Καλησπέρα, αρχικά πείτε μας λίγα λόγια για την ιστορία του συγκροτήματος και φυσικά ξανασυστηθείτε στον κόσμο.
Το συγκρότημα δημιουργήθηκε αρχικά τον Απρίλιο του 2012 με το όνομα “Me And Myself” από τους N. Palivos και D. Vintsou, και στην αρχή η μουσική κατεύθυνση του σχήματος μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ως alternative doom / gothic metal (αρχική σύνθεση: D. Vintsou / φωνητικά, N. Palivos / μπάσο & φωνητικά, P. Varvaropoulos / κιθάρες, H. Kyriakopoulos / κιθάρες, A. Kousakis / τύμπανα). Αυτή η σύνθεση ηχογράφησε το πρώτο album μας με τίτλο “Last Wish”, το οποίο κυκλοφόρησε αρχές του 2013 στην ανεξάρτητη εταιρία IKK Productions. Την άνοιξη του 2013 αποχώρησε από τα τύμπανα ο A. Koussakis και τη θέση του πήραν διαδοχικά ο Nick “Yngve” και ο K. Savvidis (ως session drummers), ενώ το Μάιο του 2013 στην θέση του H. Kyriakopoulos στις κιθάρες μπήκε ο V. Thomas. Με αυτή την σύνθεση άλλαξε το όνομα της μπάντας σε “Caelestia”, ηχογραφήθηκε το “Beneath Abyss”, και έγινε η αλλαγή στο μουσικό ύφος στο γνώριμό μας πλέον melodic progressive death, με πολλά στοιχεία symphonic και black (μπορείς να το πεις και extreme metal).
Τι μεσολάβησε από την κυκλοφορία του “Last Wish” μέχρι το σημερινό “Beneath Abyss”; Πώς έγινε αυτή η αναγέννηση του συγκροτήματος και τι σας οδήγησε σε αυτή την κίνηση, διότι μου φαίνεται ότι έχετε να πείτε πολλά…
Χαιρόμαστε ιδιαίτερα με την ερώτηση, γιατί μπαίνεις κατ’ ευθείαν στην καρδιά των πραγμάτων και γιατί όντως έχουμε πολλά να πούμε…! Πολλοί παράγοντες, και μάλιστα απρόβλεπτοι, έφεραν αυτή την «αναγέννηση» όπως την χαρακτήρισες (έτσι την έχουν χαρακτηρίσει και πολλοί σε κριτικές του δίσκου μας). Ο κυριότερος παράγοντας αναγέννησης είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που απαρτίζουν μια μπάντα, δηλαδή τα μέλη της (με τις ιδέες, τις επιρροές και την έμπνευσή τους). Όταν σε μια μπάντα με συγκεκριμένο –έως ένα χρονικό σημείο- μουσικό προσανατολισμό έρχονται νέα μέλη, έρχονται αυτομάτως νέες μουσικές επιρροές, και αρχίζουν να δημιουργούνται ποικίλες μουσικές ζυμώσεις και αλληλεπιδράσεις. Όπως είπαμε και στην αρχή, έναν χρόνο πριν λεγόμασταν «Me And Myself» και είχαμε την ταμπέλα του alternative doom / gothic metal συγκροτήματος. Η προσθήκη του νέου μας κιθαρίστα (V. Thomas) εκείνη το χρονικό σημείο (μετά την αποχώρηση του H. Kyriakopoulos), ενήργησε ως καταλύτης, γιατί επέτρεψε να βγουν άμεσα στην επιφάνεια πάρα πολλά στοιχεία death και progressive, τα οποία αποτελούσαν τις μουσικές επιρροές που έφερε μαζί του ο Βασίλης. Ως φυσικό επακόλουθο, και ο Νίκος ξεκίνησε να γράφει κομμάτια που είχαν περισσότερα black, death και progressive στοιχεία, επιρροές που είχε ήδη υπόψη του και στο παρελθόν όσον αφορά στην σύνθεση των κομματιών, απλά δεν ταίριαζαν με τις επιρροές και τις μουσικές επιδιώξεις όλων των παλιών μελών, και δεν είχε ωριμάσει ο καιρός για να βγουν στην επιφάνεια έως τότε. Έτσι άλλαξε η μουσική κατεύθυνση, γεγονός που επιβεβαιώθηκε όλο το επόμενο χρονικό διάστημα, που όλα τα μέλη ξεκίνησαν να συνεισφέρουν μουσικές ιδέες και riffs, στην κατεύθυνση του death / progressive / black / symphonic / extreme metal.
