ποτέ μην επανακυκλοφορείς κάτι που έχεις ήδη κάνει κ.λπ. Κυριολεκτικά προσπαθήσαμε να ευχαριστήσουμε τους θαυμαστές μας, αυτό! Τις περισσότερες φορές γράφαμε μουσική για τον εαυτό μας, και ελπίζαμε ότι θα άρεσε και στους άλλους, αν και  κύριος στόχος για εμάς ήταν να γράψουμε αυτή τη heavy μουσική που προσωπικά μας εξέφραζε. Δεν ακολουθούσαμε μοτίβα, ούτε προσπαθούσαμε να ταυτιστούμε με όσα συμβάδιζαν με τα musts αν θες της μουσικής βιομηχανίας. Προσπαθούσαμε πάντα να μείνουμε πιστοί στις ρίζες του heavy metal με τις οποίες μεγαλώσαμε και πάνω στις οποίες πορευτήκαμε. Έτσι, βγάζοντας αυτό το άλμπουμ ξεφύγαμε λιγάκι από αυτή μας την πορεία και προσπαθήσαμε να ικανοποιήσουμε περισσότερο τους θαυμαστές μας, κατά έναν τρόπο. Έχουμε κάνει όλα όσα θα θέλαμε καθόλη τη μουσική μας πορεία, οπότε θεωρήσαμε ότι ίσως μπορούμε να βγάλουμε κάτι διαφορετικό ανάμεσα σε δύο ολοκληρωμένα άλμπουμ, μόνο και μόνο για τη ευχαρίστηση των φαν, υποθέτω!

Αλλάξατε το όνομά σας από Titanic σε Cirith Ungol, υποθέτω ότι το δανειστήκατε από το Lord of the Rings του J.R.R. Tolkien … Πες μας πώς προέκυψαν αυτά τα δύο ονόματα για τη μπάντα, και ποιο ήταν το στοιχείο που σας μετέπεισε ώστε να καταλήξετε στο Cirith Ungol;

Rob: Ο Greg και εγώ ήμασταν σε προχωρημένη τάξη Αγγλικών στην 7η τάξη, ήμασταν περίπου 16 ετών εκείνη την εποχή. Μας ανατέθηκε να διαβάσουμε τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», το οποίο εκείνη την εποχή δεν ήταν το μαμούθ που είναι σήμερα. Ήταν μια μεγάλη επιρροή για εμάς και οδήγησε στην ανακάλυψη πολλών άλλων λογοτεχνικών έργων και έργων τέχνης «Sword and Sorcery» θεματικής. Πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι επειδή πήραμε το όνομά μας από τα βιβλία, επηρεαστήκαμε υπερβολικά από το «Lord of the Rings«, ή ότι δώσαμε βάση αποκλειστικά στη σειρά Elric παρουσιάζοντας την στα εξώφυλλα των άλμπουμ μας. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα απίστευτα έργα τέχνης μας επηρέασαν, αλλά δεν προορίζονταν ποτέ να γίνουν κάτι που θα μας ορίζει ως μπάντα ή θα καθόριζε τη μουσική μας! Ήταν απλώς εικόνες που αντανακλούσαν το μονοπάτι το οποίο διαβαίναμε.

Greg: Δεν θυμάμαι πώς βρήκαμε το όνομα «Titanic» για να είμαι ειλικρινής, αλλά σίγουρα θέλαμε το όνομα να σημαίνει «τεράστιο» ή «γιγάντιο» και όχι το πλοίο που βυθίστηκε αφού προσέκρουσε στο παγόβουνο χαχα. Φυσικά, όλοι έκαναν αστεία για το συγκρότημα που βυθίζεται σαν  το πλοίο!

Ο Rob και εγώ ήμασταν τεράστιοι οπαδοί του Tolkien, έτσι το νέο όνομα της μπάντας έπρεπε να είναι κάτι από το LOTR. Τα Minas Tirith, Uruk Hai και Barad Dur ήταν όλα στη λίστα των πιθανών ονομάτων. Φυσικά, οποιοδήποτε από αυτά τα ονόματα και να επιλέγαμε, θα ήταν η εμπορική μας καταδίκη. «Sarah Who;», «Τι σημαίνει αυτό;», Πώς γράφεται;»

Γνωρίζεις τον Greg (Lindstrom) από την ηλικία των 13 ετών. Όπως ήδη ανέφερες  ήταν ένα σχολικό μάθημα που σας οδήγησε να ασχοληθείτε με τη θεματολογία Lord of the Rings του Tolkien που διέπει τη μπάντα μέχρι σήμερα, όπως μπορούμε να δούμε και από τους στίχους του Shelobs Liar (όπου ο Sam και ο Frodo μάχονται με τη γιγαντιαία αράχνη);

