Έτος 1993: με βάση μια ηφαιστειακή επιφάνεια που θεωρείται ως πύλη της κολάσεως και φέρει το όνομα “dimmuborgir”, ή αλλιώς “σκοτεινά κάστρα” στη γλώσσα των Ισλανδών, οι Stian Thoresen και Sven Kopperud δημιουργούν μια μπάντα καταλύτη στο black metal εκείνης της εποχής. Το όνομα αυτής, Dimmu Borgir. Η μουσική τους, δεν αναπτυσσόταν στο αρχέτυπο της τότε black metal κοπής, αλλά έφερε ψήγματα από άλλα, περιπλοκότερα είδη και μπάντες που δεν γνώριζαν (τουλάχιστον έως τότε) λαμπρή πορεία στον μεταλλικό χώρο. Κάποιες από αυτές είναι οι Stormlord από την Ιταλία, οι Cradle of Filth από την Αγγλία και οι συντοπίτες τους, oι Νορβηγοί Carpathian Forest. Οι Dimmu Borgir, εν γένει, προσέλκυσαν μεγαλύτερο αριθμό οπαδών στον black metal χώρο, ήδη από τις λυκαυγές της καριέρας τους.

Παρότι ο πρώτος τους δίσκος, τον οποίο ετοίμαζαν για το 1994 με τίτλο “Tusen Vinters…” είχε ηχογραφηθεί, δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Έτσι, ως πρώτη τους κυκλοφορία, θεωρείται το ΕΡ “ Inn i evighetens mørke”, το οποίο θεωρήθηκε “απαίσιο και τίποτα το σπουδαίο”, από τους οπαδούς της εποχής. Το ταμπού αυτό, έρχεται να σπάσει επιτέλους το επίσημο ντεμπούτο της μπάντας το 1995, το “For All Tid”. H No Colours Records, παραδίδει ένα αποτέλεσμα, το οποίο χώλαινε για την νορβηγική black metal σκηνή. Όχι από άποψη ερμηνείας, αλλά μίξης. Τα εφε και τα πλήκτρα που το έντυσαν, τρόπο τινά το χάλασαν. Έχοντας συνηθίσει σε ωμές, στυφές, αιματοβαμμένες κυκλοφορίες, το “For All Tid” έφερε μια ιδιόρρυθμη ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα να γίνουν οι Dimmu αντικείμενο αμφιλεγόμενο. Μην ξεχνάμε, πως μιλάμε για την χρονιά που κυκλοφόρησε το “Storm of The Light’s Bane” των Dissection, το “Wolfheart” των Moonspell και το “Panzerfaust” των Darkthtrone. Όπως και να’χει ο πήχης δεν πήγαινε πιο ψηλά.

Η ρεβάνς έρχεται όμως, και πονάει πολλούς που βιάστηκαν να βγάλουν συμπεράσματα. Η Cacophonous Records, μαζί με τους Dimmu Borgir, μας παρουσιάζουν το “Stormblåst”. Είναι ο πρώτος δίσκος που αναλαμβάνει τα ηνία ο Shagrath και ο τελευταίος της μπάντας στην νορβηγική γλώσσα. Περισσότερα πλήκτρα, περισσότερη ατμόσφαιρα, περισσότερη μεγαλειότητα. Για πολλούς, το peak της μπάντας. Ο δίσκος που ορίζει την καλή εποχή τους. Τα πλήκτρα αυτή τη φορά παίρνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, και δεν “στηρίζουν” απλώς τη σύνθεση από πίσω. Περισσότερο βαρύ, αργό και παγωμένο. Χωρίς να φέρει τρομερές διαφορές από το πρώτο, απλώς το “Stormblast” είναι ένα βήμα παραπέρα, με αποτέλεσμα οι οπαδοί της μπάντας να ανεβάζουν τα στάνταρ τους για το τι θα πρέπει να περιμένουν από την μπάντα. Πάντα το κάτι παραπάνω.

Ένας από τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας γενικότερα, έρχεται το 1997. Το “Εnthrone Darkness Triumphant”. Ακόμα και σήμερα, βρίσκεται σε σκληρή κονταρομαχία με το “Moon In The Scorpio” των Limbonic Art, το “Dusk…and her Embrace” των Cradle οf Filth, όπως επίσης και με το “Cainian Chronicles” των Ancient. Mαγευτικό, ρομαντικό, συγκινητικό, grande με όλη την σημασία της λέξης. Δεν έχει ούτε μια μικρή αδύναμη στιγμή. Είναι ο πρώτος δίσκος του συγκροτήματος με τη Nuclear Blast, βήμα που προοικονομεί τρανταχτά πράγματα για το μέλλον των Dimmu Borgir. Για άλλη μια φορά τα πλήκτρα στο επίκεντρο. Arpeggios, μελωδίες, solo, τα πάντα. Με αυτό το δίσκο, οι Νορβηγοί σπάνε το κατεστημένο του στερεοτυπικού, ίσως και “βαρετού” black metal της εποχής, που για πολλούς ακούγονταν μόνο ως ένα riff. Συνώνυμο της μαγείας, χωρίς να χωρά αμφισβήτηση.