Το όνομα της μπάντας άλλαξε από “Me And Myself”, τι σημαίνει για εσάς και πως έγινε η επιλογή του;
Η αλλαγή του ονόματός μας σε “Caelestia” το καλοκαίρι του 2013, ήρθε φυσιολογικά, ακολουθώντας την μεταστροφή της μουσικής κατεύθυνσης και του είδους μουσικής που επιλέξαμε να παίζουμε και να γράφουμε. Το όνομα “Caelestia” προτάθηκε από την Δήμητρα, και έγινε αμέσως αποδεκτό από όλους μας, γιατί ταίριαζε και από λεκτικής / ηχητικής πλευράς στο νέο σκοτεινό μουσικό μας ύφος, που έχει τον δικό του σκοτεινό και αγχωτικό χαρακτήρα, που δίνει το «σήμα κατατεθέν» του ήχου και του ύφους μας, ως μπάντας. Πέραν του ότι το νέο όνομα είναι και πιο «εύηχο», δίνει πλήρως και το νέο στίγμα του συγκροτήματος, όπως είπαμε. Το παλιό μας όνομα απηχούσε ένα άλλο state of mind, θα μπορούσε να πει κανείς ότι περιέγραφε μια κατάσταση μοναξιάς και αναζήτησης, κάτι που άλλαξε άρδην μετά.
Στον πρώτο δίσκο σας ήταν νομίζω φανερές οι επιρροές από τα κλασσικά progressive συγκροτήματα. Σε αυτό το δεύτερο εγχείρημα ποιες ήταν οι επιρροές σας;
Όντως στο πρώτο album που κυκλοφορήσαμε ως “Me And Myself” βαδίζαμε σε πιο «κλασσικές φόρμες» του progressive, αλλά και του gothic / doom, με επιρροές από πιο «τυπικά» συγκροτήματα του είδους. Στις κριτικές για το “Beneath Abyss” που έχουμε λάβει μέχρι σήμερα όμως, κάποιοι το έχουν παραλληλίσει με το «Velvet Darkness They Fear» των Theatre Of Tragedy – σε πιο γρήγορες ταχύτητες φυσικά – ένα δίσκο, που πιστεύουμε ότι ανήκει στις σπουδαιότερες κυκλοφορίες αυτού του είδους (και που είναι πολύ μεγάλη τιμή για εμάς φυσικά, να μας συγκρίνει κάποιος με μια τέτοιου βεληνεκούς μπάντα). Από την άλλη πλευρά, οι Death, Dimmu Borgir, Behemoth, Fleshgod Apocalypse, Therion, Nightwish, Katatonia, Cradle Of Filth, Moonspell, Hypocrisy, Rotting Christ και οι Septic Flesh αποτελούν σίγουρα επιρροές για εμάς (τόσο ως μπάντα, όσο και προσωπικά για τον καθένα μας), και γενικά μπορούμε να μιλάμε για ώρες για τα συγκροτήματα που έχουν σημαδέψει τον ήχο μας. Συνεπώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι νιώθουμε πιο «κοντά» στις σύγχρονες μπάντες που υπηρετούν όλο αυτό το μεγάλο ηχητικό φάσμα του melodic / progressive / black / symphonic / death. Όπως θα πρόσεξες, προσπαθούμε να συνδυάσουμε όλα αυτά τα είδη σε ένα ενιαίο αμάλγαμα. Άλλωστε, από την στιγμή που σπάσαμε τις «συμβατικές» φόρμες όσον αφορά στην σύνθεση των τραγουδιών, με τον ίδιο τρόπο σπάσαμε και τις παραδοσιακές «ταμπέλες» που επιμένουν να βάζουν κάποιοι στα συγκροτήματα, όσον αφορά τα στυλ. Αν ακούσει κάποιος το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου που έχει γίνει και videoclip από τον μεγάλο Matthias Kollek, θα καταλάβει ποια είναι η φυσική συνέχεια της μπάντας και πως θα είναι τα καινούργια τραγούδια που ετοιμάζουμε.