Όταν ο Greg και εγώ συναντηθήκαμε για πρώτη φορά ήμασταν στο μάθημα των Αγγλικών όπως προείπα. Συνηθίζαμε να συναντιόμαστε κάθε μέρα πριν από το μάθημα και να μιλάμε για αυτοκίνητα, μουσική και άλλα τέτοια… Στην τάξη, μας ανατέθηκε να διαβάσουμε τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και αυτό μας ενέπνευσε. Δεν είχαμε ποτέ επαφή με αυτό το είδος λογοτεχνίας εκείνη την εποχή και αυτό μας ώθησε να αρχίσουμε να διαβάζουμε κι άλλα πράγματα όπως τον Elric του Michael Moorcock (που εμφανίζεται στα περισσότερα εξώφυλλα των δίσκων μας), όπως και πολύ … Conan! Ο μεγαλόσωμος μυώδης άντρας που φέρει σπαθί και πολεμά ένα μάτσο τέρατα, ενώ προσπαθεί να γίνει ήρωας πάντα με μία όμορφη γυναίκα στο πλάι του, ή μια ‘’βάρβαρη” που τον ακολουθούσε στις περιπέτειες του. Όταν ήμασταν νέοι, αυτό το είδος λογοτεχνίας μας επηρέασε. Πολλοί άνθρωποι λένε γιατί δεν γράψατε περισσότερα τραγούδια για το Lord of the rings ή τη σειρά του Moorcock; Όλα αυτά μας επηρέασαν ως μπάντα, αλλά ποτέ δεν θέλαμε να βασίσουμε ολόκληρη την ύπαρξή μας ή τα τραγούδια μας στη δουλειά άλλων. Έχουμε ήδη πάρει το όνομά μας – Cirith Ungol –από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, τα εξώφυλλα των δίσκων μας εμπνεύστηκαν από τον Elric, αλλά όταν μπήκαμε στο παιχνίδι θέλαμε να δημιουργήσουμε τη δική μας εικόνα και αυτά ήταν πράγματα που απλά μας ενέπνευσαν στην πορεία, δεν ήταν απαραίτητα κάτι πάνω στο οποίο θέλαμε να βασίσουμε ολόκληρη την καριέρα μας! Το Shelobs Liar είναι ένα κομμάτι το οποίο, από κοινού με τον όνομά μας- Cirith Ungol, προήλθε από τα βιβλία Lord of the Rings. Επίσης, στο Forever Black αποφασίσαμε να ξαναδούμε όλο αυτό το υλικό και ο Tim μου είπε: «Νομίζω ότι είναι καιρός να γράψω ένα τραγούδι για το Stormbringer, το ξίφος του Elric, γιατί είναι μια τεράστια επιρροή όχι μόνο για εμάς αλλά και για  πολλούς εκεί  έξω». Οι Deep Purple είχαν ένα άλμπουμ με το όνομα Stormbringer, οι Blue Oyster Cult επίσης έγραψαν ένα τραγούδι για το σπαθί του, και έτσι θεωρήσαμε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να συμπεριλάβουμε κάτι από τα παραπάνω σε ένα από τα άλμπουμ μας, υποδεικνύοντας τη σχέση μας με αυτήν τη σειρά βιβλίων.

Αν πάμε πίσω στο 1981, το Frost and Fire ηχογραφήθηκε και χρηματοδοτήθηκε από το ίδιο το συγκρότημα, σωστά; Ήταν ο δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα τότε, ή δυσκολευτήκατε  να φτάσετε μέχρι την κυκλοφορία του πρώτου σας full length;

Rob: Ήταν σίγουρα μια συναρπαστική στιγμή για το συγκρότημα, αλλά η καριέρα μας βασίστηκε σε αγώνα. Χρηματοδοτήσαμε μόνοι μας την ηχογράφηση του άλμπουμ και ο καλός φίλος Randy Jackson βοήθησε με το κόστος παραγωγής. Ασχοληθήκαμε με τα πάντα, από τα γραφικά που έκανα, μέχρι το prepress του άλμπουμ, και από τις εκτυπώσεις μέχρι το mastering. Θέλαμε το αποτέλεσμα να είναι εντυπωσιακό και να μας ανοίξει τις πόρτες. Υποθέτω ότι το έκανε, αλλά όχι τόσο σύντομα όσο θα θέλαμε!

Greg: Περισσότερο σαν «Edge of a Knife» θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την πορεία μας τότε! Δεν μπορούσαμε να σπαταλήσουμε χρήματα στο στούντιο, οπότε ηχογραφήσαμε τα πρώτα takes όλων των κομματιών του Frost & Fire στο σπίτι και έτσι αποφασίσαμε ποια  μέρη θέλαμε να μπουμ στο άλμπουμ και ποια όχι.

Το Frost and Fire ξεχειλίζει από την ακατέργαστη πηγή έμπνευσης των Cirith Ungol. Σ’ αυτό συναντάμε ψηλά φωνητικά, το αυθεντικό μουσικό σας στιλ και κομμάτια που αποπνέουν την πεμπτουσία του heavy/dark/epic στοιχείου. Πώς προέκυψαν οι συνθέσεις του Frost; Τι σας ενέπνευσε μουσικά τότε;

Rob: Εμπνεύστηκα από όλες τις metal και hard rock μπάντες που άκουγα μεγαλώνοντας. Ο Greg έγραψε όλα τα κομμάτια σ’ αυτό το πρώτο άλμπουμ, αλλά όλοι πρόσθεσαν το δικό τους λιθαράκι για να τα κάνουν ξεχωριστούς τους «Cirith Ungol«! Σκόπιμα εγκαταλείψαμε κάποια από τα πιο heavy μουσικά κομμάτια με την ελπίδα να βγάλουμε τραγούδια που θα λάμβαναν μεγαλύτερης ραδιοφωνικής αναγνωρισιμότητας. Καταλήξαμε να συμπεριλάβουμε πολύ λίγα, και έτσι κομμάτια όπως «Atom Smasher«, «Cirith Ungol«, «Finger of Scorn» κατέληξαν στο δεύτερο άλμπουμ μας «King of the Dead«, ενώ το «Death of the Sun» εμφανίστηκε στο επικό «Metal Massacre 1″ του Brian Slagel, το 1982.