Μετά την κυκλοφορία του “Godless Savage Garden” EP, έρχεται τον Μάρτιο του 1999 το “Spiritual Black Dimensions”. Ή αλλιώς, εδώ που η λεγεώνα που έχτισαν στα μέσα της δεκαετίας του 90, να σβήνει, γράφοντας το κύκνειο άσμα της. Ας είμαστε όμως λίγο ρεαλιστές. Οι Dimmu Borgir είναι εκεί που είναι έως και σήμερα για κάποιο λόγο. Βαρετό; Ίσως. Επαναλαμβανόμενο; Μπορεί. Σε καμία περίπτωση όμως κακό. Σκοτεινό, βαρύγδουπο και γρήγορο με την προσθήκη καθαρών φωνητικών του Vortex και με το εξώφυλλό του να συγκαταλέγεται σύμφωνα με το περιοδικό “Blender”, στα 10 καλύτερα heavy metal εξώφυλλα όλων των εποχών. Να σημειωθεί επίσης, πως το αρχικό σχέδιο ήταν τα καθαρά φωνητικά να ερμηνεύσει στον δίσκο ο Carl McCoy των Fields of The Nephilim.

Η “μοντέρνα” εποχή των Dimmu Borgir έχει ήδη ξεκινήσει και στις 20 Μαρτίου του 2001 κυκλοφορεί το “Puritanical Euphoric Misanthropia”, ενώ η μπάντα είναι σχεδόν ένα dream team – Shagrath, Silenoz, Nicholas Barker στα τύμπανα, Vortex στο μπάσο και Galder στην κιθάρα. Οι δε ορχήστρες, αυτή τη φορά προέρχονται από κανονική ηχογράφηση της Gothenburg Opera Orchestra και όχι πλήκτρα. O δίσκος γνώρισε επιτυχία, ανεβάζοντας στα Ευρωπαϊκά charts τους Dimmu Borgir μετά από μια πενταετία. Ο Barker απογειώνει το δίσκο με τα drum parts του, ενώ το όλο σύνολο αποδεικνύει ότι μια black metal μπάντα μπορεί να γνωρίσει mainstream επιτυχία χωρίς να κολλήσει στον στερεοτυπικό ήχο της σκηνής.

Το επιτυχημένο σερι συνεχίζεται το 2003 με το “Death Cult Armageddon”. H τέλεια ανωμαλία περι συνομωσιών για την Μέρα της Αποκάλυψης. Ο δίσκος που ορίζει τη νέα εποχή τους. Το απόλυτο σύμπλεγμα των μαύρων συμφωνιών στο όνομα του Σατανά, της εσχατολογίας, του μισανθρωπισμού με τα διάφορα ηχητικά πειράματα που επιδιώκουν ενίοτε. Το λες και compilation με hits. “Allegiance”, “Progenies of The Great Apockalypse”, “Blood Hunger Doctrine”, “Unorthodox Manifesto”, μεταξύ άλλων. Μπορεί να γνώρισε την απόρριψη από τους οπαδούς της black metal σκηνής, δεν γίνεται όμως να μην συγκαταλεχθεί ανάμεσα στα πιο επικά symphonic metal άλμπουμ του 21ου αιώνα. To δε βίντεο του “Progenies Of the Great Apockalypse”, στα πιο αγαπημένα, για ευνόητους λόγους. Yπό την αιγίδα της συμφωνικής ορχήστρας της Πράγας.

Με την προσθήκη του Hellhammer (Mayhem, Arcturus) στους Dimmu Borgir, ελίσσεται μια ιστορία πίσω από το τότε νέο τους πόνημα, Ιn Sorte Diaboli (2007). Ένας ιερέας, αρχίζοντας να αμφισβητεί την πίστη του, τάσσεται υπέρ του Αντίχριστου. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει με το δίσκο, δίνοντας στοιχεία οτι θα συνεχιστεί. Τα Blabbermouth, Metal Hammer και Kerrang!, τίμησαν τον δίσκο, απονέμοντας του τον τίτλο του καλύτερου δίσκου της χρονιάς. Για άλλους, χώλαινε λόγω concept και παραγωγής. Για το δε LA Weekly, το εξώφυλλο του βρέθηκε 9ο ανάμεσα στα 25 πιο τρομακτικά heavy metal εξώφυλλα όλων των εποχών. Η μουσική, ακολουθεί την συνταγή της. Ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει άλλωστε. Με το “Ιn Sorte Diaboli”, οι Borgir έφτασαν το Νο.1 των Νορβηγικών charts, καταφέρνοντας το ακατόρθωτο. Να γνωρίσει εθνική επιτυχία, μια black metal μπάντα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κατέβηκε γρήγορα από τα charts.