Για μένα προσωπικά ήταν μια ευχάριστη αλλαγή, αυτή που κάνατε σε πιο extreme ήχους, τι feedback λαμβάνετε από τους οπαδούς;
Από την επίσημη κυκλοφορία του δίσκου μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει πάνω από 3 μήνες, και συνεχίζουμε να λαμβάνουμε κυριολεκτικά δεκάδες κριτικές από ξένα sites, blogs και webzines από Ευρώπη και Αμερική κυρίως, αλλά και από ελληνικά sites. Οι ανωτέρω κριτικές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, είναι πάρα πολύ θετικές και ενθαρρυντικές, με βαθμολογίες που κυμαίνονται από 7,5/10 και άνω. Κάποιοι έχουν χαρακτηρίσει το album μας ως «…τρομακτικό από την αρχή μέχρι το τέλος…», ή ως «…μια εμπνευσμένη προσπάθεια που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στην ομορφιά και την καταστροφή…» ενώ άλλη κριτική χαρακτηρίζει τα τραγούδια μας ως «…συνθέσεις υψηλής τεχνικής δυσκολίας, που ελίσσονται διαρκώς μεταξύ αισθητικών προσεγγίσεων…» και γενικά η μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών και των οπαδών έχει αναγνωρίσει ότι, έχουμε καταφέρει να συνδυάσουμε διάφορα στυλ σε έναν τελείως δικό μας και προσωπικό ήχο. Αυτό μας δίνει μια πολύ μεγάλη ηθική ικανοποίηση, γιατί στο νέο μας δίσκο προσπαθήσαμε να πετύχουμε έναν ισορροπημένο συνδυασμό όλων των μουσικών επιρροών και στυλ, που φέρνει μαζί του το κάθε μέλος του συγκροτήματος, π.χ. death, black, progressive, symphonic κλπ. Ο στόχος μας ήταν εξαρχής να σφυρηλατήσουμε έναν δικό μας πρωτότυπο μουσικό χαρακτήρα ως μπάντα, και όχι φυσικά να ακουγόμαστε ως «μιμητές» και «κλώνοι» άλλων συγκροτημάτων, πράγμα λίγο δύσκολο –κατά γενική ομολογία- στις μέρες μας.