Greg: Οι πρώιμοι Rush ήταν σίγουρα μια επιρροή, αλλά οι ρίζες μου πάνε ακόμη πιο πίσω στους Cream, Hendrix, Mountain, Sabbath, Captain Beyond, Uriah Heep, Lucifers Friend, Bang, Dust και δεκάδες ακόμη. Ο Rob και εγώ πηγαίναμε πάντα σε δισκάδικα καιψάχναμε για νέες heavy  μπάντες. Επίσης, επηρεάστηκα από hard rock της δεκαετίας των 70’s, όπως Starz, Riot, και Y&T. Μερικοί κριτικοί ανέφεραν ότι τα τραγούδια μας έχουν επιρροή NWOBHM, αλλά τo F & F γράφτηκε πολύ πριν κανείς από εμάς είχε ακούσει Iron Maiden, Saxon ή Diamond Head. Πάντα επιστρέφω στις αρχές της δεκαετίας του ’70!

Το F & F ξεκινάει επικά με το ομότιτλο κομμάτι, «Frost and Fire«. Μιλάμε πλέον για ένα κλασικό κομμάτι που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους heavy metal ύμνους της δεκαετίας του ‘80. Το πιο γνωστό βέβαια κομμάτι απ’ το οπλοστάσιο της μπάντας δεν είναι άλλο από το «Im Alive«, που εξιστορεί την πορεία ενός ήρωα που θριαμβεύει, επιβιώνοντας μίας μακράς και συντριπτικής πορείας ζωής, ακροβατώντας ανάμεσα στις παράδοξες δυνάμεις του σκότους και του φωτός αναζητώντας την κρυφή γνώση. Περιμένατε την επιτυχία των δύο αυτών κομματιών;

Rob: Νομίζω ότι είναι πολύ αντιπροσωπευτικά του συγκροτήματος, ειδικά εκείνης της εποχής, και έχουν αντέξει στο πέρασμα του χρόνου. Η σημασία τους τονίζεται από το γεγονός ότι εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε setlist του συγκροτήματος!

Greg: Είναι καταπληκτικό για μένα που οι άνθρωποι εξακολουθούν να ακούνε αυτά τα τραγούδια 40 χρόνια μετά! Θα έπρεπε να πω ότι το «I Alive» έχει τους καλύτερους στίχους που έχω γράψει. Πρέπει άλλωστε να είναι καλοί ώστε κάποιος να μπει στον κόπο να τους κάνει τατουάζ στο σώμα του! Όταν ακούει κανείς το «Frost and Fire» με αυτό το κιθαριστικό riff intro, καταλαβαίνει αμέσως ότι πρόκειται για κάτι διαφορετικό. Νομίζω ότι κολλάει στο κεφάλι σου, είτε σου αρέσει είτε όχι!

 Υπάρχουν πολλά κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του «What Does it Take» – αγαπημένο μου από το δίσκο -,  που κατά τη γνώμη μου τείνουν να είναι πιο instrumental … Όλα τα κομμάτια προορίζονταν να έχουν στίχους, ή ήταν απόφαση της τελευταίας στιγμής;

Greg: Συνήθως έχω τρία ή τέσσερα σύνολα στίχων που περιμένουν κάποια μουσική στην οποία να κουμπώσουν, αλλά στην περίπτωση του «What Does It Take» μιας και το ανέφερες, πράγματι η μουσική ήρθε πρώτη, μετά βρήκα τη μελωδική και τέλος ήρθαν οι στίχοι.

Επιστρέφοντας στο Half Past Human

Το συναίσθημα που παίρνει κανείς ακούγοντας και τα 4 κομμάτια του Half Past Human (που χρονολογούνται αρχικά πίσω στο 1975) είναι ξεκάθαρα αυτό της δεκαετίας των ’70s, δοσμένα ωστόσο με πιο σύγχρονο αν θες τρόπο, ακολουθώντας το ίδιο ακριβώς μοτίβο του «Forever Black«. Έχετε έναν πραγματικά αξιόλογο και μοναδικό ήχο! Τι καθορίζει για σας το underground  (τόσο ως ήχο και ως νοοτροπία) και πώς καταφέρατε να αποφύγετε τον κυκεώνα του εκσυγχρονισμού (με την άσχημη αν θες έννοια του κάνω κάτι γιατί τώρα αυτό πουλάει),  διατηρώντας όλα τα true και oldschool στοιχεία που σας διακρίνουν;

Rob: Αν αυτό αισθάνεσαι όταν ακούς το Half Past Human, τότε έχουμε πετύχει το σκοπό μας. Στόχος μας ήταν να αναβιώσουμε τέσσερα παλιά κομμάτια (κατόπιν λαϊκής απαίτησης) με μια δόση νοσταλγίας από το παρελθόν, με μία νέα πνοή και βαρύτητα μέσα απ’ όσα πρεσβεύουμε έως τώρα. Νομίζω ότι αυτό είναι που χαρακτηρίζει τους «Cirith Ungol«. Για εμάς, το νέο μας υλικό φαίνεται αρκετά σύγχρονο, αλλά δεν έχουμε απομακρυνθεί πολύ από την πορεία που ακολουθούμε τόσα χρόνια. Παίζουμε αυτό που θεωρούμε εμείς true metal.

