«No Christ…no cross
No pain….no loss
No wanton guilt for us to bear
No body…no blood
No crown…no thorns
No bastard son, no chosen one

I count the days
When the oppressed are released
The ending of his reign
No Jesus, No Beast…»

Υπάρχει ένα ανέκδοτο που θέλει τον παράδεισο να είναι ένα μέρος στο οποίο οι Γάλλοι είναι μάγειρες, οι Βρετανοί αστυνομικοί, και οι Ιταλοί είναι εραστές. Στο ίδιο μοτίβο, η κόλαση είναι το μέρος όπου οι Βρετανοί είναι μάγειρες, Γερμανοί είναι αστυνομικοί, και οι Γάλλοι είναι εραστές… πριν αναπροσαρμόσω το παραπάνω στη μεταλ εκδοχή του, επιτρέψτε μου να πω ότι στον παράδεισο δε χωρούν αστυνομικοί. Ο μέταλ παράδεισος αλλά και η μέταλ κόλαση είναι το ίδιο μέρος όπου οι Γερμανοί παίζουν thrash, οι Αμερικάνοι παίζουν death και οι Βρετανοί κλασσικό heavy. Αλλά ποιος μπορεί να κατηγορήσει οποιονδήποτε που θα μιλούσε για  τους Νορβηγούς ή τους Έλληνες και το ανίερο black metal τους; Οπότε πιθανώς δεν κατάφερα να δώσω τη σωστή εισαγωγή στην κριτική μου, καθώς τα αστεία και οι αλληγορίες δεν είναι τελικά τα δυνατά μου χαρτιά. Ας αποφύγουμε λοιπόν τα κλισέ που μιλούν για “MONO TAMPA DEATH METAL”  και ας μιλήσουμε για το NY death metal (πατρίδα των Suffocation, Skinless, Winter, Mortician, Brutal Truth, Malignacy μεταξύ άλλων) … και μία από τις καλύτερες στιγμές των πρωτοπόρων της σκηνής αυτής, των Immolation και το “Failures For Gods’’ .

Το LP κυκλοφόρησε από τη  Metal Blade στις 17 Απριλίου 1999 και ήταν το τρίτο στούντιο άλμπουμ της μπάντας. Πριν από 22 χρόνια οι Immolation χαρακτηρίστηκαν πρωτοπόροι του είδους και όλοι φαίνεται να περίμεναν τον διάδοχο του, Hear In After του 1996. Ο δίσκος έχει έναν μοναδικό ήχο που βασίζεται στην παράξενη προσωπική US Death Metal φόρμουλα των Immolation. Βασισμένο στις γρήγορες κιθάρες του Bob Vigna με εναλλαγές στο ρυθμό, δίνει μικρά διαλείμματα στον ακροατή, ενώ ακόμη και στο ομώνυμο κομμάτι του δίσκου τα καθαρά της κιθάρας αποκαλύπτουν τις δεξιότητες του Αμερικανού ως κιθαρίστα και ως συνθέτη. Το σύνολο του δίσκου διακατέχεται από πληθώρα πολύπλοκων μοτίβων, συνδυάζοντας αρμονίες και μελωδίες σαν κάθε τραγούδι να ακολουθείται από ένα δευτερεύον που ξεδιπλώνεται παράλληλα μουσικά.

Τα riffs πάνω στα riffs αρχέτυπο είναι κοφτά και απόκοσμα από τη φύση τους χωρίς υπερβολική χρήση παραμόρφωσης. Επιπλέον, αυτή τη φορά νομίζω ότι ο ήχος στις κιθάρες είναι βαρύτερος από τις προηγούμενες προσπάθειές τους, καθώς ο τόνος είναι πιο παχύς και αλλοιώνει τη συντηρητική διαδικασία σύνθεσης χρησιμοποιώντας συχνά χτυπήματα με τα δάκτυλα πάνω από πολλές χορδές για να παράγει ήχο παρά το γρήγορο παίξιμο με τρέμολο ή την χρήση βιμπράτο. Ταυτόχρονα, οι «υπο-μελωδίες» λειτουργούν ως εργαλείο για τη δημιουργία διαδρόμων/μουσικών μονοπατιών προς όλες τις ιδέες και τις ανατροπές για να ταιριάζουν σε κάθε τραγούδι. Από τεχνικής άποψης, το άλμπουμ είναι σχεδόν τέλειο. Η παραγωγή είναι βέβαια θολή/ σκοτεινή (προσωπικά, πιστεύω ότι πραγματικά εξυπηρετεί τον σκοπό του άλμπουμ και το όραμα του Dolan), αλλά ευτυχώς όλα τα όργανα ακούγονται παρά το διπλό μπάσο που είναι αρκετά θορυβώδες, ενώ τα επαναλαμβανόμενα ρυθμικά μέρη ταιριάζουν γάντι με τα χαμηλά, στα όρια της ομιλίας γρυλίσματα από τον Dolan. Λάβετε υπόψη ότι ο Dolan δεν φωνάζει, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιεί ψηλές για να ακούγεται κακός. Τα βαθιά φωνητικά του είναι μνημειώδη και καθώς είναι ο κύριος στιχουργός και συνθέτης ξέρει καλά πότε και πού να δώσει έμφαση τονικά. Οι στίχοι είναι γραμμένοι με περίπλοκο τρόπο και όχι κατά το γνωστό πνεύμα «Γαμημένε Θεέ», σαν κάποιος μορφωμένος άθεος θα προσπαθούσε να αναλύσει  γιατί τρέφει τόσο μίσος ενάντια στη θρησκεία.

Υπάρχει επίσης μια αλλαγή στη σύνθεση της μπάντας. Ο Alex Hernández αντικατέστησε τον Craig Smilowski στα τύμπανα. Καθαρός και φυσικός ήχος στα ντραμς, καθόλου πειραγμένος και 100% αναλογικός. Φυσικά, τα αδυσώπητα και επιθετικά χτυπήματα είναι παρόντα για άλλη μια φορά.

Όλα τα τραγούδια είναι προσεκτικά μελετημένα και τέλεια εκτελεσμένα καθώς οι ρυθμοί εναλλάσσονται, ενώ υπάρχει αυξομείωση στην ένταση, και τα riffs είναι πάντα σε πρώτο πλάνο, ενώ τα σόλο είναι heavy αλλά και πιασάρικα. Ταυτόχρονα, τα 8 κομμάτια του άλμπουμ διαρκούν από τέσσερα έως έξι λεπτά, οπότε ο ακροατής παρόλο που παίρνει πολλές πληροφορίες δεν προλαβαίνει να βαρεθεί ή να κουραστεί.

Αλλά πώς μπορεί ένας οπαδός του death metal να βαρεθεί ή να κουραστεί ακούγοντας τραγούδια όπως «No Jesus, No Beast», «Unsaved», «Your Angel Died», «Once Ordained», «God Made Filth» ή το ομότιτλο …;;;

Must have για όλους τους οπαδούς του ακραίου ήχου, ειδικά τους deathsters…