Η δημιουργία αυτού του δεύτερου άλμπουμ σας “Beneath Abyss” έγινε με μεγάλη απ’ ότι πρόσεξα επιμέλεια. Ποιες ήταν οι δυσκολίες του να δημιουργείς ένα τέτοιο άλμπουμ;
Ομολογουμένως είναι μία πολύ δύσκολη σκηνή η συγκεκριμένη (που επιλέξαμε να ανήκουμε), και είμαστε αναγκασμένοι να ακροβατούμε ανάμεσα στο δίπολο «Beauty and the Beast». Είναι τόσο γρήγορες οι εναλλαγές μεταξύ αντρικών και γυναικείων φωνητικών, που πολλές φορές νομίζει κάποιος ότι παρακολουθεί μια death / black όπερα. Γενικά προσπαθούμε να σκηνοθετούμε την μουσική μας και να την αφήνουμε να μας οδηγεί σε μονοπάτια απόκρυφα. Ο δικός μας ήχος απαιτεί μεγάλη φαντασία, πρωτοτυπία και δημιουργικότητα. Όλα επιτρέπονται μεν, άλλα από την άλλη πλευρά, έχουμε και την αίσθηση ότι πρέπει να ισορροπούμε επάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Προσπαθούμε να συνδυάσουμε όλες τις επιρροές μας και να βγάλουμε ένα επιτυχημένο μείγμα, μιας και αγγίζουμε διάφορα στυλ του metal. Άλλωστε, είναι εξαιρετικά δύσκολο να παίζεις σε μεγάλες ταχύτητες και να ξέρεις ότι στο επόμενο riff σου θα πρέπει να αλλάξεις πρόσωπο και να γίνεις μελωδικός και οπερετικός. Όπως θα πρόσεξες, η μουσική μας βασίζεται πάρα πολύ στην ποικιλομορφία, στην μεγάλη ποσότητα riffs και guitar phrasing (είναι ενδεικτικό ότι κάθε τραγούδι περιέχει τουλάχιστον 8-9 διαφορετικά riffs, ενίοτε και περισσότερα), στις πολλές εναλλαγές στο ρυθμό και στο μουσικό μέτρο, οι οποίες φτάνουν από τα 130 έως και τα 210 bpm, πολλές φορές μέσα στο ίδιο τραγούδι (όχι το ευκολότερο πράγμα για έναν drummer…!) και στα πλούσια ορχηστρικά και οπερετικά μέρη. Θέλει μία φανατική προσήλωση και μια τρομερή πειθαρχία για να πετύχει αυτό. Ήταν εξαρχής σαφής η πρόθεσή μας να σπάσουμε την αποκαλούμενη «συμβατική» φόρμα της δομής του τραγουδιού (δηλαδή intro / verse / chorus / verse / chorus / solo / chorus / outro κλπ), και να εισάγουμε εναλλασσόμενα μέρη, περάσματα και γέφυρες στα κομμάτια μας, έτσι ώστε ο ακροατής να μην μπορεί να προβλέψει μουσικά το τι θα ακολουθήσει. Φυσικά σε κάποια κομμάτια μας υπάρχουν «συμβατικά» μέρη, αλλά στα περισσότερα νομίζει ο ακροατής ότι υπάρχουν. Ακούει κάποιος ένα riff ή μία φωνητική γραμμή και νομίζει ότι την άκουσε και πιο πριν, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Η μουσική απλά οδηγεί τον ακροατή. Του δημιουργεί ένα γενικό συναίσθημα θλίψης, άγχους ή ακόμη και φόβου. Δουλεύουμε συνεχόμενα και προσπαθούμε να πηγαίνουμε κάθε φορά την μουσική μας ένα βήμα μπροστά αλλά και τις γνώσεις μας συγχρόνως. Απαιτούνται πάρα πολλές «εργατοώρες» για να βγει ένα πολύ καλό ηχητικό και αισθητικό αποτέλεσμα και να αποτυπωθεί όπως πρέπει σε μια συναυλία. Πάνω από όλα, δουλεύουμε για την μπάντα και όχι η μπάντα για εμάς, ο καθένας από μας μαθαίνει να υποτάσσει και να πειθαρχεί το μουσικό «εγώ» του, για να υπηρετεί το γενικό σκοπό του ύφους και του ήχου της μπάντας.
Ο δίσκος αυτός είχε μεγάλα guest ονόματα, τον Bjorn «Speed» Strid των Soilwork τον drummer Markus Freiwald των Sodom, αλλά και αρκετά ελληνικά ονόματα. Πείτε μας για την εμπειρία που σας άφησε όλο αυτό.