Greg: Πιθανότατα θα δυσκολευόμουν να γράψω ένα «μοντέρνο» μέταλ κομμάτι, απλώς δεν είμαι συνηθισμένος σ’ αυτό! Θυμηθείτε ότι τα τέσσερα κομμάτια στο HPH γράφτηκαν όλα στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, πριν γράψουμε καν τα κομμάτια του F & F. Και για αυτήν την κυκλοφορία, εσκεμμένα δεν αλλάξαμε τη πεπατημένη ως προς τον τρόπο που τα προσεγγίσαμε τότε. Στο θέμα της παραγωγής ωστόσο υπάρχει μεγάλη βελτίωση σε σχέση με τα παλιά μας άλμπουμ. Ο Armand μας έδωσε έναν υπέροχο ήχο και σ’ αυτή μας τη δουλειά.

Συνεργαστήκατε για ακόμη μια φορά με τον Armand John Anthony (Night Demon / Bewitcher). Πώς γνωριστήκατε και πώς κύλησε έως τώρα αυτή η συνεργασία; Το Forever Black ηχογραφήθηκε σε στούντιό του. Πού ηχογραφήσατε τα κομμάτια του EP;

Είναι λυπηρό … Το αρχικό μας στούντιο εδώ στη Ventura Goldmine δεν είχε πλέον δουλειά και ο ιδιοκτήτης έπρεπε να μετακομίσει έξω από την πόλη, ενώ το ακίνητο ανατιμήθηκε και εν τέλη ήταν πολύ ακριβό για να το κρατήσει … υπάρχουν πολλοί άπληστοι άνθρωποι στον κόσμο που αναγκάζουν τα στούντιο ηχογράφησης να κλείνουν. Ο Armand είναι φίλος μας (παίζει επίσης στους Night Demon). Λόγω του Jarvis, παίξαμε πολλά live μαζί και γίναμε πολύ καλοί φίλοι. Λοιπόν, το στούντιό του είναι απίστευτο. Ξεκινήσαμε να ηχογραφούμε το υλικό μας εκεί και είμαστε πραγματικά ικανοποιημένοι μ’ αυτό. Είναι πολύ κοντά στη βάση μας, οπότε είναι εύκολο για μας να πηγαίνουμε εκεί και να ηχογραφούμε. Ο Armand έχει αναλάβει τις τελευταίες τρεις ή τέσσερις δουλειές  μας, τον νιώθουμε φίλο μας και πιστεύουμε ότι πλέον ξέρει ακριβώς τις ανάγκες και τα θέλω μας. Πάντα θα προτείνει ιδέες, προσπαθώντας να βελτιώσει τον ήχο που προσπαθούμε να πετύχουμε και είναι πραγματικά πολύ καλός σ’ αυτό. Είναι μια σχέση που άνθισε από τότε που ξεκίνησε και νομίζω ότι με κάθε δουλειά που κάνουμε μαζί, πλησιάζουμε περισσότερο στον ιδανικό για μας ήχο. Νομίζω ότι το ΕP βγήκε πολύ καλό. Θεωρώ ότι ο ήχος μας προχωρά και το συγκρότημα είναι πραγματικά ευχαριστημένο με το συνολικό αποτέλεσμα. Κάθε δουλειά που κάνουμε, προσπαθούμε να είναι καλύτερη από την προηγούμενη.

Μ’ ένα ακόμη εκπληκτικό εξώφυλλο του τρομερά ταλαντούχου Michael Wheelan, συνεχίζετε την παράδοση που σας θέλει να έχετε ως εξώφυλλο των δίσκων σας στοιχεία εμπνευσμένα από τη σειρά Elric. Αυτή τη φορά έχουμε τον Elric με το Stormbringer να σκαλίζει τη ψυχή από το μισό θηρίο /μισό άνθρωπο. Κατά τη γνώμη σου, ποια είναι η δύναμη που έχει το εξώφυλλο σε έναν δίσκο; Θέλω να πω … θεωρείς ότι έχει τόσο μεγάλη δύναμη που να ισοσταθμίζει ενίοτε τη μουσική που εμπεριέχεται σ’ αυτόν;

Νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία, πολλώ δε μάλλον δεδομένου ότι το βινύλιο επιστρέφει καθώς και τα 12ιντσα, καθιστώντας το εξώφυλλο ιδιαιτέρως σημαντικό. Αρχικά στα άλμπουμ έβλεπες το εξώφυλλο σαν έναν τεράστιο καμβά, κρατώντας στο χέρι σου το έργο τέχνης. Σταδιακά, περνώντας στα CD, το εξώφυλλο καταλάμβανε μικρότερο εύρος, ενώ εν τέλη κατέστη απλά μια εικόνα στον υπολογιστή ή στο smartphone. Νομίζω πάντως ότι είναι πολύ σημαντικό και ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αγόρασαν το άλμπουμ μας μόνο και μόνο επειδή είδαν το εξώφυλλο και εντυπωσιάστηκαν απ’ αυτό. Ο Michael Wheelan, είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος καλλιτέχνης, πλησιάζουν και τα γενέθλιά του, απλώς για να ξέρεις έχουμε την ίδια μέρα γενέθλια, στις 29 Ιουνίου, και νομίζω ότι ως καρκίνοι είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι άνθρωποι χαχα. Αξιοποιήσαμε τα έργα του, ξεκινώντας με το Stormbringer στο πρώτο μας άλμπουμ. Έχουμε μια πολύ καλή σχέση μαζί του, είμαστε φίλοι κατά βάση. Θα έλεγα το ίδιο που έχω πει και για τον Brian, ο Michael και ο Brian είναι δύο άτομα που παρόλο που είναι συνεργάτες μας και έχουμε επαγγελματική σχέση μαζί τους, μπορούμε να τους αποκαλούμε οικογένεια. Θεωρήσαμε ότι η σειρά Elric του Michael αποτύπωνε πραγματικά αυτό που θέλαμε να περάσουμε μουσικά ως συγκρότημα. Πριν ήταν εξώφυλλα βιβλίων, ήταν πίνακες του Michael Wheelan και στέκονταν από μόνα τους! Θα σου πω ένα αστείο  περιστατικό… Στη Γερμανία για ένα διάστημα νομίζω ότι σε ένα παιχνίδι στον υπολογιστή, είχαν μερικούς από τους πίνακες του Elric και για ορισμένους εξ αυτών είχαν άδεια ενώ για άλλους όχι! Επίσης, υπήρχε μία πιτσαρία κάπου στο Σιάτλ και χρησιμοποιούσαν ως logo τον Elric μια πίτσα στο χέρι του ως άλλο Stormbringer χαχα… Έτσι, πολλοί άνθρωποι έχουν δει τους πίνακες του, εννοώ πέρα ​​από το συγκρότημά μας, και το να μπορέσουμε να τους χρησιμοποιήσουμε ως εξώφυλλο του άλμπουμ, αυτό ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Εκείνη την εποχή φανταζόμασταν πως αν ποτέ γίνουμε διάσημοι θα μπορούσαμε να τα χρησιμοποιήσουμε όλα! Δεν ξέρω αν γίναμε διάσημοι, αλλά πλησιάζουμε να χρησιμοποιήσουμε σχεδόν κάθε έναν από τους πίνακες Elric, νομίζω ότι μένει ένας ακόμα αν δεν κάνω λάθος. Το να μπορούμε να τα μοιραστούμε με τον κόσμο, είναι τιμή για μας! Κάθε φορά που τα κοιτάζω, ενθουσιάζομαι. Το νέο άλμπουμ είναι ένα από τα πιο φωτεινά έργα του. Εδώ βλέπουμε το Stormbinger πάνω σ’ αυτό το θηρίο. Μπορείς να δεις την ψυχή του καθώς βγαίνει από το σώμα του γύρω από το Stormbringer ενώ πίσω του ρέει αυτό το πορτοκαλί σύννεφο, είναι απλά χαοτικό.

Πόσο δύσκολο ήταν να βρείτε πάλι τα πατήματά σας μετά την επανένωση (εννοώ ότι μιλάμε για ένα διάλειμμα 25 ετών); Εξακολουθούσε να καίει μέσα σας η φλόγα του μέταλ; Τι ήταν αυτό που σας έκανα να πάρετε αυτήν την απόφαση; Ο Jarvis και το Frost & Fire Festival στη Ventura, σίγουρα έβαλαν το λιθαράκι τους σ’ αυτό, σωστά;

Ναι, δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα επέκειτο επανένωση της μπάντας. Ξέρεις … ο Jarvis μας ικέτευε να είμαστε πάλι μαζί και να βγούμε να παίξουμε. Ο Oliver από το Keep It True στη Γερμανία μου έγραψε επίσης γράμματα το 2010 ή το 2011, ζητώντας μας να παίξουμε στο KIT και λέγαμε όχι όχι, δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Αλλά τότε ο Jarvis έκανε ένα φεστιβάλ εδώ, στην πατρίδα μας, το ονόμασε Frost and Fire. Εκεί συναντήσαμε πολλούς ανθρώπους από όλο τον κόσμο που μας εξέφραζαν την επιθυμία να δουν τη μπάντα πάλι μαζί πάνω στη σκηνή να παίζει. Ποτέ όμως δεν φανταστήκαμε ότι θα ήταν περισσότερες από μία ή δύο παραστάσεις. Ωστόσο, όταν τελικά αποφασίσαμε να το κάνουμε, δεδομένου ότι μεγαλώναμε, είπαμε ότι αν θέλουμε να το προσπαθήσουμε είναι τώρα ή ποτέ. Νομίζω ότι ήταν η σωστή απόφαση και σίγουρα περάσαμε υπέροχα. Θέλαμε σίγουρα να μοιραστούμε/δημιουργήσουμε και νέα μουσική! Κάποιοι μπορεί να σκέφτηκαν … αυτοί οι τύποι θα κάνουν μερικές παραστάσεις, όπως κάτι νοσταλγοί παλιοροκάδες και θα εξαφανιστούν χαχα! Αλλά νομίζω ότι κυκλοφορώντας το Witchs Game και το Forever Black, όλοι συνειδητοποίησαν ότι είχαμε ακόμα τη φωτιά μέσα μας. Είμαστε παλιές καραβάνες του heavy metal αυτή τη στιγμή, αλλά ο στόχος είναι να κυκλοφορήσουμε περισσότερο υλικό. Με ρώτησες όμως και κάτι ακόμη, πόσο δύσκολο ήταν… νομίζω ότι ήταν πιο εύκολο να επιστρέψουμε απ’ αυτό το διάλειμμα, παρά να ανασυνταχθούμε και να ξεπεράσουμε τα της  Πανδημία. Το heavy metal έχει μπει στην αναμονή τουλάχιστον εδώ και ενάμιση χρόνο… και είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό!