Μετά την εμπορική επιτυχία του “In Sorte Diaboli”, οι Dimmu Borgir ανακοινώνουν το “Abrahadabra”. Όπως είναι λογικό, οι περισσότεροι το περίμεναν με ανυπομονησία. Όμως, φαίνεται πως η μπάντα εδώ αρχίζει να γίνεται επαναλαμβανόμενη και να μένει προσκολλημένη σε πολύ βασικές ιδέες, κάτι στο οποίο δεν είχε συνηθίσει κανένας. Παρότι συνεργάστηκαν και με την “Schola Cantorum Choir” και τη “Norwegian Radio Orchestra”, δεν απογειώθηκε το αποτέλεσμα. Ναι μεν θεωρούνταν ήδη εμπορικοί, στον εν λόγω δίσκο όμως οι συνθέσεις άγγιζαν το επίπεδο του βασικού playlist ενός ροκ ραδιοφωνικού σταθμού. Καθώς η μπάντα βρισκόταν συνεχόμενα σε περιοδεία στο ενδιάμεσο διάστημα, αυτό επηρέασε πολύ τον τρόπο που γράψανε, υποστήριξε ο Silenoz. Αμέσως μετά, αποχωρεί ο Vortex.

Εφτά χρόνια σιωπής από τους Νορβηγούς ακολούθησαν. Παρότι οι δυο εμφανίσεις που περιλαμβάνονται στο “Forces Of The Northern Night” είχε ήδη γυριστεί από τις αρχές της δεκαετίας (η μεν εμφάνιση με την ορχήστρα του Όσλο το 2011 και η εμφάνιση στο Wacken του 2012), πολλές προσωπικές υποθέσεις πήγαν πίσω την κυκλοφορία του επόμενού τους δίσκου, όπως και του ίδιου του DVD. Mε το live DVD αυτό όμως, υπενθύμισαν στον κόσμο το λόγο που βρίσκονται εκεί που βρίσκονται. Στο μεσοδιάστημα, κάνανε οικογένειες, ασχολήθηκαν με παράλληλα projects, ενώ έπρεπε να ανανεώσουν το συμβόλαιό τους με τη Nuclear Blast, όπως ήταν φυσικό μετά από τόσα χρόνια. Έτσι το 2018, πλέον, 8 χρόνια μετά την κυκλοφορία του “Abrahadabra”, έρχεται το “Eonian”. Ο δίσκος αυτός ήταν μια πρόκληση για τους ίδιους σε προσωπικό όσο και σε μουσικό επίπεδο. Από τη μια, έπρεπε να χτυπήσουν το καμπανάκι στον κόσμο και να ξαναγίνουν το όνομα που ήταν την προηγούμενη δεκαετία, από την άλλη, ίσως χρειαζόταν μερικές προσθαφαιρέσεις μουσικά οι συνθέσεις τους. Έτσι, το “Eonian”, είναι κάτι λίγο sπαραπάνω από όλα. Περισσότερο black, με περισσότερη συμφωνία και περισσότερο μεταλ. Δεν ξεπέρασαν ποτέ βέβαια τον εαυτό τους, ούτε το τρίπτυχο “Stormblast – Enthrone Darkness Triumphant – Death Cult Armageddon”, ήταν όμως ένα δυναμικότατο comeback στις δισκοθήκες του κόσμου και κατ’επέκτασην στις μουσικές σκηνές.

Έχοντας επανέλθει δυναμικότατα με νέο δίσκο και νέες περιοδείες, οι Νορβηγοί μαγευτές του black metal, πρόκειται να καταλάβουν δυο μεγάλες μουσικές σκηνές της Ελλάδας αυτό το φθινόπωρο. Συγκεκριμένα, πρόκειται να εμφανιστούν την Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου στο Principal της Θεσσαλονίκης, ενώ την αμέσως επόμενη στο Piraeus Academy 117 της Aθήνας.

https://www.facebook.com/events/256552908622928/
https://www.facebook.com/events/piraeus-117-academy/dimmu-borgir-live-in-athens-2019/569695543442118/