Είχαμε εξαρχής στο μυαλό μας να καταφέρουμε να συμμετέχουν κάποια γνωστά ονόματα του χώρου σε τραγούδια του album μας, άλλωστε κάτι τέτοιο προσδίδει μια επιπλέον καλλιτεχνική αξία στα κομμάτια, αλλά και εμπλουτίζει το όλο ηχητικό αποτέλεσμα. Από την στιγμή που ανέλαβε το πασίγνωστο «Fascination Street Studios» το mastering του δίσκου, με τον trademark ήχο του, ήταν επιδίωξή μας να έχουμε συμμετοχή ενός «τυπικού» εκπροσώπου της σουηδικής σκηνής σε κάποιο κομμάτι. Μετά από κάποιες επαφές, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον ο Bjorn Strid «Speed» των Soilwork, και αφού άκουσε κάποια κομμάτια του δίσκου, κατέληξε ότι του ταιριάζει περισσότερο στο ύφος του να κάνει τα φωνητικά στο «Blessing Of Tragedy», γεγονός που μας χαροποίησε πάρα πολύ. Το αποτέλεσμα μας δικαίωσε πλήρως, αφής στιγμής το εν λόγω τραγούδι έχει κάνει πολύ καλή εντύπωση και αναφέρεται συνεχώς στις κριτικές που λαμβάνουμε. Για τον Markus «Makka» Freiwald (Sodom), αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι το κομμάτι «Secret Rite» το είχαμε ηχογραφήσει ήδη με έναν session drummer, αλλά ο Markus επέμενε να ξαναηχογραφήσει τα drums (και ποιοι είμαστε εμείς που θα του χαλούσαμε το χατήρι..!), με συνέπεια να «ντύσει» το κομμάτι με το χαρακτηριστικό τευτονικό thrash παίξιμό του. Στην συναυλία που έκαναν οι Sodom τον Μάιο του 2014 στην Αθήνα, κατάφερε ο Markus να ξεκλέψει λίγο χρόνο και να ακούσει την τελική μορφή (μίξη και mastering) του τραγουδιού, και πραγματικά ενθουσιάστηκε με το τελικό αποτέλεσμα. Όσον αφορά στις συμμετοχές των Nick Yngve (W.E.B.) και του K. Savvidis (ex-Nightfall, Soulskinner) στα drums, μπορούμε άνετα να πούμε ότι σήκωσαν στις πλάτες τους όλο το βάρος του δίσκου, αφής στιγμής μέχρι τότε δεν είχαμε σταθερό μέλος στα drums, και οι δυο αυτοί άριστοι και έμπειροι μουσικοί μας βοήθησαν ανεκτίμητα ως session players. Τώρα για τον φίλο μας τον Αντρέα (Andrew Geo / AlterSelf, Gravebane, Malediction) τα λόγια είναι περιττά: έχει σταθεί πλάι μας από την αρχή της μπάντας, και μας «δάνεισε» τα εξαιρετικά brutal φωνητικά του, για να δώσει αυτή την τρομερή επιθετικότητα και δύναμη στο title track του δίσκου. Τον ευχαριστούμε, όπως και όλους, μέσα από την καρδιά μας…
Η μπάντα έχει υπογράψει με την Inverse Records, θα συνεχίσετε την συνεργασία σας;
Σίγουρα όταν προσέχει την δουλειά σου μια εγνωσμένης αξίας Σκανδιναβική εταιρία, είναι ένα γεγονός που σε «κολακεύει» αρκετά και αισθάνεσαι μια κάποια δικαίωση, όσον αφορά στους κόπους και στην επένδυση που έχεις κάνει για να κυκλοφορήσεις το album σου. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν σκεφτεί κανείς ότι πολλά και αξιόλογα ελληνικά συγκροτήματα δεν καταφέρνουν τελικά να κλείσουν συμφωνία με μια δισκογραφική εταιρία του εξωτερικού, ακόμη κι αν χρειαστεί να περιμένουν μήνες για να λάβουν μια απάντηση στα demos που έχουν στείλει. Εμείς είμαστε αρκετά τυχεροί σε αυτόν τον τομέα, αφής στιγμής είχαμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε παραπάνω από μια ξένες εταιρίες που ενδιαφέρθηκαν, και δεν χρειάστηκε να περιμένουμε πάνω από 20 ημέρες για να λάβουμε απαντήσεις. Από εκεί και πέρα φυσικά, τον κύριο ρόλο στην