Μιας και ανέφερες το Witchs Game… Πώς σας φάνηκε η  συμμετοχή σας στο Planet of Doom project, συνεισφέροντας σε ένα soundtrack της επικείμενης κινηματογραφικής ταινίας, με το single «Witchs Game«; Μιλάμε για μια ταινία μεγάλου μήκους κινουμένων σχεδίων στην οποία ο ήρωας, ο Χαλβαρ ο γενναίος, επιδιώκει εκδίκηση με έναν μάγο, ταξιδεύοντας σε ένα ψυχεδελικό τοπίο σε μια προσπάθεια να νικήσει το θανάσιμο θηρίο Μόρντεβελ σε εκδίκηση για τη δολοφονία της αγαπημένης του γυναίκας.

Ήταν συναρπαστικό… Νομίζω ότι ο Tim είδε κάποια βίντεο στο διαδίκτυο και αμέσως μας ήρθε στο μυαλό το κομμάτι μας με τίτλο Doom Planet και βλέποντας τον τίτλο της ταινίας (Planet of Doomed) σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ωραίο να συμμετάσχουμε σε όλο αυτό. Έτσι ο Jarvis ήρθε σε επαφή με τους παραγωγούς, με τους οποίους καταλήξαμε να είμαστε καλοί φίλοι, ενώ αποδείχθηκε ότι ήταν και φαν του συγκροτήματος. Η αρχική ιδέα ήταν να γράψουμε ένα τραγούδι που θα έμπαινε στους τίτλους τέλους της ταινίας. Κάθε κεφάλαιο αυτής συνδυάζει διαφορετικούς καλλιτέχνες με διαφορετικές μπάντες. Η λίστα των συμμετεχόντων είχε ήδη γεμίσει, επομένως και μόνο η συμμετοχή μας στους τίτλους τέλους θα ήταν χαρά μας… Τότε, ένα από τα συγκροτήματα αποσύρθηκε και έτσι πήραμε τη θέση του. Γράψαμε επομένως ένα κομμάτι για ένα μέρος της ταινίας. Ήταν αρκετά δύσκολο ωστόσο  γιατί υπήρχε περιορισμένος χρόνος και η ιστορία άλλαζε σε διάφορα σημεία της. Γι’ αυτό το Witchs Game ξεκινά αρκετά πιο heavy, στη συνέχεια επιβραδύνει, μετά επιταχύνει και τέλος επιβραδύνει ξανά, έπρεπε ουσιαστικά να ακολουθήσει την πλοκή της ταινίας. Ο Tim συνεργάστηκε με τους παραγωγούς και τους συγγραφείς της ταινίας για να διαμορφώσει τους στίχους γύρω από το σενάριο έτσι ώστε να ταιριάζουν με αυτό που συμβαίνει στις σκηνές της ταινίας και νομίζω ότι βγήκε πολύ καλό. Χρειάστηκε λίγος χρόνος για να ολοκληρωθεί η ταινία και εξακολουθούν να εργάζονται πάνω σ’ αυτήν καθώς μιλάμε. Είναι δύσκολο να ολοκληρώσεις ένα τέτοιο project, πρέπει να έχεις τα χρήματα, το ανθρώπινο δυναμικό, και την κατάλληλη τεχνογνωσία. Υπάρχουν μερικά κλιπ στο διαδίκτυο και στα Instagram/Facebook/YouTube και από όσα έχω δει μέχρι τώρα, είμαι ενθουσιασμένος που θα είμαστε μέρος αυτής, ανυπομονώ να βγει! Νομίζω ότι αυτό θα είναι κάτι για το οποίο ο κόσμος θα μας θυμάται. Εννοώ ότι σε πενήντα χρόνια από τώρα οι νέοι άνθρωποι μπορεί να μην γνωρίζουν το συγκρότημα, αλλά ίσως εάν το Netflix μελλοντικά δείχνει το Planet of Doomed, τότε θα  έχουν τη δυνατότητα να ακούσουν  το κομμάτι μας.

Περιέγραψέ μας πώς ρέει σήμερα η διαδικασία σύνθεσης των κομματιών για τους Cirith εν έτη 2021, σε αντίθεση με τη δεκαετία του ’80, όπου απλά μαζευόσασταν στο σπίτι των γονιών σου και προβάρατε;