επιλογή μας έπαιξαν οι ειδικότεροι όροι του συμβολαίου που μας προτάθηκε. Με λίγα λόγια, επιλέξαμε την Inverse Records, γιατί: α) παρέχει μια σημαντικού βαθμού ευελιξία στις υποχρεώσεις μας προς αυτούς, η οποία συνδυάζεται με αρκετό βαθμό ελευθερίας, όσον αφορά στα δικαιώματά μας ως συγκροτήματος, σε αντιδιαστολή με τις ασφυκτικές και αυστηρές ρήτρες των πιο μεγάλων σε μέγεθος εταιριών, β) έχει ένα αρκετά καλά οργανωμένο δίκτυο διανομής στην Ευρώπη (που είναι αυτή τη στιγμή η κύρια αγορά μας) με την εγγύηση της Bertus στην διανομή, γ) εξασφαλίζει ψηφιακή διανομή σε όλες τις πλατφόρμες ανά τον κόσμο, δ) έχει καλή φήμη ως μεσαίου μεγέθους ανεξάρτητη εταιρία με πάνω από 140 συγκροτήματα στο roster της και ε) γενικά είναι μια εταιρία που οι άνθρωποι που την διοικούν λειτουργούν περισσότερο με την λογική του metal «οπαδού», παρά την πιο αυστηρή εμπορική νοοτροπία που επικρατεί σε άλλες εταιρίες. Πιστεύουμε ότι, στο στάδιο που βρισκόμαστε δεν θα μπορούσαμε να ζητήσουμε περισσότερα, πολλώ δε μάλλον να μπούμε σε λογικές «σκληρών» συμβολαίων. Πάντα βέβαια υπάρχει το μέλλον για να εξελιχθεί μια μπάντα, και να δει τελικά σε τι βαθμό επαγγελματισμού και εμπορικής επιτυχίας μπορεί να φτάσει, έτσι ώστε να μπορέσει να πετύχει συμβόλαια με όλο και πιο μεγάλες εταιρίες, ακολουθώντας τα χνάρια των μεγάλων του εξωτερικού (και του εσωτερικού), που δίνουν το παράδειγμα. Εν κατακλείδι πιστεύουμε ότι η εταιρία που υπογράψαμε αποτελεί μια πάρα πολύ καλή αρχή, και τελικά επαφίεται σε εμάς τους ίδιους το πόσο μακριά θέλουμε ή/και μπορούμε να φτάσουμε.
Μιλήστε μας για την προώθηση του δίσκου και για την ανταπόκριση που είχε σαν κυκλοφορία.
Όπως είπαμε και πριν, η εταιρία έκανε ένα αρκετά καλό promotion του άλμπουμ μας, στέλνοντάς το για κριτική σε πάρα πολλά sites και ανεβάζοντάς το σε πάρα πολλές ψηφιακές πλατφόρμες, πέραν από την «παραδοσιακή» διανομή για πώληση. Επίσης, μέσω της εταιρίας, μας ήρθαν πάρα πολλά interview requests από διεθνώς αναγνωρισμένα sites και webzines στο χώρο μας (αλλά και από ελληνικά περιοδικά και sites), με αποτέλεσμα να αρχίσει η δουλειά μας να γίνεται γνωστή στην Ελλάδα, αλλά και πέραν των ορίων της ελληνικής σκηνής. Από την άλλη, τα πρώτα μηνύματα από τις πωλήσεις του album είναι πολύ ενθαρρυντικά, με το κλείσιμο του α’ τριμήνου κυκλοφορίας, και ο δίσκος μας παρουσιάζει μια πολύ καλή δυναμική, η οποία είμαστε σίγουροι ότι θα αρχίσει να αποδίδει περισσότερο, όταν θα ξεκινήσουμε εμφανίσεις στο εξωτερικό. Ήδη έχουν φανεί οι χώρες στις οποίες έχουμε αυξημένες πωλήσεις ως συγκρότημα (δηλαδή Σκανδιναβία και Μεγ. Βρετανία κυρίως) και οι οποίες εμφανίζονται από τώρα καθαρά ως το target group των εμφανίσεών μας στο εξωτερικό. Από την πλευρά μας, και εμείς δεν μείναμε «με σταυρωμένα τα χέρια», αλλά καταφέραμε να κάνουμε ένα πάρα πολύ καλό βίντεο με έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην Ευρώπη, τον Matthias Kollek, κλείσαμε συμφωνίες για endorsement με πολύ γνωστές εταιρίες (Schecter Guitars, Orange Amplification, RotoSound Strings, The Black Angel Clothing, No Logo picks κ.α.), και γενικά φροντίσαμε να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας στον χώρο.
Έχετε κάποια σχέδια για το μέλλον; Συναυλίες ίσως;
Ενόψει του ότι έχουμε πρόσφατα εντάξει στη μπάντα μας τρία νέα μέλη (V. Evangelou στην κιθάρα, S. Varotskis στο μπάσο και G. Papadosifakis στα τύμπανα), δουλεύουμε αυτόν τον καιρό με πολύ εντατικούς ρυθμούς για να «δέσουμε» το μουσικό κομμάτι, οπότε προγραμματίζουμε τις πρώτες μας εμφανίσεις στα τέλη του φθινοπώρου, για να έχουμε αποκτήσει τον απαραίτητο βαθμό ετοιμότητας, τόσο σε επίπεδο εκτελεστικό, όσο και σε επίπεδο σκηνικής παρουσίας. Θέλουμε να οργανώσουμε ένα μεγάλο release party για το album μας, και να καλέσουμε τους φίλους που μας στήριξαν και μπάντες που έχουμε συνεργαστεί. Επίσης, υπάρχουν δυο προσκλήσεις για εμφανίσεις σε φεστιβάλ (εξωτερικό και εσωτερικό) μέσα στο χειμώνα. Από τις αρχές του 2016 και μετά, θέλουμε να μπούμε πιο δυναμικά σε touring mode, και να κάνουμε όσες περισσότερες εμφανίσεις (ιδίως εξωτερικό) μας επιτρέπει ο σχεδιασμός και το budget μας, γιατί –δυστυχώς ή ευτυχώς- το touring είναι ο κυριότερος τρόπος να γίνει γνωστό ένα συγκρότημα και να πετύχει μια αναγνωρισιμότητα πέρα από τα στενά όρια της τοπικής σκηνής. Πέραν των ζωντανών εμφανίσεων όμως, προγραμματίζουμε να γυρίσουμε και ένα δεύτερο videoclip (ανάλογης ποιότητας με το πρώτο), καθώς επίσης και να ολοκληρώσουμε και τις άλλες προωθητικές ενέργειες που αναφέραμε και πριν, όπως π.χ. φωτογραφήσεις, συνεντεύξεις, endorsements, merchandise κτλ.
Ήρθε η ώρα να κλείσουμε, τα λόγια δικά σας.
Όπως έχουμε πει δημόσια σε πολλές συνεντεύξεις μας, η τεράστια οικονομική κρίση που βιώνουμε, δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστη την ελληνική metal σκηνή. Υπάρχει πολύ μεγάλη παραγωγή από αξιόλογη metal μουσική στην Ελλάδα –που δεν έχει να ζηλέψει κάτι από την Ευρωπαϊκή ή την διεθνή σκηνή-, που πρέπει να γίνει γνωστή προς τα έξω, και γι’ αυτό το λόγο πρέπει οι μπάντες που απαρτίζουν την ελληνική σκηνή να συνειδητοποιήσουν ότι πλέον πρέπει να συνεργάζονται μεταξύ τους, να αλληλοβοηθούνται (π.χ. σε φεστιβάλ, σε περιοδείες), και να ξεφύγουν από τις «κακές» νοοτροπίες του παρελθόντος. Όπως έχει πει και κάποιος “strength in unity, and unity in strength”. Ευχαριστούμε πάρα πολύ το Metal Invader για την συνέντευξη αυτή…!

English