Ξέρεις… ακόμη το κάνουμε με τον ίδιο τρόπο. Είναι δύσκολο να υποδείξεις στους γερόλυκους τι να κάνουν, έτσι και με μας, κάνουμε τα πάντα με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει. Μερικοί λένε ότι ακουγόμαστε σαν να βγήκαμε από το χρονοντούλαπο ή ότι αυτό το άλμπουμ είναι σαν τον διάδοχο του Paradise Lost… Νομίζω ότι ο λόγος που δεχόμαστε και τέτοιες κριτικές είναι ότι γράφουμε και ηχογραφούμε ακόμα με τον ίδιο τρόπο. Έχουμε τις ιδέες και μια σειρά στίχων με τους οποίους δουλεύουμε. Μαζευόμαστε και ξεκινάμε με τα riff. Αφού φροντίσουμε να είναι σε ένα καλό επίπεδο, δουλεύουμε πάνω σε αυτά από δύο εβδομάδες έως έξι μήνες… Μετά ηχογραφούμε ένα demo στο μυστικό μας χώρο. Ωστόσο, η τεχνολογία έχει εξελιχθεί, οπότε πλησιάζουμε θεωρώ την ποιότητα του θα θέλαμε να έχει το τελικό αποτέλεσμα. Στη συνέχεια ακούμε το demo και φροντίζουμε να είμαστε ικανοποιημένοι με αυτό. Μερικές φορές κρατάμε δύο με τρεις takes και προσπαθούμε πάντα να εξελισσόμαστε… ξέρεις … να βγάλουμε ένα καλύτερο σόλο … διαφορετικά φωνητικά κλπ. Στη συνέχεια μπαίνουμε στο στούντιο έχοντας κάτι έτοιμο, οπότε δεν είναι τόσο ψυχρό… Έχω διαβάσει ιστορίες από το μπάντες στα 70s, οι οποίες μπαίνοντας στο στούντιο ηχογραφούν το άλμπουμ μέσα σε τρεις ή τέσσερις μέρες, ξεκινώντας απ’ το μηδέν. Η διαδικασία για εμάς μπορεί να διαρκεί περισσότερο, αλλά το παίρνουμε πολύ σοβαρά και στόχος μας είναι πάντα να παίξουμε την πιο heavy μουσική που μπορούμε. Είμαστε πολύ επικριτικοί απέναντι στη δουλειά μας, οπότε αξιολογούμε συνεχώς το κάθε τι, ελπίζοντας ότι όταν βγει το άλμπουμ να είναι εμφανές ότι έχουμε δώσει όλο μας το είναι γι’ αυτό. Θέλουμε πάντα να αντικατοπτρίζουν τα πιο σκοτεινά ουρλιαχτά μας χαχα.

Στο μακρύ μονοπάτι σας όλα αυτά τα χρόνια έχετε παίξει με τεράστια ονόματα, όπως οι Lucifers Friend. Ποιες είναι οι μπάντες με τις οποίες θα θέλατε να μοιραστείτε τη σκηνή και δεν το έχετε καταφέρει ακόμη;

Ναι, είναι αρκετές! Δυστυχώς, πολλά από τα μέλη αυτών έχουν αποβιώσει. Ανέφερες τους Lucifer’s Friend, παίξαμε μαζί τους, και ήταν η απόλυτη εμπειρία!! ξέρεις… είναι κι αυτό … δεν είμαστε ροκ σταρ, είμαστε πρώτα απ’ όλα φαν! Επομένως, θυμάμαι ήμουν  κάτω από τη σκηνή μέσα στο πλήθος όταν έπαιζαν και παρακολουθούσα δακρυσμένος. Τους άκουγα όταν ήμουν στο λύκειο, όταν ηχογραφούσαμε το Orange Album! Παίζοντας στην ίδια σκηνή με μια μπάντα αυτού του βεληνεκούς ήταν ονειρικό. Αυτό που ήταν ακόμα πιο εκπληκτικό ήταν ότι έδωσα στον John Lawton τον αριθμό μου και του είπα να μου στείλει ένα email ή κάτι τέτοιο … νομίζω μου έστειλε ένα την περίοδο των Χριστουγέννων στο οποίο ρωτούσε πώς τα πάω κλπ. Ήταν σαν να μου έστειλε κάρτα γενεθλίων ο Tony Iommi χαχα. Ήταν πράγματι εκπληκτική εμπειρία! Υπάρχουν ακόμα μπάντες με τις οποίες ανυπομονούμε να παίξουμε όταν μας δοθεί η ευκαιρία. Παίξαμε με τους Loudness εδώ στην περιοχή μας, πριν πολύ καιρό, πιθανότατα στη δεκαετία των 80s, και έτσι το να παίζαμε μαζί τους ξανά θα ήταν εντελώς διαφορετικό! Υπάρχουν φυσικά και οι μεγάλες μπάντες, όπως οι Judas Priest! Αυτό θα ήταν το απόλυτο όνειρο, αλλά δεν είμαι σίγουρος αν θα είμαστε ποτέ σε θέση να το κάνουμε. Είμαστε εδώ, είμαστε ενεργοί, και νομίζω ότι όσο περισσότερο δουλεύουμε μαζί και βγάζουμε νέο υλικό που χρήζει αποδοχής από το κοινό μας, τόσο πιο εύκολο θα είναι για μας να παίξουμε σε μεγαλύτερους χώρους. Αυτός είναι ο στόχος μας να παίξουμε σε μερικά από αυτά τα μεγάλα φεστιβάλ, γιατί έτσι θα μας προσεγγίζαμε περισσότερα άτομα. Προσωπικά, λατρεύω τα υπαίθρια φεστιβάλ, γιατί πραγματικά μπορείς να τερματίσεις την ένταση και μου αρέσει να ακούω τα ντραμς μου να σκίζουν τους ουρανούς. Είναι κι αυτός ένας από τους βασικούς λόγους που είμαι σε μπάντα για να είμαι ειλικρινής χαχα.

Το χαρακτηριστικό σου drumming διακατέχει και αυτό το EP. Πότε ξεκίνησες να ανακαλύπτεις τον κόσμο των ντραμς; Ποιο είναι το μουσικό σου υπόβαθρο;

Είμαι αυτοδίδακτος ντράμερ και προσπάθησα σταδιακά να βελτιώσω την τεχνική μου μέσω μαθημάτων. Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτό με βοήθησε ωστόσο! Το στυλ μου είναι αρκετά ιδιαίτερο, και παρόλο που πολλοί δεν το εκτιμούν, ούτε καταλαβαίνουν τι ακριβώς κάνω, είμαι περήφανος για τη δουλειά μου και θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο καλλιτέχνη παρά μουσικό. Τα τύμπανα έρχονται να ταράξουν τους συνήθεις ρυθμούς των πρωτόγονων, ενώ κυριαρχούν από τότε που στο Brutish Manchild πήρα ένα ραβδί και έπαιζε πάνω σε ένα ημερολόγιο.

Η πανδημία σας έδωσε το χρόνο που θέλατε για να επικεντρωθείτε σε νέο υλικό; Να περιμένουμε ένα ακόμη full length;

Ναι δουλεύουμε πάνω σε νέο άλμπουμ. Δεν νομίζω ότι είναι μυστικό. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει ωστόσο βιασύνη, άλλωστε τώρα ετοιμαζόμαστε για κάποιες εμφανίσεις και το set μας κυμαίνεται μεταξύ μιας και μιάμισης ώρας, ενώ προσπαθούμε να μειώσουμε τα κομμάτια στη μία ώρα. Ανατρέχουμε όλο το υλικό μας και το αστείο είναι ότι αν βγάλουμε περισσότερα άλμπουμ, δεν θα μπορέσουμε να παίξουμε κανένα από τα νέα μας κομμάτια. Είναι ευλογία που έχουμε τόσο δυνατό υλικό σε τόσα πολλά άλμπουμ, οπότε προσπαθούμε να διαλέξουμε και να επιλέξουμε τι πρέπει να κόψουμε από το σετ μας. Είναι σαν ο βασιλιάς Σολομώντας να κόβει το μωρό στα δύο. Να κρατήσουμε το Master of the Pit ή το King of the Dead; Ελπίζουμε ότι κάποιοι άνθρωποι θέλουν να ακούσουν και ορισμένα κομμάτια από το νέο μας υλικό! Ελπίζουμε ότι το Forever Black είναι τόσο δυνατό που οι φαν θα θέλουν να το ακούσουν live. Ανέφερες πριν το Witchs Game, αυτό είναι ένα καταπληκτικό κομμάτι και νομίζω ότι το να παίζεις μπροστά σε κοινό που δεν το έχει ξανακούσει ποτέ, θα σήμαινε κάτι! Είδα τους Black Sabbath όταν έβγαλαν το Vol. 4 και άρχισαν να παίζουν το Snowblind… έπαιξαν ολόκληρο το άλμπουμ από την αρχή έως το τέλος… Αν είσαι μανιακός heavy metal φαν, ακούγοντας αυτά τα έπη για πρώτη φορά live έχει μεγάλο αντίκτυπο σε σένα! Σε μας σίγουρα είχε! Αυτός είναι ο στόχος μας, να έχουμε στο setlist κομμάτια από το Forever Black. Πίσω στην ερώτησή σου όμως, πάμε για έναν ακόμη δίσκο, ναι. Ιδανικά θα θέλαμε να βγάλουμε δέκα ακόμη, αλλά και πάλι αν γινόταν αυτό, τι θα πρωτοπαίζαμε στη σκηνή;

Πολλές εμφανίσεις, συμπεριλαμβανομένων των δικών σας, έχουν ακυρωθεί ή/και επαναπρογραμματιστεί λόγω Covid. Υπάρχουν άμεσα σχέδια για live εμφανίσεις της μπάντας; Ή εστιάζετε απευθείας στο 2022;

Θα κάνουμε ορισμένα live εδώ στις ΗΠΑ, γιατί για Ευρώπη ακόμη υπάρχουν ταξιδιωτικοί περιορισμοί. Δεν θέλω να αναφέρω συγκεκριμένες ημερομηνίες, επειδή αυτό που συνέβη τον τελευταίο ενάμισι χρόνο είναι ότι ανακοινώναμε συναυλίες, ο κόσμος πήρε εισιτήρια και στη συνέχεια αυτές ακυρώθηκαν. Όσες ημερομηνίες έχουν ήδη ανακοινωθεί επίσημα βρίσκονται στον λογαριασμό μας στο Facebook και στο Instagram. Έχουμε επίσης κλείσει κάποιες εμφανίσεις για το ερχόμενο έτος και ελπίζω να επιστρέψουμε και στην Ελλάδα, είναι μέσα στα σχέδιά μας, αλλά φέτος πρέπει πραγματικά να δουλέψουμε περισσότερο πάνω στο νέο μας υλικό και να κάνουμε τα ήδη προγραμματισμένα live στην Αμερική.

Ο λόγος σε σένα…

Σ’ ευχαριστώ Πένυ, και όλους στο Metal Invader, που μας υποστηρίζετε τόσο καιρό. Έχουμε πολλούς και καλούς φίλους στην Ελλάδα. Ανυπομονούμε να επιστρέψουμε! Ελπίζω να προμηθευτείτε το νέο μας EP, Half Past Human και το Forever Black, αν δεν το έχετε ήδη. Προσπαθούμε για το καλύτερο δυνατό, θέλουμε επιτέλους να βγούμε να παίξουμε. Θα ήθελα να πω σε όλους τους φαν ότι τους ευχαριστούμε για την υποστήριξη όλα αυτά τα χρόνια! Έχουμε ακόμη να δώσουμε πολλά,  σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι άσσοι κρυμμένοι στο μανίκι μας.

“The frost preserves and the fire destroy us like pouring rain on the sands of time.”